Legislator Case Law & Legislation
1682/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on statute of limitations, ruling five-year limit applies to corporate defendants in criminal damage cases.

Case Number 1682/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision to reject its lawsuit against TENET A.E. The State argued for a twenty-year limitation period, but the court found the five-year limit under Article 937 of the Civil Code applied to the corporate defendant. Consequently, the State's claim was time-barred as it expired in 2000, and the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937, 240, 241, 242, 243 of the Civil Code; The five-year statute of limitations for claims for damages arising from criminal acts applies to legal persons, whereas the extended period for natural persons does not apply to corporate defendants.

Keywords

AI generated
statute of limitations civil code article 937 corporate defendant criminal damage claim time bar defense supreme court appeal state liability

Cited Legislation

AI generated
Article 937 of the Civil Code
Article 240 of the Civil Code
Article 241 of the Civil Code
Article 242 of the Civil Code
Article 243 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 260 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Ath. Court of Appeal 156/2008
Supreme Court 457/2025
Supreme Court 176/2025
Supreme Court 5/2024
Supreme Court 1032/2024
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1682 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1682/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στη Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Νομική Σύμβουλο του Κράτους, Αφροδίτη Καρούκη με δήλωση του 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΝΕΤ Α.Ε. Τεχνική Εργοληπτική Ναυτιλιακή Εμπορική Τουριστική ΑΕ", που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5271/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2536/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 26-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν οι υποθέσεις που είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 176/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024). Από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 313/2025, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1578/2021).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 313/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021).

Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του πρώτου χρονικού διαστήματος αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13.3.2020 έως 31.5.2020 ) δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 Ν. 4690/2020). Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην αναστολή των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 υπόκεινται και οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καταχρηστικές προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης αντίστοιχα (ΑΠ 1470/2023, ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση , από την με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Γ. Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Δικαστικής πληρεξούσιας αυτού, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 26-6-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 2536/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 9-10-2023 και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην Μαρία Καλλιέρου, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντίκλητου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της με αριθ. 2536/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτή (αναιρεσίβλητη) προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Κατά την ανωτέρω (αρχική) δικάσιμο η υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων ενόψει των ως άνω αυτοδιοικητικών εκλογών και κατά το άρθρο 260 παρ.4 ΚΠολΔ ορίστηκε με την από 10-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος ( 20-1-2025).

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στην προκείμενη δικάσιμο ( 20-1-2025) έγινε με πρωτοβουλία του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, όπως βεβαιώνεται από τον τελευταίο κάτωθι της προαναφερόμενης, από 10-10-2023, Πράξης, και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (αρθ.260 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ) για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η ένδικη από 26-6-2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 30-6-2020 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 2536/21-5-2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (22-5-2018 ) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 22-5-2020 , λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), μετά παρέλευσης και του διαστήματος των 30 επιπλέον ημερών που προβλέπονται από το άρθρο 74 του Ν. 4690/2020 σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 30-6-2020.

Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-12-2008 αγωγή του, κατά των σε αυτή (αγωγή) εναγομένων μεταξύ άλλων, κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας (δεύτερη εναχθείσα) και κατά του Χ. Α. (πρώτος εναχθείς), ζήτησε να καταδικασθούν εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους (σύνολο εναγομένων έξι), να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την αποκατάταση της ζημίας που υπαίτια και παράνομα του προξένησε ο δεύτερος εξ αυτών, προστηθείς από την πρώτη, ήδη αναιρεσίβλητη, το συνολικό ποσό των 5.483.311,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την 25/11/1999 άλλως από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5271/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ενώ κατά τα λοιπά έγινε δεκτή ως τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ο Χ.

Α. (μη διάδικος στην παρούσα αναίρεση), τις από 17/12/2015 με αρ. καταθ. 7778/21-12-2015 και από 15/12-/2014 με αρ. καταθ. 8393/18-12-2014 αντίστοιχα εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 2536/2018 απόφαση του Εφετείου η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του Χ. Α. και αφού έκανε δεκτή κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την με αρ. 5271/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη "TENET Α.Ε.", δίκασε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον της, και την απέρριψε, κρίνοντας ότι η επίδικη χρηματική απαίτηση του Δημοσίου κατ' αυτής, ποσού 5.483.311,20 ευρώ, είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 937 Α.Κ.

Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει: "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".

Η δεύτερη παράγραφος της ανωτέρω διατάξεως θεσπίσθηκε για τον λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στην συνέχεια καταδίκη.

Για την εφαρμογή δε της διατάξεως αυτής πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) Η αδικοπραξία πρέπει ν` αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί, όμως, προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως. 2) Η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμωρία της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.

Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως, ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί κακουργημάτων ανέρχεται σε δέκα πέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στη παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ (ΟλΑΠ 21/2003).

Τα ανωτέρω ισχύουν, για τον υπαίτιο της πράξεως, ήτοι τότε μόνον, όταν ο δράστης της αξιόποινης πράξεως είναι ταυτόχρονα και ο υπόχρεος σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) και όχι όταν ο αστικός υπεύθυνος είναι διαφορετικό πρόσωπο. Στην τελευταία περίπτωση, η παραγραφή της αξιώσεως από την αδικοπραξία εξακολουθεί να είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, άσχετα αν ο δράστης της αξιόποινης πράξης ενήργησε, ως προστηθείς ή όργανο του εναγομένου σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) φυσικού ή νομικού προσώπου (άρθρα 922, 923, 71 ΑΚ) και ανεξάρτητα από τον τρόπο συμμετοχής του δράστη στην αξιόποινη πράξη, ως αυτουργού ή συνεργού ή ηθικού αυτουργού, αρκεί ότι το εναγόμενο, ως υπόχρεο σε αποζημίωση πρόσωπο, δεν υπέχει κατά νόμο ποινική ευθύνη, αλλά ενάγεται, ως αστικώς υπεύθυνο, όπως πρωτίστως συμβαίνει επί νομικών προσώπων, των οποίων όργανα ή προστηθέντες τέλεσαν, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι, την αξιόποινη πράξη ( ΑΠ 1773/2024, ΑΠ 981/2019, ΑΠ 1749/2007).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται . Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της από 15- 12-2014 με αριθμό κατάθεσης 8393/18-12-2014 έφεσης ο εκκαλών Χ. Α. διατείνεται ότι η (και) κατ' αυτού αγωγή του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου έπρεπε να απορριφθεί ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, διότι αυτός είχε διοριστεί πληρεξούσιος της αναδόχου "TENET Α.Ε." και ως εκ τούτου ενεργούσε όχι ατομικά κατά τη σύνταξη και υπογραφή των συγκριτικών πινάκων, επιμετρήσεων, λογαριασμών, αλληλογραφίας και ενστάσεων αλλά για λογαριασμό και κατ' εντολήν της εν λόγω εταιρίας στα πλαίσια της εκτέλεσης του έργου και επομένως όλες οι τυχόν παρανομίες βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο την ανάδοχο "TENET Α.Ε.".

Ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα προεκτεθέντα ο εκκαλών με την αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε ατομικά ζημίωσε παράνομα και υπαίτια το εφεσίβλητο και ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η τυχόν ύπαρξη παράλληλης ευθύνης της προστήσασας αναδόχου (ευθυνόμενης αντικειμενικά) δεν αναιρεί την ευθύνη του ως δράστη της αδικοπραξίας μεταθέτοντας αυτή στην προστήσασα, αλλά θεμελιώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας [προστήσασας] (βλ.

Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη / Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ IV Ειδικό ενοχικό 1982, άρθρο 922, § 1.1.3, σελ. 742, § ΙΙΙ.2, σελ. 754).

Περαιτέρω με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου της από 15-12-2014 με αριθμό κατάθεσης 8393/18-12-2014 έφεσης (ο τρίτος λόγος βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων από την εκκαλούμενη απόφαση) ο εκκαλών Χ. Α. διατείνεται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμο το κονδύλιο που αντιστοιχεί στον Φ.Π.Α.

ύψους 183.573.153 δρχ. ή 538.732,66 ευρώ. Ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης κατά το τέταρτο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Το εφεσίβλητο και ενάγον επιβαρύνθηκε με Φ.Π.Α. για τις εργασίες που δεν έγιναν πλην όμως πληρώθηκαν στην ανάδοχο ως γενόμενες ως αμοιβή αυτής, ενώ η σχετική επιβάρυνση με τον Φ.Π.Α.

επιβάλλεται και επί των εργασιών που πρέπει να γίνουν προς αποκατάσταση των ελλείψεων, η δε αποκατάσταση της ζημιάς του ζημιωθέντος καθ' όλη την έκτασή της επιβάλλει και την επιδίκαση του σχετικού κονδυλίου. Σημειωτέον ότι το σχετικό κονδύλιο πρέπει να επιδικαστεί ακόμα και στην περίπτωση που ο ζημιωθείς δεν έχει μέχρι τούδε υποβληθεί στις δαπάνες αποκατάστασης και συνακόλουθα καταβολής Φ.Π.Α.

και εργολαβικής αμοιβής τρίτου (βλ. Εφ.Λαρ. 245/2015 Δικογραφία 2016.53). Με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της από 15-12-2014 με αριθμό κατάθεσης 8393/18-12-2014 έφεσης ο εκκαλών Χ. Α. παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του εφεσίβλητου (και ενάγοντος) Ελληνικού Δημοσίου.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο IX μείζονα σκέψη ο σχετικός τέταρτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ένσταση παραγραφής που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο εκκαλών (και πρώτος των εναγόμενων) - και επαναφέρει με την έφεσή του - τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Εν προκειμένω εφαρμόζεται το άρθρο 937 παρ. 2 Α.Κ. και επομένως, ενόψει του είδους της ποινικά κολάσιμης πράξης του (απάτη σε βάρος του Δημοσίου αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ.), η οποία προβλέπεται και τιμωρείται στον ποινικό νόμο με ισόβια κάθειρξη (άρθρο 1 ν. 1608/1950) με χρόνο παραγραφής τα 20 έτη (άρθρο 111 παρ. 2 στοιχ.

α Π.Κ.), η αξίωση του εφεσίβλητου και ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από την επομένη της ημέρας του χρονικού σημείου κατά το οποίο εκδόθηκε το Πόρισμα της Τριμελούς Επιτροπής (30-3-1995), οπότε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ήταν δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωσή του, εφόσον από τότε γνώριζε τους υπαίτιους αλλά και το ύψος της ζημίας του, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με επίδοσή της σε αυτόν, στις 22-12-2008 (βλ.

την ...-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ.), έχουν παρέλθει 13 έτη και επομένως η αξίωση του ενάγοντος είναι ενεργή. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνεται αδικοπραξία σε βάρος του εκκαλούντος (και εναγόμενου) Χ. Α. Κατόπιν των ανωτέρω, ορθά η εκκαλουμένη, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.), εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχθηκε την από 15-12-2008 με αριθμό κατάθεσης ...-2008 αγωγή του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως προς τον εκκαλούντα και πρώτο εναγόμενο Χ.

Α. ως ουσία βάσιμη, και υποχρέωσε αυτόν (εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους - πλην της δεύτερης εναγόμενης "TENET Α.Ε.") να καταβάλει στο εφεσίβλητο και ενάγον το ποσό των 5.483.311,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 15-12-2014 με αριθμό κατάθεσης 8393/18-12-2014 έφεση του Χ.

Α....

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών (και πρώτος εναγόμενος) Χ. Α. είχε εξουσιοδοτηθεί από την εφεσίβλητη (και δεύτερη εναγόμενη) "TENET Α.Ε.", δυνάμει της από 15-4-1988 απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου (συνταχθέντος του από επίσης 15-4-1988 πρακτικού συνεδρίασης) κατά την Α' φάση του έργου, να υπογράφει συγκριτικούς πίνακες επιμέτρησης λογαριασμών και να εκπροσωπεί την εταιρία στην αλληλογραφία της με το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για το έργο.

Η απόφαση αυτή διευκρινίστηκε με την από 28-4-1988 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης "TENET Α.Ε." (σχετικό το από 28-4-1988 πρακτικό συνεδρίασης) και ορίστηκε ότι στην εξουσιοδότηση προς τον εκκαλούντα Χ. Α. περιλαμβάνεται και η υπογραφή και υποβολή ενστάσεων για λογαριασμό και κατ' εντολήν της εφεσίβλητης εταιρίας για το έργο.

Επίσης κατά την Β' φάση του έργου ο εκκαλών (και πρώτος εναγόμενος) Χ. Α. είχε εξουσιοδοτηθεί από την εφεσίβλητη (και δεύτερη εναγόμενη) "TENET Α.Ε.", δυνάμει της από 5-11- 1992 απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου (σχετικό το από 5-11-1992 πρακτικό συνεδρίασης) να εκπροσωπεί την εφεσίβλητη για την σύνταξη και υπογραφή επιμετρήσεων, λογαριασμών, συγκριτικών πινάκων, αλληλογραφίας και ενστάσεων.

Οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις ουδέποτε ανακλήθηκαν, αντίθετα με βάση αυτές ο Χ. Α. προέβαινε καθ' όλη την διάρκεια του έργου στις σχετικές ενέργειες για λογαριασμό της εφεσίβλητης "TENET Α.Ε." επίσημης αναδόχου του έργου. Επίσης τα τιμολόγια για την καταβολή των χρηματικών ποσών από το εφεσίβλητο και ενάγον Ελληνικό Δημόσιο γινόταν στο όνομα της εφεσίβλητης "TENET Α.Ε.".

Η εφεσίβλητη υποκατέστησε μεν στην εκτέλεση του έργου την τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΔΙΕ Ε.Π.Ε. και ΣΙΑ Ε.Ε." (τέταρτη εναγόμενη), πλην όμως ουδέποτε επήλθε αποξένωσή της από το έργο, αλλά αντίθετα εξακολούθησε να καρπώνεται (και επίσημα) οφέλη από την εκτέλεση του έργου και την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το από 20-9-1988 καταστατικό της εταιρίας "ΤΕΔΙΕ Ε.Π.Ε. και ΣΙΑ Ε.Ε.", συμμετείχε ως ετερόρρυθμο μέλος στην εταιρία "ΤΕΔΙΕ Ε.Π.Ε. και ΣΙΑ Ε.Ε.", ενώ παρακρατούσε για τον εαυτό της το 1% του εργολαβικού ανταλλάγματος (βλ. την από 17-10-1990 απόδειξη καταβολής στην εφεσίβλητη "TENET Α.Ε." ποσού 538.310 δρχ.

που αφορά το ποσοστό του 1% επί του 24ου λογαριασμού και πιστοποίησης του έργου). Επίσης η εφεσίβλητη "TENET Α.Ε." συμμετείχε στα κέρδη και της ζημίες της ετερόρρυθμης εταιρίας κατά ποσοστό 10% (άρθρα 14 και 6 του καταστατικού της "ΤΕΔΙΕ Ε.Π.Ε. και ΣΙΑ Ε.Ε."), Επομένως η δραστηριότητα του εκκαλούντος (και πρώτου εναγομένου) Χ.

Α. κατά την εκτέλεση του έργου δεν είναι ανεξάρτητη των επιδιώξεων της εφεσίβλητης "TENET Α.Ε." αλλά αντίθετα αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων της εφεσίβλητης (και δεύτερης εναγόμενης). Ο εκκαλών (και πρώτος εναγόμενος) Χ.

Α. εντάχθηκε στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εφεσίβλητης "TENET Α.Ε.", η οποία με την χρησιμοποίησή του επέκτεινε το πεδίο της επιχειρηματικής δράσης και επιρροής της και κατά συνέπεια διεύρυνε τη δυνατότητα απόληψης κερδών. Ακριβώς η προσδοκία είσπραξης, έστω μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος, στο οποίο μάλιστα, όπως αποδείχθηκε, περιλαμβάνεται αντάλλαγμα που δεν αντιστοιχεί σε πραγματοποιηθείσες εργασίες αλλά αποτελεί προϊόν εξαπάτησης, προϋποθέτει, εκ μέρους των οργάνων της εφεσίβλητης "TENET τουλάχιστον την άσκηση μιας γενικής εποπτείας στον Χ.

Α., το μόνο πρόσωπο που διέθετε επί του έργου την εξουσία να υπογράφει συγκριτικούς πίνακες επιμέτρησης λογαριασμών, να εκπροσωπεί την εφεσίβλητη εταιρία στην αλληλογραφία της με το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για το έργο καθώς και να υπογράφει και να προβαίνει στην υποβολή ενστάσεων για λογαριασμό και κατ' εντολήν της εφεσίβλητης εταιρίας.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο VIII μείζονα σκέψη, υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ του (πρώτου εναγόμενου) Χ. Α. και της εφεσίβλητης (και δεύτερης εναγόμενης) "TENET Α.Ε." και η προστήσασα "TENET Α.Ε." ευθύνεται για τη ζημία που ο προστηθείς Χ. Α. προξένησε στο τρίτο εκκαλούν (και ενάγον) Ελληνικό Δημόσιο παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Κατ' ακολουθίαν η εκκαλουμένη που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σχέσης πρόστησης και απέρριψε την από 15-12-2008 με αριθμό κατάθεσης ...-2008 αγωγή του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ως προς την εφεσίβλητη και δεύτερη εναγόμενη "TENET Α.Ε." έσφαλε.

Πρέπει επομένως, να γίνει δεκτή η από 17-12-2015 με αριθμό κατάθεσης 7778/21-12-2015 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον μοναδικό σχετικό λόγο της, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και δεύτερη εναγόμενη "TENET Α.Ε." και κατά το μέρος που απέρριψε την από 15-12-2008 με αριθμό κατάθεσης ...- 2008 αγωγή του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτής.

Συνακόλουθα η υπόθεση θα κρατηθεί στο Δικαστήριο αυτό και θα ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ.) η εκ των άρθρων 914 και 922 Α.Κ. ένδικη αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη "TENET Α.Ε.". Η δεύτερη εναγόμενη "TENET Α.Ε." με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 14-3-2013 προτάσεις της και με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, προέβαλε, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής, την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντας κατ' άρθρο 937 παρ. 1 Α.Κ., η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής (22-12-2008).

Την σχετική ένσταση επαναφέρει με τις ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου από 30-11-2017 προτάσεις. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο IX μείζονα σκέψη εφαρμοστέα επί της προστήσασας τυγχάνει η παράγραφος 1 του άρθρου 937 Α.Κ. στην οποία προβλέπεται η πενταετής παραγραφή, και όχι η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου που προβλέπει επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής για το φυσικό πρόσωπο (προστήσαντα Χ.

Α.) λόγω της ποινικά κολάσιμης πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση η πενταετής παραγραφή της ως άνω αξίωσης του ενάγοντος και εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου άρχισε από την επομένη της ημέρας του χρονικού σημείου κατά το οποίο εκδόθηκε το Πόρισμα της Τριμελούς Επιτροπής, ήτοι από 31-3-1995 (το Πόρισμα εκδόθηκε 30-3-1995), οπότε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ήταν δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωσή του, εφόσον από τότε γνώριζε τους υπαίτιους αλλά και το ύψος της ζημίας του, και συμπληρώθηκε, χωρίς να διακοπεί, την 31-3-2000, ήτοι μόλις πέρασε η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου (άρθρα 240, 241, 242 και 243 Α.Κ., βλ.

για τον υπολογισμό της προθεσμίας Εφ.Πατρ. 156/2008 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή, η οποία κατατέθηκε στις 16-12-2008 (βλ. την ...-2008 έκθεση κατάθεσης), επιδόθηκε στην δεύτερη εναγόμενη "TENET Α.Ε." στις 22-12-2008 (βλ. την ...-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Δ.), ήτοι μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής, πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη η ανωτέρω και νομίμως επαναφερόμενη ένσταση της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης και να απορριφθεί η αγωγή, για το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ χωρίς να την παραβιάσει δεχόμενο ως βάσιμη κατ'ουσίαν την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος για αποζημίωση λόγω ζημίας του, ποσού 5.483.311,20 ευρώ, αφού η αναιρεσίβλητη (υπό εκκαθάριση) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "TENET Α.Ε.

Τεχνική Εργοληπτική Ναυτιλιακή Εμπορική Τουριστική Α.Ε." ενάγεται ως αστικώς υπεύθυνη προς αποζημίωση για την αξιόποινη πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα του προστηθέντος από αυτήν Χ. Α. και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ισχύει για αυτή η πενταετής κατ'άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ παραγραφή και δεν προβλέπεται επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής που ισχύει μόνο για το φυσικό πρόσωπο (Χ.

Α.) λόγω της ποινικά κολάσιμης πράξης. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 937 ΑΚ περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής της ως άνω αξίωσης για αποζημίωση σε είκοσι άλλως σε δεκαπέντε έτη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος διότι η αναιρεσίβλητη εξαιτίας της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2536/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ