Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds lacking specific factual allegations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Plea Court decision, ruling it inadmissible. The appellant argued for specific legal errors but failed to provide concrete facts or pinpoint exact sections of the lower court's reasoning. The court held that vague citations without detailed factual support do not satisfy the statutory requirements for a valid appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 148 to 153, 473 para. 2, 474 para. 2, 476 para. 1, 509 para. 1 and 510 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to contain specific and determined grounds of appeal as required by law, particularly when merely copying statutory definitions without identifying the specific factual or logical deficiencies in the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1682 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1682/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεράκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 1//7.3.2019 αίτησή του, καθώς και στους 2.9.2019 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 412/2019.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/7.3.2019 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 28/18.1.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως ( καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 25.2.2019 ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ. 1 και 510 του νυν ισχύοντος ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 512 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως , χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια , δεν αρκεί.
Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η απολογία , να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής , σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση , ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία , αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της , ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/ 2002, ΟλΑΠ 19/2001).
Ωσαύτως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Ε' ΚΠΔ της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απαιτείται να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, η μορφή της παραβίασης και το περιεχόμενο των νομικών πλημμελειών της απόφασης, αντιστοίχως.
Δηλαδή εάν προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία, πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια που αποδόθηκε στη διάταξη κατά την ερμηνεία της από το δικαστήριο ή, εάν προβάλλεται εσφαλμένη υπαγωγή, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη.
Σε περίπτωση δε που προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης εκ πλαγίου και έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να προσδιορίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης , εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόστηκε και προβλέπει την αξιόποινη πράξη, για την οποία υπήρξε καταδίκη ή παραπομπή.
Εξ άλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την άσκηση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Αν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων περιπτώσεων και γιατί δεν περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό και ορισμένο λόγο, είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των απαραδέκτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Όταν η αίτηση είναι απαράδεκτη, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατ' άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως, γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αίτηση για αναίρεση. Παραδεκτή συμπλήρωση με παραπομπή σε λόγους αναίρεσης, που περιέχονται σε άλλο έγγραφο, υπάρχει μόνο όταν η έκθεση αναίρεσης περεχεί ρητή αναφορά στο σχετικό έγγραφο, που είναι προσαρτημένο σ' αυτή και φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος ή του πληρεξουσίου συνηγόρου του και του αρμόδιου υπαλλήλου, οπότε αυτό συναποτελεί με την έκθεση αναίρεσης αναπόσπαστο και ενιαίο ολικό κείμενο αναιρετικών λόγων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. ( ΑΠ 1495 / 2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 28/2019 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, κατ' έφεση δικάζον, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα πλαστογραφίας ( νόθευσης ) με χρήση και απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών.
Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία διαλαμβάνει, επί λέξει τα εξής: ". .. αναιρεσιβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου με αριθμ. 28/18.1.2019 . . . 1.Για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά τον νόμο αιτιολογίας και κατά το Σύνταγμα , καθόσον δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θεμελιώθηκε η καταδίκη του.
2.για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 339 ΠΚ. Διότι δεν έλαβε υπόψιν τους αυτοτελείς μου ισχυρισμούς κατ' άρθρ. 141 παρ.2 ΚΠΔ και ειδικότερα: "Απάτη επί Δικαστηρίω - Αιτιώδης συνάφεια- Συκοφαντική δυσφήμιση - Τρίτος - Δικαστικοί Λειτουργοί -. Μόνη η προβολή αναληθούς ισχυρισμού - που μπορεί να γίνει και με το εισαγωγικό ακόμη δικόγραφο - δεν συνιστά αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίω. Η επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικών μέσων, προς απόδειξη των ισχυρισμών του διαδίκου, κρίνεται υπό τους όρους της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα σε αυτή τη δικονομική συμπεριφορά και τη θεωρούμενη ως διαθετική πράξη δικαστική απόφαση. Δεν είναι τρίτος εκείνος, ο οποίος λαμβάνει γνώση συκοφαντικών ισχυρισμών εκ λόγων καθήκοντος - όπως οι δικαστικοί λειτουργοί, οι δικαστικοί υπάλληλοι και οι δικαστικοί επιμελητές. Εν μέρει απόρριψη της υποβληθείσας έγκλησης ως νόμω αστήρικτης και προφανώς αβάσιμης στην ουσία της". Βλ. 201/2017 διάταξη Εισ. Πρωτ. Αθηνών. "Στοιχειοθέτηση αδικήματος απάτης επί δικαστηρίω, Παραβίαση καθήκοντος αλήθειας, Ψευδής βεβαίωση". Απορρίπτεται η κρινόμενη έγκληση σε βάρος των εγκαλουμένων για τα αδικήματα της απάτης επί δικαστηρίω από κοινού και της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού.
Εν προκειμένω, η πρώτη κατηγορία είναι προδήλως νομικά αβάσιμη, καθώς για την κατάφαση της απάτης στο δικαστήριο δεν αρκεί η παραβίαση του καθήκοντος αλήθειας, που θεσμοθετείται στον χώρο της πολιτικής δίκης με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, αλλά απαιτείται η υλική προσκομιδή απατηλών αποδεικτικών μέσων ενώπιον του δικαστή, κάτι το οποίο δεν έγινε στην εδώ κρινόμενη υπόθεση.
Αλλά, ακόμη και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, και πάλι δεν μπορεί να θεμελιωθεί το εν λόγω αδίκημα, αφού με την εκδοθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δεν προκλήθηκε περιουσιακή βλάβη στον εγκαλούντα ή σε οποιονδήποτε άλλον με αντίστοιχο πορισμό οφέλους στους εγκαλουμένους ή σε κάποιον τρίτον.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο πρώτος εγκαλούμενος ως εκδότης του επίμαχου εγγράφου βεβαιώνει ενδεχομένως σε αυτό ψευδή γεγονότα είναι ποινικά διάφορο, αφού η διανοητική πλαστογραφία (ψευδής βεβαίωση) προϋποθέτει την ύπαρξη δημοσίου και μόνο εγγράφου". Βλ. Διατ.Εισ.Πρ.Θεσ. 149/2016". Όμως, με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ και Ε του ΚΠοινΔ, είναι αόριστοι, καθ' όσον αποτελούν απλώς αντιγραφή της έννοιας της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως , όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία και δεν προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος, σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικές πλημμέλειες και αιτιάσεις, ποιες οι ασάφειες, ποιες οι ελλείψεις, τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις της αιτιολογίας της και σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης οι ως άνω πλημμέλειες αναφέρονται, παρά μόνο γίνεται επίκληση Εισαγγελικών Διατάξεων.
Επομένως, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση είναι αόριστοι και απαράδεκτοι, με συνέπεια να μη περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κανένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί (άρθρ. 476 και 512 Κ.Ποιν.Δ.).
Κατ' ακολουθίαν δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με το από 2.9.2019 δικόγραφο προσθέτων λόγων, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 548 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό, με απούσα την, νομίμως κλητευθείσα (βλ.
από 21.3.2019 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ειρηνοδικείου Αχαρνών Α. Λ.) υποστηρίζουσα την κατηγορία Ε. Κ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/7.3.2019 αίτηση του Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... μετά των από 2.9.2019 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 28/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ