Supreme Court dismisses appeal regarding public employment contracts and foreign citizen eligibility for public functions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Cultural Organization's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The organization argued that the lower court failed to reject a claim by a non-EU Albanian musician, violating constitutional restrictions on foreigners holding public office. The court ruled that the musician's role as a performer in the orchestra did not constitute the exercise of public power or protection of state interests, thus allowing his claim. Consequently, the appeal was rejected, and no costs were assigned to the absent defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(4) and 559(11) of the Constitution; Article 6(1) of Law 3198/1955: The exercise of public power or protection of general state interests is restricted to Greek citizens, but a foreigner performing artistic duties in a municipal orchestra does not engage in such activities and may legally seek contract conversion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1682 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές. Επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, OTA και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, ισχύουν από 18-4-2001, και απαγορεύουν την μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των OTA και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Αριθμός 1682/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Ι., 2) Η. Ζ. του Δ., 3) Α. Θ. του Γ., 4) Α. Τ. του Α., κατοίκων όλων … και 5) πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς υπέρ αυτών ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 5ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1126/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, έβδομου, όγδοου και ενάτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης της από 9-5-2008 αίτησης για αναίρεση της 1126/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από τoν αναιρεσείοντα επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως: 1) 11605/1-10-2008, 2) 11606/1-10-2008, 3) 11607/1-10-2008, 4) 11637/2-10-2008 και 5) 11515/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο την 2-12-2008, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε διαδοχικώς για 7/4/2009, 2/2/2010 και 2/11/2010, οπότε παρόντων και των αναιρεσιβλήτων η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση.
Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (AΠ 1296/2006, ΑΠ 566/94) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.
Το Πρωτοβάθμιο Συνδικαλισπκό Σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Συνεπώς η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται και κατ' αυτού, ως αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 558 εδ. α' και 577 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ Ολ. 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ, πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ Ολ. 7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων", προκειμένου να εργαστούν ως μουσικοί στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, ο πρώτος ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος (Β.
Ν.) στις 21-10-1999 ως ενορχηστρωτής, ο τέταρτος, ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος (Ζ. Η.) στις 15-1-2001 µε ειδίκευση στο μουσικό όργανο βιολί, ο πέμπτος, ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος (Θ. Α.) την 1-11-1999 µε ειδίκευση στο µουσικό όργανο βιόλα και ο δέκατος ένατος, ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος (Τ. Α.) ως αρχιµουσικός την 1-11-1997 µε προφορικές στην αρχή συμβάσεις, ως εξωτερικοί δήθεν συνεργάτες και μετά το 2000 µε έγγραφες (τυπικές) συμβάσεις έργου, δίµηνης διάρκειας που, μετά τη λήξη τους, ανανεώνονταν διαδοχικά µε τη συναίνεσή του και εξακολουθούσαν μέχρι την 3-6-2003, οπότε το τελευταίο (εναγόμενο) ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας του Δήμου και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς να τους καταγγείλει τις συμβάσεις τους και να τους καταβάλει αποζημιώσεις απόλυσης, επικαλούμενο την έλλειψη εργασιακής σχέσης που να συνδέεει αυτό με τους εναγομένους.
Όπως όμως τελικά αποδείχθηκε οι συμβάσεις των εν λόγω εναγόντων στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου ως άνω εργοδότη τους, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβήτησε ούτε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης ταυ εναγομένου.
Ειδικότερα, όλοι οι πρααναφερόμενοι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους απασχολούμενοι συνεχώς και αδιαλείπτως στις πραγματοποιούμενες τακτικές και έκτακτες συναυλίες, που πραγραμματίζονταν από το εναγόμενο, αλλά και στην προετοιμασία τους, ως μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας του, η οποία δημιουργήθηκε τα 1996, ενώ από το έτος 1999 διευρύνθηκε και σχηματίστηκαν πέντε συνολικά μουσικά σχήματα, ήτοι η Αθηναϊκή Φιλαρμονία (Φιλαρμονική), η Συμφωνική Ορχήστρα, η Big Band (σχήμα jazz μαυσικής), το σχήμα του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής και η Χορωδία.
Στόχος της δημιουργίας των παραπάνω μουσικών συνόλων ήταν να παράσχουν κατά τρόπο σταθερό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο συμβάλλοντας στη βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των δημοτών του Δήμου Αθηναίων. Τα σύνολα δε αυτά είχαν σταθερή παρουσία στα μουσικά δρώμενα του Δήμου της Αθήνας, αφού πραγματοποιούσαν περισσότερες από δύο συναυλίες κάθε μήνα (τακτικές ή έκτακτες).
Ο τακτικός προγραμματισμός αυτών αποφασιζόταν από τον Πρόεδρο του εναγομένου και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, οι οποίοι καθόριζαν τα προς εκτέλεση έργα, τον τόπο και χρόνο των συναυλιών όλων των μουσικών συνόλων. Περαιτέρω, προκειμένου οι ενάγοντες να ανταπεξέρχονται στις συναυλίες που υποχρεούνταν να συμμετάσχουν, πραγματοποιούσαν καθημερινές δοκιμές - πρόβες τεσσάρων έως πέντε ωρών το απόγευμα σε καθορισμένο ωράριο, που είχε ορίσει η διοίκηση του εναγομένου και η καθημερινή τους απασχόληση ελεγχόταν μέσω τηρήσεως από το εναγόμενο - μέσω του εφόρου της ορχήστρας - σχετικού παρουσιολογίου.
Οι τακτικές αυτές πρόβες ήταν απόρροια της επαγγελματικής ετοιμότητας, που υποχρεούνταν να επιδεικνύουν προς το εναγόμενο, εφόσον αυτό καθόριζε το πρόγραμμα των μουσικών εκδηλώσεων. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι το εναγόμενο έχει πάγιες και διαρκείς ανάγκες παρουσίασης μουσικών προγραμμάτων, τις οποίες δεν θα μπορούσε, αλλά και δεν μπορεί να καλύψει ευπροσώπως με την περιστασιακή απασχόληση μουσικών.
Γι' αυτό το εναγόμενο απαιτούσε από τους ενάγοντες, τους οποίους επόπτευε με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, να διατηρούν την ετοιμότητά τους προς εκτέλεση των έργων. Το ότι αυτό καθόριζε τα προς εκτέλεση έργα, μέσω της Προέδρου του και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, δεν αποτελεί στοιχείο ανάθεσης συγκεκριμένου έργου, αλλά στοιχείο εντασσόμενο στα πλαίσια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, που οι ενάγοντες παρείχαν.
Ούτε επίσης το γεγονός ότι για τη μισθοδοσία των εναγόντων εκδίδονταν από το εναγόμενο δελτία παροχής υπηρεσιών, στις οποίες πολλές φορές αναγράφονταν συγκεντρωτικά οι αποδοχές, που αντιστοιχούσαν σε μισθούς δύο, τριών ή και περισσοτέρων μηνών, ανάλογα με τις σχετικές πιστώσεις, που κάθε φορά εγκρίνονταν με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου.
Καίτοι οι επίμαχες συμβάσεις χαρακτηρίζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συμβάσεις έργου ή ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή (σύμφωνα με τα άρθρα 265 επ., 200 και 203 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ΠΔ 410/1995), όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, όμως ο οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους τους στη συνδέουσα αυτά σχέση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού υπό τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα συνάγεται ότι:
α) οι επίδικες συμβάσεις - σύμφωνα με τα ανωτέρω - δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (η αμοιβή των εναγομένων με δελτία παροχής υπηρεσιών, ως μη κύριο στοιχείο της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, απορριπτόμενου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της έφεσης (που υποστηρίζει τη σύνδεσή τους με ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή και συμβάσεις έργου), β) οι υποχρεώσεις της Συμφωνικής Ορχήστρας και των άλλων μουσικών σχημάτων είναι διαρκείς και δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση των μουσικών, ώστε αναντίρρητα οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο εξυπηρετούν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του τελευταίου (εργαζόμενοι υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τους λοιπούς μουσικούς), συνακόλουθα δε οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο είχαν εξυπαρχής τα χαρακτηριστικά ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι διαδοχικές συμβάσεις έργου με διάρκεια το ένα έτος ή και μικρότερη μεταξύ των διαδίκων (που υπερβαίνουν τη διετία) δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικώς, προκειμένου να καταστρατηγηθεί η προστασία τους από διατάξεις του εργατικού δικαίου, δοθέντος ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας ούτε επιβαλλόταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας της Συμφωνικής Ορχήστρας και των λοιπών ως άνω μουσικών σχημάτων, σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Εξάλλου, για το κρίσιμο ζήτημα αν οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες ανάγκες του εναγομένου και για το καθεστώς εργασίας τους, με την υπ' αριθ. πρωτ. 444α/16-11-2004 απόφασή τους ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. του εναγομένου "βεβαιώνουν" και "αποφασίζουν" ότι οι εναγόμενοι στα ως άνω μουσικά σύνολα (Συμφωνική Ορχήστρα κ.λπ.) καλύπτουν πάγιες ανάγκες και εργάζονται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας.
Επίσης, με την υπ' αριθ. 224/3-11-2004 απόφασή τους ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. του "Δήμου Αθηναίων Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.) - διαδόχου του εναγομένου, στον οποίον ανήκουν πλέον τα μουσικά σύνολα, βεβαιώνουν και αποφασίζουν ομόφωνα ότι, από την πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Δ.Α.Μ.Σ. στις 16-10-2003 μέχρι και σήμερα (3-11-04), το σύνολο των μουσικών που έχουν υποβάλει τις αιτήσεις (για ένταξή τους στα Μουσικά Σύνολα) μέχρι και τις 20-9-2004, παρέχουν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους προς το Δ.Α.Μ.Σ.
και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργάζονται επί πενθημέρου βάσεως, με καθορισμένο τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους και υπό την εποπτεία, τον έλεγχο, τις εντολές και τις οδηγίες των ανωτέρω υπηρεσιών τους. Σημειώνεται δε ότι όλοι οι ενάγοντες είχαν υποβάλει σχετικές αιτήσεις από το Δεκέμβριο του 2002.
Ακόμη, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δήμου Αθηναίων (του άρθρου 8 Ν. 2307/1995) με το υπ' αριθ. 9 Πρακτικό, σε απάντηση του υπ' αριθ. 235/288/04 εγγράφου του Δ.Α.Μ.Σ., αποφασίζει ομόφωνα ότι οι ονομαζόμενοι 160 υπάλληλοι (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την υπ' αριθ. 1326/18-11-05 απόφασή του αποφάνθηκε ότι ορθώς έκρινε το ως άνω Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με το υπ' αριθ. 9/2004 Πρακτικό του ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 π.δ/τος 164/2004 των αναφερομένων σε αυτό 160 εργαζομένων του Ν.Π.Δ.Δ. "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι και οι εργαζομένοι στο δημόσιο τομέα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρεχόμενης προστασίας της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και ερμηνεύοντας τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής και ειδικότερα τη ρήτρα 5 αυτής, τις διατάξεις (άρθ 4, 5) του ΠΔ 81/2003, που έκρινε, καταρχήν, εφαρμοστέες καθώς και του άρ. 103 παρ. 8 του Συντάγματος δέχθηκε ότι, "σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία αυτής της διατάξεως (του Συντάγματος) απαγορευμένη είναι η μονιμοποίηση ή η από το νόμο μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου μέσω των οποίων καλύπτονται πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και όχι εκείνων μέσω των οποίων καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι οποίες κατά το άρθρο 103 θα έπρεπε να έχουν συναφθεί ως συμβάσεις αόριστου χρόνου ή δημόσιου δικαίου" και ότι "στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξυπηρετώντας, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, συνδέονται ο καθένας με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου και επομένως δεν υφίσταται ούτε αντίθεση με την πιο πάνω συνταγματική διάταξη, ούτε χρήζει εξετάσεως το ζήτημα της ιεραρχήσεως των κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξης με τον ως άνω κανόνα του Συντάγματος, απορριπτόμενου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρ. 2 του άρθρου 5 του ανωτέρω ΠΔ 81/2003 που εισάγει τεκμήριο υπάρξεως αντικειμενικού λόγου για τη διαδοχική ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε τομείς δραστηριοτήτων που δικαιολογείται λόγω της φύσεώς τους και του χαρακτήρα της απασχόλησης σ' αυτούς, ιδίως, μεταξύ άλλων, αν πρόκειται για καλλιτέχνες θεάτρου, μαέστρους και σολίστες ορχήστρας και μουσικούς οργανικών ή φωνητικών συνόλων, είναι αντίθετη στη Ρήτρα 8 παρ. 3 της συμφωνίας πλαισίου, αντίκειται στην Οδηγία 1999/70, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με τον αναιρεσείοντα, που αποτελεί ίδιο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου του Δήμου Αθηναίων (δηλαδή Ο.Τ.Α, με την έννοια του άρθ. 1 του ν. 11881/1981), οι οποίες, όλες, καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004, δηλαδή πριν από τις 17-4-2001, και συνεχίστηκαν, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα, δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός αυτών ως διαδοχικών συμβάσεων έργου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων, και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8§3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, κατέληξε συμπέρασμα.
Τούτο δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) και ανεξάρτητα από την ορθότητα της ερμηνείας που προσέδωσε στη μη εφαρμοζόμενη, για τις πριν από την 17-4-2001 καταρτισθείσες συμβάσεις, διάταξη του αρ. 103 παρ. 8 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), όπως και οι διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα (όπως και εκείνες του ΠΔ 81/2003, για τον επιπλέον λόγο διότι αφορούν τον ιδιωτικό τομέα), δεν έχουν εφαρμογή, ως προς τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος τους, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσίβλητων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος, και γ) 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1β' του ΠΔ 81/2003 τις οποίες αρχικά δέχθηκε ως εφαρμοστέες, αν και αφορούν τον ιδιωτικό και όχι το δημόσιο τομέα, (τις οποίες, όμως τελικά δεν εφάρμοσε ως αντίθετες το κοινοτικό δίκαιο), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, έστω και αν το Εφετείο διέλαβε τις εσφαλμένες πιο άνω αιτιολογίες, αφού σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα (άρ.578 ΚΠολΔ).
Ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 265 επ., 200 και 203 του π.δ. 410/1995 δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εργασίας, ενώ ήταν σύμβαση έργου, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή ήταν σύμβαση εργασίας.
Οι λόγοι τέταρτος και έκτος από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται, αντίστοιχα, στο Εφετείο η πλημμέλεια α) ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση κατά την ενώπιον αυτού δίκη έγγραφα των συμβάσεων, με βάση τα οποία ο αναιρεσείων Οργανισμός κατάρτισε με καθένα από τους αναιρεσίβλητους τη σύμβαση και από τα οποία προκύπτει ο χαρακτήρας των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων έργου και (επικουρικώς), β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων με το να δεχθεί ότι οι καταρτισθείσες με αυτά συμβάσεις έχουν περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, πρέπει να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία περιέχεται η διαβεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών από το δικαστήριο και όχι στη λανθασμένη ανάγνωσή τους ή την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, οπότε και μόνο θα ιδρυόταν ο προαναφερόμενος λόγος.
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι η σύμβαση με την οποία συνδέονται οι αναιρεσίβλητοι με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό είναι αυτή της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των εκεί αναφερομένων εγγράφων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτά του αποδεικτικού πορίσματος, είναι αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό τούτο πόρισμα είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ΝΔ 3198/1955 "πάσα αξίωση μισθωτού πηγάζουσα εξ άκυρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή διότι ασκήθηκε μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από την καταγγελία των εργασιακών σχέσεων, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 ν. 435/1976, αφού κατά τον αναιρεσείοντα η άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από τότε που έγινε η ως άνω καταγγελία. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος δεδομένου ότι, όπως το ίδιο αναφέρει στο αναιρετήριό του, η ένδικη αγωγή του επιδόθηκε στις 8-8-2003 δηλαδή πριν την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία των εργασιακών σχέσεων, η οποία όπως, ανελέγκτως, δέχθηκε το Εφετείο, έλαβε χώρα στις 3-6-2003. Κατά το άρθρο 4 παρ. 4 του Συντάγματος "Μόνο οι Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους". Με τον ενδέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Θ. Α. του Γ., ο οποίος δεν είναι Έλληνας, ή υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης, αλλά Αλβανός, και δεν νομιμοποιείται, ενεργητικά να αιτείται τη μετατροπή των συμβάσεων έργου του σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, διότι, όπως έκρινε, η προαναφερόμενη διάταξη του Συντάγματος "απαγορεύει στους αλλοδαπούς την άσκηση δημόσιας εξουσίας και τη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του Ελληνικού Κράτους και η συμμετοχή του ως άνω ενάγοντος - αλλοδαπού, ο οποίος κατείχεν άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως μουσικός στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων δεν αποτελεί, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ενάσκηση δημόσιας λειτουργίας ή διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του Ελληνικού Κράτους. Εξ άλλου και δεδομένου ότι ο ενάγων αυτός με τη συμμετοχή του στη Συμφωνική Ορχήστρα δεν ασκεί δημόσια εξουσία και δεν διαφυλάσσει τα γενικά συμφέροντα του Κράτους, η εργασία του αυτή προστατεύεται και από το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα με την Οδηγία 2000/43/ΕΚ της 29ης Ιουνίου 2000 "περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος με τη συμμετοχή του στη Συμφωνική Ορχήστρα δεν ασκεί δημόσια λειτουργία, και νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 4 του Συντάγματος και ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους και εφ' όσον αυτοί δεν προέβησαν σε έξοδα, ούτε άλλωστε, ως ερημοδικασθέντες, υπέβαλαν σχετικό αίτημα, δεν πρέπει να τους επιδικαστούν δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2008 αίτηση (αρ. καταθ. 628/16-5-2008), του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), για αναίρεση της 1126/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ