Legislator Case Law & Legislation
1682/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to vague loss of profit claim lacking specific facts.

Case Number 1682/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals filed by both parties against the First Instance Court's eviction order. The appellant argued that the lower court improperly dismissed her claim for lost profits because it failed to specify the exact circumstances regarding potential tenants who rejected the property due to damages caused by the defendant. The Court agreed, ruling that the First Instance Court's decision was arbitrary and inadmissible for vagueness. Consequently, the appeal was accepted, the eviction order was annulled, and the case was remanded for retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the inadmissibility of a claim due to vagueness is admissible only if the specific facts omitted by the lower court are clearly alleged; failure to specify the circumstances determining the expectation of profit renders the claim inadmissible, necessitating the annulment of the decision and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
inadmissibility due to vagueness loss of profit claim eviction order annulment remittal for retrial unspecified circumstances Code of Civil Procedure arbitrary decision

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 240/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1682 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1682/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Λαμπροπούλου - Δημητριάδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σαφαρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2014 αγωγή της Δ. συζ. Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 944/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2195/2018 μη οριστική και 6077/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 19-6-2021 αίτησή της και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 17-6-2021 αίτησή της. .

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 17-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 619/18-06-2021) αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Φ....." και β) 19-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 630/22-06-2021) αίτηση της Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Δ. Μ., για αναίρεση της 6077/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 2 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας". Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, όταν δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το μη νόμιμο της σύνθεσης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 240/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου, άρθρου 1 του Ν 4335/2015, "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης...", ενώ με την παρ. 3 του άρθρου 254 ορίζεται, ότι "η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο".

Η μνεία στα πρακτικά ή την απόφαση περί του ως άνω κωλύματος αποδεικνύει την ύπαρξη τούτου, ενώ η τυχόν από παραδρομή παράλειψή της δεν αρκεί για τη θεμελίωση της σχετικής πλημμέλειας, που καθιστά μη νόμιμη τη συγκρότηση της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 20/2022). Με τον τέταρτο λόγο της από 17-06-2021 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "Φ...." αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή μετά την έκδοση της 2195/2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που συγκροτήθηκε από το Δικαστή Αθανάσιο Τσουλό, Εφέτη, και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, η από 13-12-2016 έφεση της αναιρεσείουσας συζητήθηκε εκ νέου στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Ορφανίδη, Εφέτη, και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση "χωρίς να αναφέρεται σ' αυτήν ο λόγος για τη μη συμμετοχή του Εφέτη Αθανάσιου Τσουλού στη σύνθεση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως θα έπρεπε, προκειμένου το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, να έχει νόμιμη σύνθεση".

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται να εκθέσει, ότι στην προσβαλλόμενη δεν αναφέρεται, ότι συνέτρεχε εξαιρετικός λόγος (φυσικός ή νομικός) για τη διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, χωρίς να επικαλείται, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε, πράγματι, στο πρόσωπο του Δικαστή, που εξέδωσε τη μη οριστική απόφαση, νομικός ή φυσικός λόγος, συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή του στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την οριστική τοιαύτη, ώστε να στοιχειοθετείται μη νόμιμη συγκρότηση τούτου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 1.1.2016 ένδικα μέσα σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού.

Έτσι, ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει με την έφεσή του οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η πρότασή της ενώπιον του εφετείου εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του ανωτέρω άρθρου, ακόμη και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απορρίφθηκαν ως αόριστοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/1995), προκύπτει ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση.

Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008). Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη, που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει, αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ' άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι ενδοτικού δικαίου. Επί αγωγής του εκμισθωτή για αποζημίωση λόγω φθορών ή μεταβολών στο μίσθιο πέραν της συμφωνημένης χρήσης, ο μισθωτής για να απαλλαγεί πρέπει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και να αποδείξει ότι οι φθορές και οι μεταβολές αυτές οποίο δεν υπέχει ευθύνη ή σε ανώτερη βία (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 529/2019, ΑΠ 681/2015).

Συμφωνημένη χρήση είναι αυτή που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες των μερών στους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μισθίου, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 397/2020, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 499/2015). Άλλωστε, από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό προς το άρθρο 330 του ΑΚ, προκύπτει, ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί.

Έτσι, ο μισθωτής έχει υποχρέωση αφενός μεν να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, αφετέρου δε να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Διαφορετικά, ο μισθωτής υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία, που υφίσταται ο εκμισθωτής από τις αυθαίρετες μεταβολές του μισθίου και τις ανεπίτρεπτες πέραν της συνήθους χρήσης φθορές του (ΑΠ 938/2018, ΑΠ 1413/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα μισθώτρια με τον πρώτο λόγο της από 17-06-2021 αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονούμενη ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προταθέντες με τον 3ο λόγο της από 13-12-2016 έφεσής της, καταλυτικοί της αγωγής ισχυρισμοί της (οι οποίοι είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως απαράδεκτοι λόγω προβολής τους το πρώτον με τις πρωτόδικες προτάσεις της) για το ότι α) η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια είχε συναινέσει σε όλες τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν στο μίσθιο και ότι β) οι όποιες μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν καθ' υπέρβαση της συμφωνημένης χρήσης του, τους οποίους παραδεκτά πρότεινε στην κατ' έφεση δίκη, διότι αποδεικνύονταν εγγράφως και είχαν συνομολογηθεί από την αναιρεσίβλητη, παραθέτοντας τα αποδεικτικά των ισχυρισμών της έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί με το σχετικό λόγο έφεσης, επικαλούμενη από παραδρομή τη διάταξη της περ. 5 αντί της ορθής 6 του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1, άρθρ.

τρίτο του Ν 4335/2015. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της έφεσης με την αιτιολογία ότι "οι ανωτέρω ενστάσεις απαραδέκτως προτείνονται και στην κατ' έφεση δίκη, διότι, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο, που ίσχυε κατά τη δημοσίευση της πρωτοδίκου αποφάσεως, αφετέρου δεν προέκυψαν μεταγενεστέρως, ως απαιτεί το άρθρο 527 αρ. 5 του ΚΠολΔ.

Ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.". Εντούτοις, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε με τον 3ο λόγο της έφεσής της ότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί της προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα (αρ. 5 άρθρου 559), αλλά (ισχυρίσθηκε) ότι αποδεικνύονται εγγράφως και έχουν συνομολογηθεί από την αντίδικό του (αρ. 6 άρθρου 559 του ΚΠολΔ), την τυχόν δε συνδρομή της τελευταίας αυτής περίπτωσης δεν ερεύνησε το Εφετείο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το βάσιμο πρώτο λόγο της αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του 2ου λόγου της αναίρεσης, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός. Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά τους. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 681/2021).

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 339 του ΚΠολΔ, ενώ οι κατ' άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της αποφάσεως περί λήψεως υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8,12/2005).

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1294/2014). Η αναιρεσείουσα της από 17.06.2021 αίτησης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση από την ίδια από 13-01-2020 με αριθμό ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Πολιτικού Μηχανικού Γ. Ε., η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την 2195/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), το Εφετείο αναφερόμενο στα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη, εξέθεσε τα εξής: "Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, ελήφθησαν υπόψιν έκαστο και εκάστη εξ αυτών, κατά τον λόγο γνώσεως και τον βαθμό αξιοπιστίας, τόσον αυτοτελώς, όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα υπό των διαδίκων συνομολογούμενα [άρθρο 261 ΚΠολΔ], απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Ακολούθως, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ουδόλως αναφέρθηκε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτός από το τέλος του σκεπτικού, όπου παρέθεσε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, βάσει της υπ' αριθμ. 2195/2018 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, συντάχθηκε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης από τη Γ. Ε., Διπλωματούχο Πολιτικό Μηχανικό Ε.Μ.Π.

Τεχνικοί Σύμβουλοι διορίσθηκαν από πλευράς εφεσιβλήτου o Πολιτικός Μηχανικός Ν. Τ. και από πλευράς εκκαλούσας ο Αρχιτέκτονας Π. Π.. Η εκκαλούσα ουδόλως τοποθετείται ως προς την εν λόγω έκθεση ουδεμία μνεία υπάρχει επ' αυτής ούτε με λόγο εφέσεως, ούτε με τις προτάσεις της, ούτε με την προσθήκη-αντίκρουση.

Συνεπώς, η εκκαλούσα ουδέν αίτημα εγείρει σε σχέση με την ανωτέρω έκθεση, ενώ, προσκομίζει την έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου αυτής [βλ. σχετικό 63], την οποίαν, ωστόσο, δεν επικαλείται και η οποία σε κάθε περίπτωση αντιπαρατίθεται αποκλειστικώς και μόνο προς την τεχνική έκθεση του Π. Τ. σε τεχνικό επίπεδο και όχι δαπάνης αποκαταστάσεως φθορών-μεταβολών, την οποίαν έκθεση ο εν λόγω Πολιτικός Μηχανικός είχε συντάξει κατόπιν αναθέσεως από πλευράς ενάγουσας-εφεσιβλήτου, προκειμένου να διαπιστώσει αυτή επακριβώς τις φθορές-μεταβολές στο επίδικο ακίνητο και την δαπάνη αποκαταστάσεως των φθορών-μεταβολών".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, απορρίπτοντας αυτήν κατά τα λοιπά, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την αγωγική αξίωση καταβολής διαφυγόντος κέρδους, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς την ίδια αξίωση και απέρριψε ως προς το κεφάλαιο αυτό την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Με βάση τα προεκτιθέμενα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμπεριέλαβε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει, ότι έλαβε υπόψη για την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης της Γ. Ε., Διπλωματούχου Πολιτικού Μηχανικού, η διενέργεια της οποίας διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 2195/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επίσης, το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης ως ληφθέν υπόψη ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης. Η μόνη μνεία στην προσβαλλόμενη σχετικά με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται στο ότι "η εκκαλούσα ουδόλως τοποθετείται ως προς την εν λόγω έκθεση...ουδέν αίτημα εγείρει σε σχέση με την ανωτέρω έκθεση...", χωρίς όμως και πάλι να διαλαμβάνει οποιαδήποτε κρίση ούτε σχετικά με την αξιοπιστία αυτής (πραγματογνωμοσύνης), ούτε σε σύγκριση με τις τεχνικές εκθέσεις των διαδίκων.

Ενόψει τούτων, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών αυτής δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και αδιστάκτως βέβαιο ότι η από 13-01-2020 με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Πολιτικού Μηχανικού Γ. Ε. λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την ύπαρξη φθορών και μεταβολών στο μίσθιο ακίνητο κατά την απόδοσή του στην εκμισθώτρια και τα απαιτούμενα ποσά για την αποκατάστασή τους και ο τρίτος λόγος της από 17.06.2021 αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 298 του ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 εδάφ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/2014).

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μίσθωσης ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, αρκεί να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται, ότι το μίσθιο θα μπορούσε να εκμισθωθεί σε συγκεκριμένο τρίτο εκμισθωτή, ο οποίος θα έκανε πρόταση και θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για τη μίσθωσή του (ΑΠ 935/2014, ΑΠ 1062/2008, σχετ.

ΑΠ 419/2018, ΑΠ 979/2014). Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, γιατί ανάγεται στην προδικασία και συνεπώς δεν απαιτείται για την έρευνα αυτής ισχυρισμός του εναγομένου και αίτημα αυτού για απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1138/2014).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017).

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013).

Τέλος, η προβολή από τον εναγόμενο της αοριστίας της αγωγής με λόγο έφεσης για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό απαράδεκτο, αφού αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 527 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 786/2007). Η αναιρεσείουσα της από 19-06-2021 αίτησης Δ. Π.

με τους τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, και έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός της ενώπιον του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια απαραδέκτως πρότεινε την ένσταση αοριστίας της αγωγής, ως προς την αξίωση των διαφυγόντων κερδών, το πρώτον με την έφεσή της, και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της και τον απέρριψε σιγή, καθόσον πέραν του ότι η ένσταση αοριστίας προτείνεται παραδεκτώς για πρώτη φορά ενώπιόν του κατ' άρθρο 527 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ, ως ισχυρισμός λαμβανόμενος υπόψη αυτεπαγγέλτως, στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με προφορική δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όπως παραδεκτά επισκοπούνται, είχε προτείνει την ένσταση αοριστίας της ανωτέρω αξίωσης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 24-06-2014 αγωγής, προκύπτει, ότι η ενάγουσα εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα της από 19-06-2021 αίτησης αναίρεσης εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της ως προς την αξίωση διαφυγόντων κερδών κατά το έτος 2014, τα εξής: Ότι οι εκτεταμένες φθορές και μεταβολές (συνολικού ύψους 103.640 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%), που αντισυμβατικά, υπαίτια και παράνομα προκάλεσε η εναγομένη μισθώτρια στο μίσθιο ακίνητο (διώροφη οικοδομή με υπόγειο στην … και επί της οδού ..., αποτελούμενη από ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 90 τ.μ., με πατάρι και υπόγειο χώρο, πρώτο όροφο, εμβαδού 105 τ.μ., αποτελούμενο από 4 δωμάτια, διάδρομο, κουζίνα και λουτρό και από 2 μικρά δωμάτια στο δώμα με WC) και αρνείται να τις αποκαταστήσει, είχαν ως αποτέλεσμα αφενός να επιδεινωθεί, ιδίως λόγω της επέλευσης του χειμώνα και των βροχοπτώσεων, η όλη κατάσταση της υγρασίας και της φθοράς του οπλισμού της πλάκας α' ορόφου, αφετέρου να μη δύναται να εκμισθώσει εκ νέου το ακίνητό της, παρά τις προσπάθειές της, διότι κανένας δεν θέλει να το αναλάβει στην κατάσταση, που της το παρέδωσε η εναγομένη.

Ότι το ακίνητο αυτό μετά βεβαιότητας θα της απέδιδε μηνιαίο μίσθωμα ίσο τουλάχιστον με το τελευταίο μίσθωμα, που της κατέβαλλε η μισθώτρια μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και για το λόγο αυτό οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση για τα απωλεσθέντα μισθώματα του από 01-01-2014 έως 30-06-2014 χρονικού διαστήματος το ποσό των 4.632 ευρώ.

Ότι είναι βέβαιο ότι ούτε στο επόμενο εξάμηνο από την κατάθεση της αγωγής θα μπορέσει να ολοκληρώσει την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, που είναι χρονοβόρα και πολυδάπανη για τις δικές της οικονομικές δυνάμεις, ενώ δεν δύναται λόγω της κατάστασης της υγείας της και της ηλικίας της (είναι 90 ετών, με σοβαρά προβλήματα υγείας και από δεκαετιών αδυναμία κινητικότητας λόγω πολιομυελίτιδας) να επιμεληθεί αυτοπροσώπως, και επειδή η εναγομένη είναι βέβαιο, ότι θα αρνηθεί οποιαδήποτε καταβολή, ζητεί αποζημίωση και για τα μισθώματα που μετά βεβαιότητας, για τους παραπάνω λόγους, θα της απέδιδε το μίσθιο για το χρονικό διάστημα από 01-07-2014 έως 31-12-2014, ποσού 4.632 ευρώ.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος είναι πλήρως ορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, καθόσον περιέχει, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το ύψος της προκληθείσας, υπό τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους, ζημίας, η οποία συνίσταται στην, από την ύπαρξη των αναφερόμενων φθορών και μεταβολών στο μίσθιο ακίνητο, που το καθιστούσαν ακατάλληλο για την προορισμένη χρήση και εκμετάλλευσή του, ματαίωση της μίσθωσής του και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ανέρχονταν στο ως άνω ποσό που προσδιορίζει κατά μήνα, χρονικό διάστημα και στο σύνολό του.

Κατά τα λοιπά, δεν ήταν αναγκαίο να προβαίνει σε μνεία συγκεκριμένων υποψηφίων μισθωτών, οι οποίοι, αφού επισκέφθηκαν το επίδικο ακίνητο, αποφάσισαν να μην το μισθώσουν λόγω των φθορών και μεταβολών, που είχε επιφέρει κατά την ενάγουσα η εναγομένη, ούτε να εκθέτει για ποια χρήση ενδιαφέρονταν συγκεκριμένα πρόσωπα να μισθώσουν το επίδικο ακίνητο.

Ωστόσο, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, έκρινε αόριστη και απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία, ότι δεν εκθέτει σαφώς τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία του κέρδους, καθώς δεν προβαίνει σε μνεία συγκεκριμένων υποψηφίων μισθωτών, οι οποίοι, αφού επισκέφθηκαν το επίδικο ακίνητο, αποφάσισαν να μην το μισθώσουν λόγω των φθορών και μεταβολών, που είχε επιφέρει κατά την ενάγουσα η εναγομένη, καθώς και ποια ήταν η προορισμένη χρήση, για ποιον δηλαδή λόγο ενδιαφέρονταν συγκεκριμένα πρόσωπα να μισθώσουν το επίδικο ακίνητο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και είναι συνεπώς βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της από 19-06-2021 αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας εκμισθώτριας, οι οποίοι εκτιμώνται ορθά και κατά τρόπο ενιαίο ο κάθε λόγος ως προς το σύνολο των μερικότερων αιτιάσεων ως λόγοι από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί.

Μετά από αυτά, αφού γίνουν δεκτές oι από 17-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 619/18-06-2021) και 19-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 630/22-06-2021) αιτήσεις αναίρεσης, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερομένων λόγων τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, σε αυτές (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής κατά ίσα μέρη νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει: 1) την από 17-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 619/18-06-2021) αίτηση της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "Φ...." και 2) την από 19-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 22-06-2021) αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Δ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6077/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται τις αιτήσεις αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6077/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες και των δύο αναιρέσεων των παραβόλων, που έχουν καταθέσει. Και Συμψηφίζει, στο σύνολό της, τη δικαστική δαπάνη της δίκης για τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ