1682/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυζήτηση ερήμην αναιρεσιβλήτου.Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ 560 του ΚΠολΔ είναι περιοριστικοί.Κατοχή βιβλιαρίου υγείας από εργαζόμενους σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Συνέπειες. Η κατοχή βιβλιαρίου υγείας όχι στοιχείο της βάσεως της αγωγής με την οποία ζητούνται διαφορές αοδοχών κλπ.Καταγγελία συμβάσεως εργασίας εγκύου . Προϋποθέσεις.
Legislator headnote
AI generated1682/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατά το άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 §2 του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Full text
Απόφαση 1682 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Συζήτηση ερήμην αναιρεσιβλήτου.Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ 560 του ΚΠολΔ είναι περιοριστικοί.Κατοχή βιβλιαρίου υγείας από εργαζόμενους σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Συνέπειες. Η κατοχή βιβλιαρίου υγείας όχι στοιχείο της βάσεως της αγωγής με την οποία ζητούνται διαφορές αοδοχών κλπ.Καταγγελία συμβάσεως εργασίας εγκύου . Προϋποθέσεις.
Αριθμός 1682/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ.Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό.
Της αναιρεσίβλητης: Δ.Κ., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκε η 218/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 69/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την προσκομιζόμενη με επίκληση 4781Β/2-12-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Γ.Β. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και μη κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατά το άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 §2 του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Επειδή, κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ορίζονται περιοριστικά στο ως άνω άρθρο (ΑΠ (Ολ.) 45/1987) και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των άνω αποφάσεων, εάν αυτές α) παρά τον νόμο δεν έλαβαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) παρά τον νόμο δέχθηκαν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, γ) δεν έλαβαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και δ) δεν έχουν καθόλου αιτιολογίες ή έχουν αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχης πλημμέλειας και ειδικότερα: α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος από τους αρ. 8 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη, διότι αυτή εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και ακόμη στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δέχθηκε χωρίς καμία αιτιολογία και απόδειξη ως έγκυρη τη σύμβαση εργασίας της, β) με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 10, 11 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία και παρότι υπεβλήθη αίτημα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της αναιρεσίβλητης επί των προσκομισθεισών από τον αναιρεσείοντα εξοφλητικών αποδείξεων, δηλαδή περί ζητήματος για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, δεν διέταξε σχετική απόδειξη και γ) με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά τα αντίστοιχα μέρη από τους αρ. 10 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία και απόδειξη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, παρότι η αναιρεσίβλητη ήδη από 8-7-2005 τον είχε ενημερώσει ότι ευρισκόταν σε κατάσταση αρχόμενης εγκυμοσύνης (περίπου 2 μηνών), την 13-7-2005 κατήγγειλε ατύπως τη σύμβαση εργασίας της.
Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι πρωτίστως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν μπορούν, κατά τα προεκτεθέντα, να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος, από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το άρθρ. 559 αρ. 1 που επικαλείται ο αναιρεσείων) αποδίδεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 14 § 1 της Α1β/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/ 1940, με την οποία ορίζεται ότι όσοι απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με ατομικό βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός τους πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων, ιών και παρασίτων.
Σε περίπτωση δε ελλείψεως του βιβλιαρίου υγείας η σύμβαση του απασχολουμένου σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 3, 174 και 180 του ΑΚ και ως τέτοια θεωρείται σαν μην έγινε και η ακυρότητα αυτή αφορά τη δημόσια τάξη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο που καλείται να κρίνει το κύρος της οικείας συμβάσεως εργασίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας από την εργαζομένη (η κατοχή του οποίου δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής που επιδιώκει την πληρωμή των οφειλομένων από τη σύμβαση εργασίας αλλά η έλλειψή του αποτελεί ένσταση του εναγομένου περί ακυρότητας της συμβάσεως και η παραδοχή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης) ούτε διαλαμβάνεται στην απόφαση παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη εστερείτο βιβλιαρίου υγείας και συνεπώς, εφόσον έκρινε τη σύμβαση εργασίας έγκυρη και συνακόλουθα επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Επειδή, κατά το άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 "1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη...". Εξάλλου, κατά το άρθρ. 10 του ΠΔ 176/15/15-7-1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών σε συμμόρφωση με την Οδηγία 95/85 ΕΟΚ". "1.
Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (που εφαρμόζονται και σε περίπτωση απασχόλησης της εγκύου εργαζομένης με βάση απλή σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής λόγω ακυρότητας των αντίστοιχων συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εργοδότη της), η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, όπως αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1082/1980, που απαιτούσε τη γνώση αυτή, δεν επαναλήφθηκε στις ισχύουσες νέες διατάξεις των παραπάνω άρθρων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος, από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένα αναφέρεται από το άρθρ. 559 αρ. 1), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης την 13-7-2005 ήταν άκυρη, διότι έγινε ενώ αυτή ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 15 του Ν. 1483/1984 και 10 του ΠΔ 179/1997, καθόσον αυτός πληροφορήθηκε το πρώτον περί της εγκυμοσύνης της την 25-7-2005 κατά τη συζήτηση της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Ο λόγος αυτό αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι η κατά τα άνω παρεχόμενη προστασία του νόμου στην έγκυο εργαζομένη ισχύει και επί απλής σχέσης εργασίας και ανεξάρτητα από τη γνώση ή μη του εργοδότη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση του Δ.Σ. για αναίρεση της 69/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ