Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence proving res judicata violation in insurance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding an insurance claim. The appellant argued that the lower court violated the principle of res judicata by ignoring prior rulings, but failed to submit the specific court decisions cited as evidence. Consequently, the court could not verify the alleged procedural error and dismissed the appeal entirely.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 16 and 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a violation of res judicata is inadmissible if the appellant fails to submit the specific prior decisions required to substantiate the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1681 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1681/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμαρά.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αντικλήτου της εδρεύουσας στη Σόφια Βουλγαρίας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", μέλους του ομίλου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Σφουντούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-7-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 61/30-7-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 284/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 284/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 20-12-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 91/20-12-2018) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ν.
Α. στρεφόμενος κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." (καθώς και κατά δύο φυσικών προσώπων -πρώτου και δεύτερης των εναγομένων- οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο είχε τόπο προέλευσης και συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία και ήταν ασφαλισμένο για τις από αυτό ζημιές προς τρίτους στην αναφερόμενη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, αντίκλητος της οποίας είναι στην Ελλάδα το τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του το περιγραφόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά ο ίδιος, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή.
Ότι με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 6/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου 1) η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου, 2) οι σωματικές κακώσεις τις οποίες αυτός (ενάγων) υπέστη, το είδος, η έκταση και η μονιμότητα αυτών και 3) η ανικανότητά του προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 02-7-2011 έως 29-2-2012.
Ότι με την επίσης αμετάκλητη υπ' αριθμ. 313/2018 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου: 1) η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου, 2) οι σωματικές κακώσεις τις οποίες αυτός (ενάγων) υπέστη, το είδος, η έκταση και η μονιμότητα αυτών και 3) η ανικανότητά του προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 01-3-2012 έως 31-12-2015.
Ότι κατά το χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε το επάγγελμα του πωλητή αγροτικών προϊόντων και συναφών ειδών στις κινητές λαϊκές αγορές του Ν. Μαγνησίας, κατέχοντας προς τούτο την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια. Ότι συνεπεία του ατυχήματος, του σοβαρού τραυματισμού του και της επελθούσας από αυτό ανικανότητάς του για εργασία αναγκάστηκε να προβεί στην πρόσληψη άλλου προσώπου, το οποίο ανέλαβε την επιμέλεια της επιχείρησής του, αντικαθιστώντας τον ίδιο, που αδυνατεί να εργαστεί και συγκεκριμένα τη μητέρα του Α.
συζ. Α. Α., στην οποία κατέβαλε το ποσό των 100 ευρώ ημερησίως, επί τέσσερις (4) ημέρες τη εβδομάδα και επί δεκαέξι (16) ημέρες το μήνα και συνολικά το ποσό των 1.600 ευρώ το μήνα. Ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018 δαπάνησε για την αιτία αυτή συνολικά το ποσό των 57.600 ευρώ (ήτοι 36 μήνες Χ 1.600 ευρώ το μήνα), το οποίο συνιστά τη θετική ζημία του, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί από τους εναγόμενους για αποζημίωσή του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων και μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το τρίτο εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία, το προαναφερόμενο ποσό των 57.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία θεωρήθηκε η αγωγή ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το τρίτο εναγόμενο και αναγνωρίστηκε ότι το τρίτο εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της υπ' αριθμ. 13/2020 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε: α) η από 01-6-2020 έφεση του τρίτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και β) η με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσα από 18-12-2020 αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Επί της εφέσεως και της αντεφέσεως που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 284/2021 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Λάρισας:
α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και ακολούθως απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά τα άρθρα 298 και 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δε περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού της ( ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1516/2018).
Δηλαδή η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός (ΑΠ 244/2016). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφιο α' Α.Κ.
ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Σημαντική περίπτωση επελθούσας ζημίας, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, είναι αυτή που αναφέρεται στην αδυναμία άσκησης επαγγελματικής, κατά κανόνα, δραστηριότητας και απόκτησης εισοδημάτων από αυτή.
Έτσι, με βάση τα παραπάνω, αυτός που από υπαιτιότητα άλλου τραυματίσθηκε και κατέστη, λόγω του τραυματισμού του, ανίκανος για εργασία δικαιούται να απαιτήσει το ποσό που θα καταβάλει για την πρόσληψη άλλου προσώπου προς εκτέλεση των οικιακών εργασιών ή στην επιχείρηση ή στο αγρόκτημά του, εξαιτίας της ανικανότητας του ιδίου να εκτελέσει τις εργασίες αυτές, όπως έπραττε κατά το παρελθόν (ΑΠ 809/2009).
Περαιτέρω, στο άρθρο 930 παρ.3 Α.Κ. ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή κατά την οποία η κατά του ζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουσθεί από το ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος, υποχρεούμενος από το νόμο ή και μη υποχρεούμενος από αυτόν, κατέβαλε στον παθόντα, ορισμένη παροχή.
Η παροχή αυτή, που μπορεί να προέρχεται από συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα (διατροφή ή νοσηλεία ή προσφορά υπηρεσιών) ή τον ασφαλιστή (ασφάλισμα σε ασφάλεια προσώπου) ή τον ασφαλιστικό φορέα (νοσηλεία, σύνταξη) ή τον εργοδότη (μισθό), έχει ως σκοπό την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την ελάφρυνση ή απαλλαγή του ζημιώσαντος (ΑΠ 58/2016).
Συνεπώς, αυτός που από υπαιτιότητα άλλου τραυματίσθηκε και κατέστη, λόγω του τραυματισμού του, ανίκανος για εργασία, κάλυψε το κενό που δημιουργήθηκε στην επιχείρησή του, εξαιτίας της ανικανότητας του ιδίου να εκτελέσει τις εργασίες αυτές, όπως έπραττε κατά το παρελθόν, με τη βοήθεια προσώπων του συγγενικού ή φιλικού του περιβάλλοντος, που δεν αμείφθηκαν και πάλι θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως, όπως τούτο προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή η ζημία του παθόντος, θεωρείται ως πλασματική δαπάνη απασχόλησης υποκατάστατης δύναμης και η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά του ίδιων υπηρεσιών. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Επίσης, η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων, που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 684/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο ( ΑΠ 978/2020, ΑΠ 1035/2020).
Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1015/2020, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 284/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις 2-7-2011 και ώρα 15.55, ο αλλοδαπός (πρώτος εναγόμενος πριν την ως άνω παραίτηση) K.
S., οδηγώντας, στα πλαίσια σχέσης προστήσεως, το υπ' αριθμ. ... (πινακίδες Βουλγαρίας) ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνήθη τόπο στάθμευσής του τη Βουλγαρία, εργοστασίου κατασκευής ... τύπου ..., ιδιοκτησίας της μητέρας του (δεύτερης εναγομένης πριν την παραίτηση) S. M., που ήταν νόμιμα ασφαλισμένο, κατά τον άνω χρόνο, στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", μέλος του ομίλου "...", αντίκλητος της οποίας τυγχάνει στην Ελλάδα το τρίτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, εξήλθε από ανώνυμη χωμάτινη παρακείμενη οδό (χωματόδρομο), κάθετη από τη δεξιά πλευρά της Ε.Ο.
Βόλου Φαρσάλων στο ύψος περίπου του κόμβου Μικροθηβών, στη χιλιομετρική θέση 24+600, στην κατεύθυνση προς Βόλο, χωρίς να ευθυγραμμίσει το άνω αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας προς Βόλο, αλλά καταλαμβάνοντας λοξά δεξιά με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, σε σχέση με την πορεία του, το οδόστρωμα της άνω οδού, με πρόθεση να διασχίσει το άνω τμήμα και να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων "ΕΚΟ", που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και δεξιά της άνω οδού, δηλαδή στην κατεύθυνση προς Φάρσαλα.
Τη στιγμή που ο ως άνω οδηγός K. S. εξήλθε από τον άνω χωματόδρομο και είχε καταλάβει με το άνω όχημα που οδηγούσε λοξά δεξιά το τμήμα της εν λόγω Ε.Ο. χωρίς να ελέγξει την κίνηση των επί του τμήματος αυτού οχημάτων, δηλαδή από αριστερά σε σχέση με τη δική του σχεδόν κάθετη πορεία, κινούνταν επί της οδού αυτής στο ρεύμα πορείας προς Βόλο και στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, αφενός ο Κ.
Λ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής KAWASAKI, ιδιοκτησίας του Μ. Λ., αφετέρου λίγο πιο πίσω από την άνω μοτοσικλέτα, 10 μέτρα περίπου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών Ν. Α., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής HONDA, ιδιοκτησίας του.
Σημειώνεται ότι αμφότεροι οι οδηγοί των μοτοσικλετών φορούσαν τα προβλεπόμενα κράνη προστασίας των κεφαλών τους. Ο Κ. Λ. αντιλήφθηκε την εντελώς αιφνίδια και απροσδόκητη κίνηση του K. S. σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από την προς τα εμπρός πορεία του, με συνέπεια να μην μπορεί να ενεργήσει οποιαδήποτε αποφευκτική της σύγκρουσης ενέργεια, είτε με τροχοπέδηση είτε με ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά και να προσκρούσει, πλησίον της άνω διπλής διαχωριστικής γραμμής, σε απόσταση 1,5 μέτρου περίπου και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς Βόλο, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε επί του εμπρόσθιου αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου K.
S.. Εξαιτίας της ανωτέρω συγκρούσεως η μοτοσικλέτα του ανετράπη επί: του οδοστρώματος και διέγραψε ανεξέλεγκτα λοξή αριστερή πορεία περί τα 22,40 μέτρα, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα), στου οποίου το έρεισμα ακινητοποιήθηκε, ενώ αυτός εκσφενδονίστηκε πάνω από το ζημιογόνο όχημα και επέπεσε στο οδόστρωμα αρκετά μέτρα μακρύτερα στην απέναντι πλευρά του δρόμου, έχοντας τραυματισθεί βαρύτατα.
Αμέσως μετά την ανωτέρω σύγκρουση, επακολούθησε και δεύτερη, καθώς ο νυν ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, που κινούνταν λίγο πίσω από τον Κ. Λ. με την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και ο οποίος επίσης δεν είχε κανένα περιθώριο αποφυγής, παρά το ότι κινούνταν περί τα 10 μέτρα πίσω από την άνω πρώτη μοτοσικλέτα, επέπεσε με τη μοτοσικλέτα του επί του ανωτέρω ζημιογόνου αυτοκινήτου που απέφραξε εντελώς το ρεύμα πορείας τους στο ίδιο σημείο (πλησίον της άνω διαχωριστικής γραμμής) με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο πίσω αριστερό τμήμα (φανάρι και φτερό) του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια εκτινάχθηκε και αυτός από τη μοτοσικλέτα του και η τελευταία διέγραψε ανεξέλεγκτα, κατά τον ίδιο τρόπο με την άνω πρώτη μοτοσικλέτα, λοξή αριστερή πορεία περί τα 41,40 μέτρα, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Φάρσαλα), στου οποίου το έρεισμα επίσης ακινητοποιήθηκε.
Αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και των ζημιών που προκλήθηκαν είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου K. S., διότι α) εξήλθε σχεδόν κάθετα από χωματόδρομο προς την Ε.Ο., η οποία αποτελεί εν τοις πράγμασι οδό ταχείας κυκλοφορίας (άρθ. 2 παρ.1 του ΚΟΚ) και ως εκ τούτου τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής έχουν προτεραιότητα έναντι των εισερχομένων σ' αυτή από κάθετους δρόμους, χωρίς να σταθμεύσει τελείως το όχημα του, όπως όφειλε και να προβεί στον απαιτούμενο προσεκτικό έλεγχο της οδού, β) δεν παραχώρησε προτεραιότητα ως όφειλε στις κινούμενες επί της Ε.Ο.
μοτοσικλέτες, οι οποίες είχαν ήδη προσεγγίσει στον τόπο του ατυχήματος και ήταν εύκολα αντιληπτές λόγω του ότι υπήρχε ορατότητα σε μεγάλη ακτίνα (τουλάχιστον 400 μέτρα) και γ) προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Ε.Ο. και να εισέλθει παράνομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που οδηγεί προς Φάρσαλα, παρά την υπάρχουσα στο άξονα του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 3,12 παρ. 1, 21 παρ.1 και 26 παρ.1 και 5 του ΚΟΚ.
Δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει τους ως άνω οδηγούς των μοτοσικλετών οποιαδήποτε υπαιτιότητα, αφού δεν μπορούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση, καθόσον μάλιστα καμία υποχρέωση δεν είχαν να ελέγξουν την κίνηση επί της ανώνυμης χωμάτινης οδού, η οποία βρισκόταν λίγο μετά τον κόμβο Μικροθηβών, ενώ, όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιήσουν οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της συγκρούσεως, διότι η κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου που εκδηλώθηκε σε πολύ μικρή απόσταση και από τους δύο ήταν αιφνίδια και απρόβλεπτη και δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνεπεία της προαναφερομένης συγκρούσεως τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου "Αχιλλοπούλειο", όπου νοσηλεύθηκε από τις 2-7-2011 έως τις 5-7-2011 και στη συνέχεια στην ορθοπεδική κλινική του ίδιου Νοσοκομείου έως τις 5-9-2011, έχοντας υποστεί τις ακόλουθες κακώσεις:
α)κάταγμα πρόσθιας κολώνας 01 και εγκαρσίων αποφύσεων 02 και 03 σπονδύλων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με κατάκλιση και θωρακοοσφυικό κηδεμόνα, β) κάταγμα πρόσθιας κολώνας δεξιάς κοτύλης και άνω και κάτω ηβοϊσχιακών κλάδων δεξιά με συνοδό πρόσθιο εξάρθρημα δεξιού ισχίου που ανατάχθηκε άμεσα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών κατά την διακομιδή του ασθενή από το ΕΚΑΒ και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με ακινητοποίηση για 8 εβδομάδες, γ) κάταγμα δεξιάς πλάγιας κολώνας ιερού οστού από το ύψος 13 έως τον κόκκυγα μη αποσπαστικό που επίσης αντιμετωπίστηκε όπως η ανωτέρω κάκωση, δ) οπίσθιο εξάρθρημα δεξιού γόνατος, το οποίο ανατάχθηκε άμεσα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών και έγινε στη συνέχεια ακινητοποίηση χειρουργικά με εξωτερική οστεοσύνθεση, ε) κάταγμα δεξιάς κερκίδας (αντιβράχιο) που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπέστη πνευμονική εμβολή, συχνή επιπλοκή σε περιπτώσεις πολυκαταγματία, η οποία αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και παρακολούθηση. Τα ανωτέρω έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 6/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά της οποίας ασκήθηκε και αναίρεση από το ήδη εκκαλούν, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1058/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς υφίσταται δεδικασμένο όσον αφορά και την ένδικη αγωγή ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαιτίου αλλοδαπού οδηγού και την ευθύνη του ήδη εκκαλούντος Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος και τη ζημία που υπέστη συνεπεία του επιδίκου ατυχήματος ο ενάγων, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το επίδικο με βάση την αρχική αγωγή (επί της οποίας έκρινε η ως άνω αμετάκλητη ήδη απόφαση) χρονικό διάστημα από 2-7-2011 έως 29-2-2012, και η οποία (ζημία) είχε ως συνέπεια την ανικανότητα του ενάγοντος για την άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε πριν από το ατύχημα, ήτοι του πωλητή αγροτικών προϊόντων και συναφών ειδών στις λαϊκές αγορές της Μαγνησίας.
Λόγω της ως άνω ανικανότητάς του για εργασία με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 12.800 ευρώ (100 ευρώ ανά ημέρα Χ 4 ημέρες την εβδομάδα = 1.600 ευρώ το μήνα) το οποίο κατέβαλε στην μητέρα του Α. Α. για "να τον αντικαταστήσει στην εργασία του". Επακολούθησε νέα αγωγή του ήδη εφεσίβλητου με μοναδικό αίτημα την αποζημίωσή του για την αμοιβή προσώπου και δη της μητέρας του, που προσλήφθηκε αναγκαστικά στην ως άνω ατομική επιχείρησή του για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα από 1-3-2012 έως 31-12-2015 για να τον αντικαταστήσει στην εργασία του με την ίδια ως άνω αμοιβή, ήτοι 100 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης επί 4 ημέρες την εβδομάδα και 16 ημέρες το μήνα και συνολικά 73.600 ευρώ για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα.
Επί της ως άνω αγωγής και της υπ' αριθμ. 34/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που την απέρριψε κατ' ουσίαν εκδόθηκε η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 313/2018 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει (ως προς το ύψος της ημερήσιας καταβληθείσας αμοιβής) δεκτή η εν λόγω αγωγή και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης να καταβάλει για την ανωτέρω αιτία στον ήδη εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 29.400 ευρώ (40 ευρώ την ημέρα Χ 4 ημέρες την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες = 640 ευρώ το μήνα Χ 46 μήνες) που αντιστοιχεί στην περιουσιακή ζημία που αυτός υπέστη καταβάλλοντας στη μητέρα του, ηλικίας 64 ετών κατά την άσκηση της εν λόγω αγωγής, την οποία προσέλαβε προκειμένου να τον αντικαταστήσει στην ως άνω εργασία του, την οποία κρίθηκε ότι αυτός δεν μπορούσε κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα να ασκήσει λόγω του τραυματισμού του από το επίδικο ατύχημα.
Από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση επίσης υπάρχει επίσης δεδικασμένο, πλην των προαναφερομένων, και για την έκταση της ζημίας του ενάγοντος για το συγκεκριμένο ως άνω χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 313/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και όχι για μεταγενέστερο χρόνο.
Με την ήδη ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αιτείται αποζημίωση για την ίδια ως άνω αιτία και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ήτοι για μία ακόμη διετία και συγκεκριμένα από 1-1-2016 έως 31-12-2018. Κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα η κατάσταση της υγείας του μετά τον τραυματισμό του αποδείχθηκε ότι έχει ως εξής:
Εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος υπέστη εξαρχής τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων εμφανίζει μόνιμες βλάβες, όπως: α) χρόνια υποτροπιάζουσα οσφυοϊσχυαλγία εξαιτίας των καταγμάτων του σώματος 01 σπονδύλου και των εγκάρσιων αποφύσεων 02 και 03, ιερού οστού και κόκκυγος, β) επώδυνη δυσκαμψία και αστάθεια δεξιού γόνατος, ατροφία τετρακέφαλου μυός, ατροφία προσθίων κνημιαίων μυών και μυών της γαστροκνημίας και χωλότητα στη βάδιση, γ) επώδυνος περιορισμός της κινητικότητας του δεξιού ισχίου.
Οι ως άνω βλάβες ενέχουν κίνδυνο επιπλοκών και επιδείνωσης με μεγάλη πιθανότητα επιδείνωσης της χρόνιας οσφυοϊσχυαλγίας και της δυσκαμψίας της σπονδυλικής στήλης, τη σοβαρή οστεοαρθρίτιδα του δεξιού ισχίου και δεξιού γόνατος και μεγάλη πιθανότητα ανάγκης χειρουργικής αποκατάστασης των χιαστών συνδέσμων του δεξιού γόνατος.
Άπαντα τα ανωτέρω πιστοποιούνται από τον θεράποντα ιατρό του ενάγοντος Λεωνίδα Μπάρδα, Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Αχιλλοπούλειου Γενικού Νοσοκομείου Βόλου, ο οποίος εξετάζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα τον ενάγοντα μετά τον τραυματισμό του από το επίδικο ατύχημα και τον εξέτασε, όσον αφορά στο εδώ επίδικο χρονικό διάστημα τόσο στις 2-3-2016 όσο και στις 28-12-2018.
Σύμφωνα με τον ως άνω ιατρό ο ενάγων "αδυνατεί να ασκήσει οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία ή εργασία που προϋποθέτει σωματική προσπάθεια, τα οποία παραμένουν απαγορευτικά για εκείνον προκειμένου να συντηρηθεί η κατάσταση της υγείας του". Ο ενάγων κατά τον χρόνο του τραυματισμού του ασκούσε το επάγγελμα του "επαγγελματία πωλητή λαϊκών αγορών" με δυνατότητα να πωλεί σε όλες τις λαϊκές αγορές του Ν.
Μαγνησίας συγκεκριμένα προϊόντα (οπωρολαχανικά, αβγά και κομμένα άνθη), όπως αναγράφεται στην σχετική υπ' αριθμ. 544/23-1-2005 άδεια που κατείχε εκδοθείσα από την Δ/νση Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας. Στην ίδια ως άνω άδεια αναγράφεται ευθύς εξαρχής ως υπάλληλος-βοηθός με ημερομηνία πρόσληψης την 27η-2-2008 η μητέρα του ενάγοντος Α.
Α.. Σε αντικατάσταση της ως άνω αρχικής άδειας κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος (και μετά το επίδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του) εκδόθηκε στο όνομά του η υπ' αριθμ. 59/19-3-2015 "άδεια επαγγελματία πωλητή λαϊκών αγορών" για συγκεκριμένες πλέον λαϊκές αγορές και συγκεκριμένα προκειμένου ο ενάγων να πωλεί οπωρολαχανικά, αβγά και κομμένα άνθη στις κινητές λαϊκές αγορές της Νέας Αγχιάλου κάθε Τρίτη, του Βόλου κάθε Τετάρτη, του Αλμυρού κάθε Παρασκευή και του Βελεστίνου κάθε Σάββατο, ενώ κατ' αίτησή του επίσης (με αριθμ.
πρωτ. 10856/11-12-2017) έγινε αλλαγή των ως άνω ημερών και προστέθηκε η λαϊκή αγορά του Βόλου κάθε Πέμπτη, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της ως άνω αδείας, η οποία φέρεται ότι θεωρήθηκε στις 19-3-2015 και ανανεώθηκε στις 4-6-2018, οπότε διευρύνθηκε και η λίστα των ειδών που μπορούσε πλέον να πωλεί ο ενάγων και διαμορφώθηκε ως εξής: "νωπά οπωροκηπευτικά, αβγά, ελιές, ελαιόλαδο, οίνος, μέλι, πουλερικά κουνέλια, είδη κηπουρικής, καλλωπιστικά φυτά, χώμα, γλάστρες, πολλαπλασιαστικό υλικό, εργαλεία και βιομηχανικά είδη κηπουρικής και ανθοκομίας".
Και στη νέα αυτή (από το 2015) άδεια του ενάγοντος αναγράφεται πλέον ως βοηθός μόνο (και όχι ως υπάλληλος με ημερομηνία πρόσληψης όπως στην προηγούμενη), η μητέρα του Α. Α.. Ανεξαρτήτως της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, η οποία έχει ως ανωτέρω περιγράφεται, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός προσέλαβε, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, την μητέρα του Α.
Α., ηλικίας κατά το επίδικο διάστημα περίπου 65-67 ετών, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018 και ενώ έχει ήδη παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από τον αρχικό τραυματισμό. Η διαδικασία πρόσληψης υπαλλήλου από επαγγελματία πωλητή λαϊκών αγορών διέπεται από το αναφερόμενο στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη καθεστώς (άρθρο 16 του ν. 4264/2014 (έως 13-11-2017) και 25 του ν. 4497/2017 (από 13-11-2017) και συγκεκριμένα απαιτούνταν, μεταξύ άλλων, σύμβαση εργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων και σε περίπτωση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η τυχόν ανανέωση της και αντίγραφο αναγγελίας πρόσληψης υπαλλήλου στον Ο.Α.Ε.Δ.
Σε καμία ενέργεια εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι προέβη ο ενάγων προκειμένου να αποδειχθεί και η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του, τουναντίον δήλωσε πλέον στη νέα (μετά το 2015 και μετά και το επίδικο ατύχημα) άδειά του πλέον ως βοηθό μόνο την μητέρα του και όχι και ως υπάλληλο, όπως την είχε δηλωμένη έως τότε με βάση την προηγούμενη (με πρόσληψη από 27-2-2008, ήτοι πριν το επίδικο ατύχημα) αρχική άδειά του.
Επισημαίνεται δε, ότι κατόπιν αιτήσεώς του διεύρυνε και τα πωλούμενα από αυτόν προϊόντα τον Ιούνιο του 2018, γεγονός που καταδεικνύει την πρόθεσή του τουλάχιστον για εντατικοποίηση της δραστηριοποίησής του στο χώρο των κινητών λαϊκών αγορών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά και δη ότι ο ενάγων απασχολούσε τη μητέρα του ως υπάλληλο με αντίστοιχο μισθό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έσφαλλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του σχετικού 2ου λόγου της ένδικης εφέσεως ως βάσιμου.
Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ενώ πρέπει ν' απορριφθεί και η αντέφεση ως αβάσιμη, αφού ο μοναδικός λόγος που προβάλλεται με αυτήν αφορά στο ύψος της αμοιβής που κατέβαλε ο ενάγων στην μητέρα του ως υπάλληλο, κονδύλιο το οποίο κρίθηκε, ως ανωτέρω περιγράφεται ουσία αβάσιμο στο σύνολό του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσίβλητου και την αντέφεση του αναιρεσείοντος και αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και ακολούθως απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 του Α.Κ., γιατί αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις και συγκεκριμένα δεν αρκέστηκε στην απλή - εν τοις πράγμασι πρόσληψη - απασχόληση τρίτου προσώπου, που αρκούσε για την κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσής του, αλλά απαίτησε μια "κανονιστική" πρόσληψη, με βάση τις ειδικές αγορανομικές διατάξεις του νόμου για τις "Υπαίθριες Εμπορικές Δραστηριότητες".
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 του Α.Κ., γιατί διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αγωγική του αξίωση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την αγωγική αξίωση του ενάγοντος περί αποζημίωσής του για θετική ζημία που υπέστη από το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, εφόσον ανελέγκτως δέχθηκε ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων) προσέλαβε, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, την μητέρα του Α. Α., ηλικίας κατά το επίδικο διάστημα περίπου 65-67 ετών, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018 και ενώ έχει ήδη παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από τον αρχικό τραυματισμό του" και κατόπιν της παραδοχής αυτής έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγική αξίωση του ενάγοντος περί αποζημίωσής του για τη θετική ζημία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και κατέληξε σε απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την αξίωσή του αυτή, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτών.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις για την εφαρμογή τους, καθόσον το απορριπτικό του πόρισμα, που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνεται επί της ανωτέρω ανέλεγκτης ουσιαστικής παραδοχής ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσέλαβε, την μητέρα του Α.
Α., κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του, ούτε συνεπώς ότι της κατέβαλε αμοιβή και συνακόλουθα ότι δεν υπέστη θετική ζημία από την αιτία αυτή, όπως είχε ισχυριστεί στην αγωγή του, η δε περαιτέρω μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πρόσληψη της μητέρας του ως υπάλληλο κατά τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 16 του νόμου 4264/2014 ("Άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων εκτός καταστήματος και άλλες διατάξεις - Λαϊκές Αγορές κ.λ.π.") και 25 του νόμου 4497/2017 (" Άσκηση υπαίθριων εμπορικών δραστηριοτήτωνκ.λ.π."), αλλά τουναντίον τη δήλωσε ως βοηθό του, δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση ως στοιχείο, το οποίο απαιτείται για την πλήρωση του πραγματικού των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 929 Α.Κ, το οποίο δεν αποδείχθηκε, ούτε απαιτήθηκε ως στοιχείο των διατάξεων αυτών που έπρεπε να αποδειχθεί, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως επιχείρημα του Εφετείου, που δεν στηρίζει το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, αλλά είναι υποστηρικτικό και ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του, που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων) προσέλαβε, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, την μητέρα του Α.
Α., ηλικίας κατά το επίδικο διάστημα περίπου 65-67 ετών, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018 και ενώ έχει ήδη παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από τον αρχικό τραυματισμό του". Άλλωστε η παράθεση στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης των διατάξεων των άρθρων 16 του Ν. 4264/2014 και 25 του Ν. 4497/2017 και η πλεοναστική αναφορά τους στην ελάσσονα σκέψη της, εφόσον δεν συνέχονται, με την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί της οποίας στηρίχθηκε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η πληττόμενη απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, αφού χρησιμοποιήθηκαν μόνο για τη διατύπωση πραγματικού επιχειρήματος του Εφετείου από την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές στηρικτικές του αποδεικτικού πορίσματος, δεν καθιστούν αναιρετέα την απόφαση κατά τον παρόντα λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Σημειώνεται ότι δεν είναι παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η για πρώτη φορά ενώπιον Αρείου Πάγου προβολή ισχυρισμού περί ζημίας του ενάγοντος από πλασματική δαπάνη απασχόλησης υποκατάστατης δύναμης άλλου προσώπου, το οποίο δεν αμείφτηκε, οπότε η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά του ίδιων υπηρεσιών, κατ' άρθρο 930 παρ. 3 Α.Κ., καθόσον δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας τέτοιος ισχυρισμός και δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εξαιρετικές περιπτώσεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την αγωγική αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί αποζημίωσής του για θετική ζημία που υπέστη από τον αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ο χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος τραυματισμός του κατά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, η κατάσταση της υγείας του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1.1.2016 έως 31.12.2018), η επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος (επαγγελματίας πωλητής λαϊκών αγορών) και η διατήρηση της επιχείρησής του αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η μη απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί προσλήψεως από τον αναιρεσείοντα της μητέρας του, έναντι αμοιβής, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εντεύθεν η μη απόδειξη της ιστορούμενης στην αγωγή του θετικής ζημίας.
Δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να αναζητηθεί από το Δικαστήριο της ουσίας και να αναφερθεί στην πληττόμενη απόφαση ποιος επιτελεί τις εργασίες που αδυνατούσε να επιτελέσει ο αναιρεσείων, αφού αντικείμενο της δίκης ήταν ο αγωγικός ισχυρισμός περί ανάθεσης από τον αναιρεσείοντα στη μητέρα του της επιμέλειας της επιχείρησής του και της αντικατάστασής του συγκεκριμένα από αυτή στην εργασία του έναντι αμοιβής, ισχυρισμός, που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων αδυνατούσε να εκτελέσει τις ανωτέρω εργασίες και της άλλης παραδοχής ότι δεν ανέθεσε έναντι αμοιβής τις εργασίες αυτές στη μητέρα του, καθόσον η πρώτη ως άνω παραδοχή δεν συγκρούεται και δεν αναιρεί τη δεύτερη, αφού η αδυναμία εκτέλεσης των ως άνω εργασιών δεν συνεπάγεται κατά νομική και πραγματική αναγκαιότητα την ανάθεσή τους στη μητέρα του.
Συνεπώς όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμες. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.)], ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Ολομ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγική του αξίωση για αποζημίωση λόγω θετικής ζημίας, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η δυνάμει "υπαλληλικής σχέσης" πρόσληψη από τον αναιρεσείοντα της μητέρας του, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του, ενώ η βάση της αγωγής του δεν ήταν η "υπαλληλική σχέση", αλλά η απλή - εν τοις πράγμασι πρόσληψη - απασχόληση τρίτου προσώπου και δη της μητέρας του, που αρκούσε για την κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσής του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πρόσληψη της μητέρας του ως υπάλληλο, συνιστά, όπως προεκτέθηκε, υποστηρικτικό επιχείρημα του Εφετείου αναφορικά με την κρίση του, η οποία στηρίζει το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων) προσέλαβε, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, την μητέρα του Α.
Α., ηλικίας κατά το επίδικο διάστημα περίπου 65-67 ετών, προκειμένου να αναλάβει την επιμέλεια της επιχείρησής του και να τον αντικαταστήσει στην εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2018 και ενώ έχει ήδη παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από τον αρχικό τραυματισμό του", το οποίο (επιχείρημα) συνήγαγε το Εφετείο από την εκτίμηση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για τη διάγνωση της ίδρυσης ή μη του από το εν λόγω άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, αν δηλαδή το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ο Άρειος Πάγος θα εκτιμήσει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, από την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει την ύπαρξη ή μη του δεδικασμένου, την οποία πρότεινε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε με βάση αυτή να ελέγξει τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς πρέπει ο ίδιος ο αναιρεσείων να προσκομίζει αυτή ενώπιον του Αρείου Πάγου, προς απόδειξη του προτεινόμενου λόγου.
Διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 420/2014). Στην ερευνώμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, όπως υποστηρίζει, παραβίασε το δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ. 6/2014 και 313/2018 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, με τις οποίες κρίθηκε ότι η πρόσληψη - απασχόληση της μητέρας του ως πραγματικό γεγονός και ανεξάρτητα από την τυπική εγκυρότητά της με βάση τις αγορανομικές διατάξεις, αρκεί για να θεμελιώσει θετική ζημία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίστηκαν οι ως άνω επικαλούμενες αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας, ώστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 61/30-7-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 284/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. -Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ