Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on public access to private property due to inadmissible substantive arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn a first-instance judgment regarding access to a private estate. The appellants argued that the lower court violated their constitutional rights and failed to apply common sense, but the court ruled these were inadmissible attacks on the substance of the case. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if it attacks the substance of the case or relies on arguments that were already rejected in previous proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1682 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1682/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Ρ. συζ. Χ. Φ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κωνσταντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ν. του Δ., κατοίκου ... και 2. Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης που λειτουργεί με την επωνυμία "Δήμος Κυθήρων", που εδρεύει στα Κύθηρα Κυθήρων και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κουνιάκη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καλλίγερο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή και την από 17-7-2007 πρόσθετη παρέμβασή του των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κυθήρων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6001/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 30-11-12 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, για υπόθεση προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει προσθέτως ο δεύτερος τούτων Δήμος, η οποία (προσβολή), συνίστατο στην από μέρους των ήδη αναιρεσειόντων παρεμπόδιση της διέλευσής του από κοινόχρηστο οδό.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. που αφορά τους λόγους αναίρεσης σε αποφάσεις Ειρηνοδικείου, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αφορά μόνο την ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι την εκ πλαγίου (ΑΠ 470/2007), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνο (ΑΠ 10/2011).
Επιτρέπεται, ακόμη, αναίρεση, αν το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ'αυτούς, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 36/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά (ΑΠ 639/2001). Ακόμη, είναι ανάγκη να προσδιορίζεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνος δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Οι διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ. 1 ΑΝ, εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 55 του Εισαγ.Ν.ΑΚ, για να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος, ως εκτός συναλλαγής, ή κοινοχρήστου. Μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιαιρέτως, άρα και οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος: α) από το νόμο, δηλαδή με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, που πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία, όμως, παραίτηση, πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παρ.2 πανδ. 43.7), και, σύμφωνα με την οποία, η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει στο ακίνητο, την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην πιο πάνω χρήση, υπήρξε συνεχής για δύο γενεές, η καθεμιά των οπίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (25-2-1946), ενόψει του ότι ο κώδικας αυτός, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.α' ΑΚ, όποιος προσβάλλεται, παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Προϋπόθεση της παρεχόμενης, εδώ, προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφρασή της.
Τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού (ΑΠ 800/2006). Προκειμένου, άρα, να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, αγωγή, η οποία βασίζεται στην ιδιότητα του πράγματος, ως κοινόχρηστου, πρέπει να καθορίζονται στην απόφαση, όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα, κατά νόμο, δηλαδή κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, που προαναφέρθηκαν, για την εφαρμογή του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας. 'Αρα, πρέπει να αναφέρεται, πως το πράγμα είναι κοινόχρηστο, τούτο έγινε λόγω της κοινής χρήσης του από δύο συνεχείς γενεές, αλλά και ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση είχε συμπληρωθεί, κατά τον πιο πάνω χρόνο εισαγωγής του Α.Κ. (ΑΠ 98/2010).
Όταν ένας χώρος προσέλαβε το πρώτον, την ιδιότητα του κοινόχρηστου, μετά από χαρακτηρισμό του από το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο, αν ο χώρος αυτός ανήκει, κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας, σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας αποκτάται, από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δηλαδή, από την καταβολή του, δικαστικά οριζόμενου, ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους ή την κατάθεση αυτού υπέρ των δικαιούχων, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Σε περίπτωση, όμως, που ο χώρος, ο οποίος καθίσταται, με το ρυμοτομικό σχέδιο, για πρώτη φορά, κοινόχρηστος, ανήκει, κατά κυριότητα, στο Δημόσιο, δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και συντελεσής της, για την πρόσδοση της κοινοχρησίας. Κι'αυτό, γιατί, από το χαρακτηρισμό του χώρου, ως κοινοχρήστου, με το ρυμοτομικό σχέδιο, προσδίδεται, αυτόματα, και, χωρίς άλλο, σ'αυτόν ο κοινόχρηστος χαρακτήρας (ΑΠ 310/01).
Κοινής δε χρήσης είναι τα πράγματα, τα οποία έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι, κατ'ανάγκην, απεριόριστος αριθμός προσώπων (ΑΠ 1046/2003).
Στην παρούσα περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έφεση, κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Κυθήρων, δέχτηκε, τα ακόλουθα: <<... Στη Χώρα Κυθήρων και εντός του πολεοδομικού της ιστού, συνηθιζόταν η κατασκευή στοών, οι οποίες επέτρεπαν τη διέλευση πεζών ή υποζυγίων, κάτω από σκεπαστή καμάρα.
Το ακίνητο εκατέρωθεν της στοάς (η οποία ονομάζονταν εμβασία, ή σκαλετιέρα, ή καμάρα, ή διαβατικό) ανήκε στον ιδιοκτήτη της οικίας, απλώς, αυτός κατασκεύαζε πάνω από την διάβαση μία στοά και επεξέτεινε την κατοικία του και πάνω από τον κοινόχρηστο χώρο. Τούτο, διότι, το έδαφος της στοάς αποτελούσε συνέχεια του δρόμου και επέτρεπε την διάβαση, ως εάν επρόκειτο περί οδού.
Το κοινόχρηστο των στοών αυτών, παλαιότερα, δεν αμφισβητείτο. Η ιδιότητα τους, ως κοινοχρήστου, μάλιστα, ενσωματώθηκε στην κείμενη νομοθεσία, διότι, στο άρθρο 2 παρ. 42 του ΓΟΚ, ορίζεται ότι προβλέπεται υπό την ονομασία " παρόδια στοά ", ενώ αυτό επαναλήφθηκε και στον ν. 2831/2000. Το γεγονός δε ότι, κατά τη μεταβίβαση των εκατέρωθεν της στοάς ακινήτων, οι συμβαλλόμενοι δήλωναν τις στοές, ως μέρος του συνόλου ακινήτου, στερείται εννόμου επιρροής, κατά τον κανόνα "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος".
Στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο, το οποίο είναι μία σκαλετιέρα, που βρίσκεται στη θέση "..." της Χώρας Κυθήρων, συνδέουσα την οδό ... με την οδό ..., εν μέρει ανοικτή- υπαίθρια, σε απόσταση ολίγων μέτρων από τη σύνδεση της τον οδό ..., και εν μέρει, και κατά το μεγαλύτερο τμήμα της, σκεπαστή, έως τη σύνδεση της με την οδό ..., ύπερθεν του σκεπαστού τμήματος της οποίας, υπάρχει ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, φέρει μορφή στοάς και αποδείχθηκε ότι αποτελεί, πράγματι, στοά, κοινόχρηστη από αμνημονεύτων ετών, η οποία επέτρεπε στους κατοίκους του οικισμού να διέρχονται δι'αυτής, ακωλύτως, κατά ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους.
Τούτα, διαπιστώθηκε και αποτυπώθηκε στο προεδρικό διάταγμα της 14-10-2002 περί εγκρίσεως του τοπογραφικού διαγράμματος της Χώρας - Καψάλι του Οικισμού Κυθήρων, στο οποίο η καμάρα χαρακτηρίστηκε, ως στοά, και, κατά τη διαδικασία συντάξεως του εν λόγω τοπογραφικού, οι εναγόμενοι, έχοντας λάβει γνώση αυτού, καθώς ο πρώτος, τουλάχιστον, τούτων, φέρεται ως μόνιμος κάτοικος Κυθήρων, ουδεμία προέβαλαν αντίρρηση, παρά μόνον, μεταγενέστερα, εκπροθέσμως, και δη μετά την πάροδο δύο, περίπου, ετών, με την από 8-6-2004 εξώδικη δήλωση τους, κοινοποιούμενη στο Δήμο Κυθήρων, δια της υπ'αριθμ. ... /2004 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
Τούτο αποτυπώθηκε, επίσης, και σε άλλα δημόσια έγγραφα, όπως στα υπ'αριθμ. πρωτ. 3545/2004, 42822/2003 και 6084/2004 σχετικά έγγραφα της Πολεοδομίας Πειραιώς, όπου αυτό, ρητώς, χαρακτηρίζεται ως στοά, και, κυρίως, στο υπ' αριθμ. πρωτ. 167/2004 έγγραφο της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου το επίδικο αναφέρεται ως στοά, με τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά όμοια με εκείνα των υπόλοιπων διαβατικών της Χώρας, όπως το διαβατικό Νικηφοράκη, στην είσοδο του οικισμού Βούργου και Μέσα Βούργου, και το διαβατικό Κασιμάτη, σε απόσταση 200 μέτρων από το αντίστοιχο στην οικία Σάμιου, καθώς και ότι έχουν γίνει πρόσφατες επεμβάσεις, ώστε να αμβλυνθεί και αποκλειστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της, αφού, κατά τα σε αυτό διαλαμβανόμενα, οι εναγόμενοι προέβησαν στην τοποθέτηση δύο μεταλλικών θυρών στις από βορρά και νότο εισόδους της ένδικης στοάς, στοιχείο που δεν υπήρχε σε φωτογραφική αποτύπωση της περιοχής (χρονολογία λήψεως 1982) από την ως άνω εφορία, αναφορικά με τη νότια θύρα (προς την οδό ...), για τη στήριξη της οποίας, έκτισαν χαμηλό τοίχο, που φέρει κιγκλίδωμα, ενώ, σχετικά με τη βόρεια θύρα, από την επιτόπια έρευνα αρχαιολόγου και αρχιτέκτονα - μηχανικού της, διαπιστώθηκαν πρόσφατες εργασίες τομής στον πωρόλιθο, στα σημεία επαφής με τους άξονες περιστροφής της θύρας.
Πέραν των ανωτέρω όμως, το κοινόχρηστο της στοάς αποδεικνύεται και από τις ... Η ως άνω κρίση περί της παλαιόθεν ελευθέρας διελεύσεως δια της ως άνω στοάς και του συνακόλουθου κοινοχρήστου χαρακτήρα της επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1017/3-4-2008 έγγραφο της 1ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η ως άνω ιδιοκτησία των εναγομένων, που αποτελεί πολύ σημαντικό κτίριο, γνωστό ως το σπίτι του Π., από δημοσίευση στο τεύχος Κύθηρα, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1983, σελ. 264, βρίσκεται σε χαρακτηριστικό σημείο, όπου υπήρχε η μοναδική από νότο είσοδος στον οικισμό (οδός ...).
Ενισχύεται ακόμα και από το γεγονός ότι στην από του έτους 1983 κινηθείσα διαδικασία κτηματογραφήσεως του οικισμού των Κυθήρων που εκπονήθηκε από το τεχνικό γραφείο Ν. Γ., κατόπιν σχετικής εντολής της τότε Κοινότητας Κυθήρων, που προηγήθηκε της καταρτίσεως και εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού, η ιδιοκτησία των εναγομένων κτηματογραφήθηκε υπό τον κτηματογραφικό αριθμό ..., ως ιδιοκτησία Σ.
Ε., δηλαδή της δικαιοπαρόχου τους, με την ένδειξη, στις παρατηρήσεις ότι από την ιδιοκτησία αυτή "διέρχεται στοά". Τα ανωτέρω δεν δύνανται να αναιρεθούν από τα αντίθετα επ1 αυτού αναφερόμενα στις ως άνω ληφθείσες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, ούτε από τα σχετικά μνημονευόμενα στην από Αύγουστο 2005 ανοικτή επιστολή προς το Δήμαρχο Κυθήρων των σε αυτή υπογραφόντων κατοίκων Κυθήρων, σύμφωνα με τις οποίες η επίδικη στοά ήταν πάντοτε κλειστή, με ξύλινες πόρτες στις δύο εισόδους της, ασφαλισμένες με λουκέτο, καθώς αντικρούονται και από το ανωτέρω, υπ' αριθμ.
πρωτ. 167/2004 έγγραφο της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου αναφέρεται ότι δεν υπήρχε στην είσοδο της στοάς από την οδό ..., τουλάχιστον έως το έτος 1982, σύμφωνα με φωτογραφική αποτύπωση της περιοχής από την ως άνω εφορία, μεταλλική θύρα, ενώ δεν γίνεται λόγος περί υπάρξεως και οποιασδήποτε άλλης, στο εν λόγω σημείο, θύρας, η οποία, άλλωστε, δεν απεικονίζεται στην προσκομιζόμενη αντίστοιχη φωτογραφία.
Ακόμη όμως και εάν γινόταν δεκτή, κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων, η ύπαρξη τοιαύτης, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ξύλινης, στην ως άνω είσοδο της στοάς, θύρας, η εν λόγω θύρα ουδόλως αποδείχθηκε ότι θα είχε τοποθετηθεί πριν το έτος 1957, περίπου, κατά το οποίο, όπως αποδείχθηκε, είχαν τοποθετηθεί και ξύλινες θύρες στην είσοδο της στοάς από την οδό ..., όπως αυτές απεικονίζονται στις σχετικές προσκομιζόμενες από τους εναγομένους φωτογραφίες, από τις οποίες, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται και η ύπαρξη λουκέτου ή κλειδαριάς τους, με αποτέλεσμα ακόμη και η έκτοτε, τυχόν ύπαρξη και προ των δύο εισόδων της στοάς θυρών, αποκλειουσών την ελεύθερη, δια της ως άνω στοάς, διάβαση των τρίτων, ουδεμία επιρροή να ασκεί στον κοινόχρηστο χαρακτήρα της στοάς ταύτης, δεδομένου ότι, από την, προ του έτους 1830, κατασκευή της εν λόγω οικίας των εναγομένων και μέχρι το έτος 1957, η διάβαση από την ως άνω στοά θα ήταν ελεύθερη, ούτως ώστε να έχει καταστεί αυτή κοινόχρηστη, δια του θεσμού της προ αμνημονεύτων ετών αρχαιότητας, με τη διαμορφωμένη τοιαύτη κατάσταση επί 80 συναπτά έτη, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι από 1866 έως 1946, και οι ζώσες, κατά το ως άνω διάστημα, δύο γενεές να μη γνωρίζουν διαφορετική κατάσταση.
Ας σημειωθεί δε ότι η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη καταλήγει σε αντίθετο συμπέρασμα επί τη βάσει της νομικά εσφαλμένης παραδοχής ότι η καμάρα δεν αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα, διότι συνιστά φέρον στοιχείο της οικοδομής των εναγομένων. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι σχετικά πρόσφατα, δηλαδή από το 1972, που η στοά ήταν ελεύθερη, και εντεύθεν, άρχισε να παρεμποδίζεται η διέλευση στην αρχή με απόθεση ξύλων, κατόπιν δε με διάφορα εμπόδια, εν τέλει δε με την τοποθέτηση θυρών και αποκοπή σκαλοπατιών.
Με τον τρόπο αυτό, προσεβλήθη παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας του ενάγοντος, από τον καθένα των εναγομένων, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης...". Συναφώς, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εφήρμοσε, όπως έπρεπε, το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το από 30 Ιουνίου 1901 Βασιλικό Διάταγμα, ως τούτο εξειδικεύεται στο Παράρτημα αυτού, με τον τίτλο "Διάγραμμα διευθετήσεως της Κεντρικής Οδού της πόλεως Κυθήρων κλίμαξ 1:1000", το οποίο ίσχυε, ως ρυμοτομικό σχέδιο, έως το έτος 2002.
Τούτο όμως, αναφέρουν, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα, που στην αρχή της παρούσας αναφέρθηκαν, αόριστα, αφού δεν αρκεί η γενική αναφορά στο Β.Δ., αλλά πρέπει αυτή να συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης αυτού, ή, σε κάθε περίπτωση, σε συγκεκριμένη παράγραφο ή πρόβλεψή του, β) ουδόλως διευκρινίζεται, όπως έπρεπε, πώς συνδέεται η προβαλλομενη μη εφαρμογή του πιο πάνω Β.Δ/.τος, με το, κατά τους αναιρεσείοντες, αποτέλεσμα της ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, 2) υποθετικά, με τη φράση "η διάβαση από την ως άνω στοά θα ήταν ελεύθερη...", γίνεται από το δικαστήριο, η σχετική κρίση.
Όμως: α) αυτό, πράγματι, ανάγεται σε παράβαση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., που δεν εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία (ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), β) σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας με τη χρήση της λέξης "θα", δεν εξήνεγκε υπόθεση, η ενδοιαστική κρίση, δοθέντος, ότι, από το σύνολο των παραδοχών του, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, και όχι, από την απομόνωση, συγκεκριμένης πρότασης, η λέξης, είναι πρόδηλο, πως δέχεται, αναμφίβολα και όχι ενδοιαστικά, την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, 3) διέλαβε περιστατικά, μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα και όχι πριν, απ' αυτή, όπως έπρεπε.
Τούτο, όμως, δεν είναι ακριβές. Από το σύνολο των πιο πάνω παραδοχών της απόφασης εξάγεται, πως, με σαφήνεια γίνεται δεκτό, ότι ο χώρος ήταν κοινόχρηστος "από αμνημονεύτων ετών", υπάρχει "παλαιόθεν", ελεύθερη διέλευση, γίνεται δε δεκτή, αυτή ως διαμορφωμένη κατάσταση "επί 80 συναπτά έτη..." και δη "μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι από το 1866 έως 1946...".
Τα δε μεταγενέστερα περιστατικά αναφέρονται προς ανάδειξη και επίρρωση της παραδοχής αυτής. 'Αρα, δεν περιέλαβε στο κείμενό της, στοιχεία λιγότερα των, από τις διατάξεις αυτές, προβλεπομένων.
Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικούς λόγους, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από το πιο πάνω σκεπτικό της απόφασης, ουδόλως συνάγεται, ως εκτιμούν οι αναιρεσείοντες, πώς η απόφαση θεώρησε, κοινόχρηστο πράγμα, τα θεμέλια, και τα φέροντα στοιχεία του οικοδομήματός τους, αφού ουδόλως γίνεται σ'αυτή σχετική μνεία. 'Αλλωστε, αναφορικά με την "καμάρα", είναι προφανές, πώς δεν πρόκειται για το στήριγμα της οικοδομής, αλλά την απ'αυτή διέλευση, γιατί αδιαλείπτως στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος "περί στοάς" (καμάρας). Δεν έγινε δε από την απόφαση αναφορά σε "φέροντα στοιχεία" της οικοδομής. Ούτε είναι δυνατόν από την εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων (εν προκειμένω, έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), να εξαχθεί συμπέρασμα, για παραβίαση νομικής διάταξης, κατά τον τρόπο που εκθέτουν οι αναιρεσείοντες. 'Αρα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1000, 1001 και 1002 ΑΚ ( για την ερμηνεία των οποίων, σε σχέση με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ουδέν διαλαμβάνεται στην αναίρεση), 966, 967, 968, 971, 799, ΑΚ, 1 ΝΔ 690/1948, 2 παρ.παρ. 1, 3 παρ. 27 παρ.1 και 2 ΝΔ της 17-7/16-5-1923 και 28 του Ν. 1337/1983, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνάγονται από τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, σχετικά με την ανέγερση Αρχοντικού Μεσαιωνικού τύπου, γιατί, με βάση αυτά, και τις διαστάσεις του επιδίκου (μήκος 14,5 μ., πλάτος 2,5 μ. και ύψος 5,45 έως 1,60 μ.) δεν είναι δυνατόν, να χρησιμοποιήθηκε αυτό ως κοινόχρηστη οδός, και δη από αρχαιοτάτων χρόνων. Όμως: α) οι αναιρεσείοντες, αντιφατικά, το μεν ζητούν την εφαρμογή του Β.Δ/τος του έτους 1901, το δε συνδέουν, ήδη, την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραβίαση των, πολύ μεταγενέστερων, διατάξεων του ΓΟΚ, β) δεν συγκεκριμενοποιούν τη σύνδεση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με παραβιάσεις των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου, αφού, απλά, παραθέτουν τη δική τους, ερμηνευτική άποψη, και μάλιστα, συνδέοντάς την, απαράδεκτα ( άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). με την εκτίμηση ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης. 'Αλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως, απέρρευσε, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, πως υπήρξε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. 'Αρα και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 560 αριθ.1β Κ.Πολ.Δ. ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Περαιτέρω, το δικαστήριο, δέχτηκε, πλην άλλων: α) πως η πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Κυθήρων, υπέρ του πρώτου τούτων, "για το λόγο ότι, η επίδικη στοά αποτελεί κοινής χρήσεως ελεύθερο δημοτικό χώροι, εκτός συναλλαγής, ανήκουσα εκ του νόμου, στην κυριότητά του, με αποτέλεσμα, την προσβολή της κοινοχρησίας αυτής, με τον αποκλεισμό των άκρων εισόδου και εξόδου της" ήταν νόμιμη, εν τέλει δε δέχτηκε την πρόσθετη παρέμβαση.
Τούτο δεν έχει την έννοια, πως ο Δήμος Κυθήρων, παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος και ως προς το θέμα της προσβολής της προσωπικότητάς του, αφού, ουδόλως αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης, παρόμοια αποδοχή. Εξ'άλλου, και αν αυτό θα γίνονταν δεκτό, ως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, θα επρόκειτο, για την από το άρθρο 559 αρ.14 Κ.πολ.Δ.
πλημμέλεια, που δεν ιδρύει, εν προκειμένω, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 349/2006). Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων ( η αντικατάσταση των θυρών αφορούσε παλαιές και εφθαρμένες θύρες του ισογείου της οικοδομής τους, τούτο έπραξαν για να προστατευθούν από διαρρήξεις και κλοπές).
Ακόμη, παραπονούνται, πως δεν έγινε στο σκεπτικό της απόφασης, εκτενής αναφορά, στο πρόσωπο των δραστών της προσβολής, και στα στοιχεία της υπαιτιότητάς τους, ως προς την προσβολή της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου. Τούτο, όμως, συνιστά αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., μη προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 1083/2008).
Οπωσδήποτε δε, ουδόλως συνδέονται τα προβαλλόμενα, με τις εκτενείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57,59 και 914 ΑΚ. 'Αρα και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 560 παρ.1, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση δε και ως αβάσιμος.
V. Στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες θεωρούν, πως ο επίδικος χώρος, όπως και η "...εμβασία ή σκαλετιέρα ή καμάρα ή διαβατικό ή στοά ή δίοδος..." δεν μπορεί, με βάση τις προϊσχύουσες του Αστικού Κώδικα διατάξεις του β.ρ.δ. να θεωρηθούν, ως δρόμος επιπρόσθετα δε αναφέρουν, πως το επίδικο είναι πράγματι η ανεξάρτητη είσοδος του Αρχοντικού τους, και, άρα, το δικαστήριο της ουσίας παρερμήνευσε τις διατάξεις του ν. 3 πανδ. 43, 7 ν.2 παρ.8, πανδ. 39.3, ν.28 πανδ. 22.3.
Όμως: α) οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να πλήξουν την προσβαλλόμενη απόφαση ξεκινούν από εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δέχονται ως βάσιμο τον ισχυρισμό τους, ότι δηλαδή το επίδικο τμήμα, είναι είσοδος και όχι, οδός, και, επί του ισχυρισμού αυτού, οικοδομούν, την προβαλλόμενη πλημμέλεια, β) το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όμως, δέχτηκε, ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), το αντίθετο δεν είναι δε επιτρεπτό να επανεκτιμηθούν οι σχετικές αποδείξεις, γ) η υφή του επιδίκου (εμβασιά, στοά, είσοδος κ.λ.π.) κρίθηκε, ωσαύτως ανέλεγκτα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, δ) οι αναιρεσείοντες, επίσης, θεωρούν, πως υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών σχετικά. 'Όμως, όπως προπαρατέθηκε, το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ε) σε κάθε περίπτωση, με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις. 'Αρα, και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, ο οπίος προβάλλει, την από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, στην έκταση που αυτή μπορεί να εκτιμηθεί, πως νόμιμα προβάλλεται, είναι αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VI. Οι λόγοι αναίρεσης που μνημονεύονται στις διατάξεις του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. είναι περιοριστικοί, δηλαδή numerus clausus (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 110/2010, ΑΠ 1130/2009). 'Αρα λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.8,9,11,14 και 19 ΚΠΔ είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007). Εξ άλλου, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως και το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο, ως περιουσία, νοούνται και τα ενοχικά δικαιώματα (ΑΠ 431/2008).
Αποτελεί, όμως, διάταξη ουσιαστικού δικαίου, μόνο, κατά το μέρος που θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια, γ) εντός λογικής προθεσμίας. Όχι όμως και σε περίπτωση αιτίασης, ότι το δικαστήριο εφήρμοσε, εσφαλμένα, σε συγκεκριμένη υπόθεση, διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθ'όσον η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον Κ.Πολ.Δ. (βλ.
ΑΠ 2/2008). Εδώ, οι αναιρεσείοντες, επικαλούνται τις πιο πάνω διατάξεις, όπως και εκείνη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος και προβάλλουν ότι: α) αν και προσκόμισαν 29 ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο έλαβε υπ'όψιν μόνον τρεις, και έτσι η δίκη δεν ήταν δίκαιη. Όμως: 1) ο ισχυρισμός αυτός, κατά τα προαναφερθέντα, απαραδέκτως, προτείνεται, ως παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων 2) σε κάθε περίπτωση, κατ'άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπονται να ληφθούν υπόψη τρεις το πολύ ένορκες βεβαιώσεις, για κάθε πλευρά (ΑΠ 822/2009) και δη με τη σειρά επίκλησής τους (ΑΠ 1712/2006).
Ουδεμία δε νομική υποχρέωση είχε το δικαστήριο να λάβει υπόψη όλες τις ένορκες βεβαιώσεις, ή να καλέσει τους αναιρεσείοντες να επιλέξουν. Αν το έπραττε, θα υπέπιπτε, στην από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, έστω και αν, στην παρούσα διαδικασία (αναίρεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου), τούτο δεν εφαρμόζεται.
Το Δικαστήριο της ουσίας, άλλωστε, δεν επέλεξε τις ένορκες βεβαιώσεις, αορίστως, αλλά τις "τρεις κατ'επίκληση, προσκομιζόμενες από τους εναγομένους..." ένορκες βεβαιώσεις. Αν θεωρηθεί, πως οι πιο πάνω διατάξεις της ΕΣΔΑ, υπερισχύουν, "συλλήβδην", των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, ως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, τότε ουδεμία ασφάλεια δικαίου υφίσταται, και στην έννοια της "δίκαιης δίκης", και υπό την επίκλησή της, θα προβάλλονταν ισχυρισμοί και πλημμέλειες " κατά το δοκούν", ουδόλως προβλεπόμενοι από την εθνική νομοθεσία, β) οι αναιρεσείοντες, επανέρχονται στην έννοια της λέξεως "θα", σε συγκεκριμένο απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, και, έτσι εκτιμούν πως αυτή κρίνει υποθετικά και θεωρητικά.
Επιπρόσθετα, προβάλλουν, κατ'αυτούς, πλημμέλειες στις αιτιολογίες της απόφασης (αντιφατικές εκτιμήσεις, ως προς το χρόνο κατά τον οποίο κλείστηκε η δίοδος) και προβάλλουν τον τρόπο, κατά τον οποίο αυτοί έγιναν κύριοι του επιδίκου, θεωρώντας πως, πλην άλλων, υφίσταται και παράβαση της διάταξης του άρθρου 45 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Όμως, για τα παραπάνω έγινε, ήδη λόγος σε προηγούμενη αναιρετική αιτίαση, ουδόλως δε, μπορεί, επιπρόσθετα, να θεωρηθεί α) ότι παραβιάζεται η πιο πάνω διάταξη του Συντάγματος, αν τελεσίδικη απόφαση, κρίνει σε βάρος των περιουσιακών αξιώσεων του εναγόμενου, β) ότι ισχύει εδώ, το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για όσους λόγους προπαρατέθηκαν, γ) αναφερόμενοι στην ουσία της υπόθεσης, που δεν κρίνεται στο παρόν δικαστήριο, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι: 1) αρχηστεύεται το αρχοντικό της και γίνεται έρμαιο κλοπών και διαρρήξεων, 2) δεν υπήρχε δρόμος 3) κάνουν αναφορά σε Γνωμοδότηση του δικηγόρου Δ.Καλλίγερου, από 14.2.2005, και αξιολογώντας την, θεωρούν- πως, μέχρι τις 14.2.2005, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, είχε άγνοια, αν το επίδικο , αποτελεί ιδιοκτησία τους ή κοινόχρηστο δημοτικό χώρο, 4) αναφέρουν τους λόγους της άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης από το Δήμο Κυθήρων υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου. 'Απαντα, όμως, τα παραπάνω αποτελούν, κρίσεις για την ουσία της υπόθεσης, και, απαραδέκτως (άθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), προβάλλονται, ως αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. 'Αρα, και ο τελευταίος (έκτος) λόγος αναίρεσης, πρέπει ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση δε και ως αβάσιμος.
Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων που κατάθεσαν προτάσεις, θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων (άθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) με τις ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο, διακρίσεις του ν.3463/2006 " Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.3.2011 αίτηση του Γ. Σ. και Ρ. συζ. Χ. Φ., το γένος Ι. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 6001/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) και χίλια (1000) Ευρώ αντίστοιχα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ