Legislator Case Law & Legislation
1681/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to specifically cite VAT in compensation claim.

Case Number 1681/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's determination of compensation for expropriated properties. The appellants argued for a full compensation including VAT, but the court found their claim inadmissible because they merely stated compensation should be tax-free without specifically requesting the VAT portion. Consequently, the court ruled the appeal was procedurally flawed and rejected it entirely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18 para. 4 of Law 2882/2001; Articles 6 ECHR, 17 para. 1 and 25 para. 1 of the Constitution; Article 13 para. 1 of Law 2882/2001: An appeal regarding compensation for expropriation is inadmissible if the claimant fails to specifically request the VAT portion of the compensation, merely stating it should be tax-free without detailing the specific tax amount.

Keywords

AI generated
expropriation compensation VAT claim inadmissibility specific request requirement appeal dismissal tax-free compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 18 para. 4 of Law 2882/2001
Article 6 ECHR
Article 17 para. 1 of the Constitution
Article 25 para. 1 of the Constitution
Article 13 para. 1 of Law 2882/2001
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 item B of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Article 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1681 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1681/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη της ΚΠ 527 απαλλοτριούμενης έκτασης, 2) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη της ΚΠ 527Α απαλλοτριούμενης έκτασης, 3) Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη της ΚΠ 538Α απαλλοτριούμενης έκτασης, 4) Φ. χας Γ. Μ., κατοίκου ..., αφενός ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 542 απαλλοτριούμενου ακινήτου και αφετέρου ως ιδιοκτήτριας διαιρετού τμήματος του ΚΠ 542Α απαλλοτριούμενου ακινήτου, 5) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 542 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 6) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 542 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 7) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη της ΚΠ 1022 απαλλοτριούμενης έκτασης, 8) Ε. χας Δ. Δ., 9) Ε. Δ. του Δ., 10) Κ. Δ. του Δ., κατοίκων ..., συνιδιοκτητών του ΚΠ 1040 απαλλοτριούμενου ακινήτου, ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος Δ. Δ. του Κ., 11) Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη της ΚΠ 1051 απαλλοτριούμενης έκτασης, 12) Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας της ΚΠ 1051 απαλλοτριούμενης έκτασης και 13) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη της ΚΠ 1051 απαλλοτριούμενης έκτασης. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 13ου των αναιρεσειόντων Γ. Κ. του Ι., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 141/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων (μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων).

Εκδόθηκε η 850/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικο τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576,που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις -άρθρο 98 του ν. 4139/2013 , οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη για τον απολειπόμενο επισπεύδοντα διάδικο, που δεν παρίσταται, ούτε εκπροσωπείται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ,που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. την υπ'αρ. …4Δ/20-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Κ. Κ.), η οποία είχε προσδιοριστεί με την κατ'αρ. 568 παρ.2 έως 4 ΚΠολΔ Πράξη της Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 11 και ειδικότερα, οι 1ϋς έως την 12η των αναιρεσειόντων, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Βασίλειου Άτσιου. Αντίθετα, ο 13ος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ,ούτε αποδεικνύεται πληρεξουσιότητά του προς τον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος και για δικό του λογαριασμό έχει επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη ο 130ς αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών, πλην όμως δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αλλά θα κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτόν και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τον συνδέει με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, σύμφωνα με το εδάφιο β'της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 (ΑΠ 195/2014). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του 13ου αναιρεσείοντα ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτόν δεν είναι οριστική (ΑΠ ολ. 4/2013).

Η κρινόμενη από 16-7-2017 (αρ.κατ. 159/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 850/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001 <Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων>-ΚΑΑΑ, κατά το μέρος που ερευνάται και αφορά τους αναιρεσείοντες ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων ακινήτων, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, κατ'αρ. 22 του ανωτέρω νόμου και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι με την υπ'αρ. 1081772/7437/0010/25-10-2004 κοινή υπουργική απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό 1015/5-11-2004 ΦΕΚ, τεύχος Δ', κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για την κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου ….Πιερίας, από τη χιλιομετρική θέση 8+500 έως 10+125, έκταση συνολικού εμβαδού 107775 Μ2, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Ανατολικού ...

και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 17-7-2003 ακριβές αντίγραφο κτηματολογικού διαγράμματος και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ειδικής υπηρεσίας δημοσίων έργων- οδικοί άξονες παραχώρησης της γενικής διεύθυνσης συγκοινωνιακών έργων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, που έχουν συντάξει, στις 17-11-2003, οι Κ.Γ.

και Π.Τ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ ,Κ.Δ., όπως ο κτηματολογικός πίνακας διορθώθηκε -συμπληρώθηκε τον Μάρτιο 2007. Η εν λόγω απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπιστεί από τις πιστώσεις του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας γενικής γραμματείας δημοσίων έργων.

Η απαλλοτριούμενη έκταση καταλαμβάνει ακίνητα, που βρίσκονται στο Δ.Δ.... του Δήμου Ανατολικού ... και μεταξύ των ακινήτων αυτών είναι οι ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ΚΠ527, ΚΠ 527Α, ΚΠ538Α.ΚΠ 542, ΚΠ1022, ΚΠ 1040 και ΚΠ 1051. Το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε σε βάρος των αναιρεσειόντων- ιδιοκτητών των ανωτέρω ακινήτων, αλλά και σε βάρος άλλων προσώπων, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, την από 6-2-2009 (αρ.κατ. 739/2009) αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001), με την οποία ζητούσε (κατά το μέρος που ερευνάται σήμερα) α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων ως προς την αξία εδάφους και των επικειμένων τους (κτίσματα, περιφράξεις, κατασκευές, φυτά και δένδρα), σύμφωνα με τις ειδικότερες τιμές, που αναφέρονται στο αιτητικό της ανωτέρω κύριας αίτησης για τις ένδικες ιδιοκτησίες, καθώς επίσης β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων με αρ.ΚΠ 527, ΚΠ 527α και ΚΠ 538Α λόγω της απομείωσης της αξίας τους.

Εξάλλου, οι ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 5-10-2015 προτάσεις τους, άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ανταίτηση (οι 3ος,7ος έως και ο 13ος αναιρεσείοντες) και κυρία παρέμβαση (οι 1ος,2ος, 4η έως και ο 6ος αναιρεσείοντες). Με την ανταίτηση- παρέμβαση ζητούσαν, μεταξύ άλλων αιτημάτων,που δεν αφορούν την παρούσα δίκη, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος μεγαλύτερης από εκείνη,που ζητούσε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο για το έδαφος και τα επικείμενα ,αλλά και για επικείμενα,που δεν αναφέρονται στον Κτηματολογικό Πίνακα, με αντίστοιχη συμπλήρωση αυτού, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, του άρθρου 13 παρ.4 του Ν.2882/2001, των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων τους.

Το Εφετείο έκρινε νόμιμη την ανταίτηση- παρέμβαση, εκτός από το μέρος αυτής, που αφορούσε τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες ΚΠ 1022 και ΚΠ1051 , για τις οποίες δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα στην κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και κατά το οποίο η ανταίτηση- παρέμβαση των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (άρθρο 20 παρ.5 Ν.2882/2001).

Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καθόρισε ως αποζημίωση οριστικής τιμής μονάδος για την αξία εδάφους για όλες τις ένδικες ιδιοκτησίες 50 ευρώ/Μ2, εκτός από την ΚΠ 538Α ιδιοκτησία, για την οποία καθόρισε 60 ευρώ /Μ2, καθώς επίσης οριστική τιμή μονάδος για τα επικείμενα των ακινήτων, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα των ΚΠ 527,ΚΠ527Α και ΚΠ538Α ιδιοκτησιών, όπως επίσης,θα αναφερθεί παρακάτω αναλυτικά για κάθε ιδιοκτησία.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.

επίσης, ΑΠ1016/2015, ΑΠ 2126/2014).

Περαιτέρω το άρθρο 13 του Ν 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε , χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ423/2016 πρβλ. επίσης , ΑΠ274/2016).

Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 421/ 2015 πρβλ επίσης, ΑΠ 326/2016).Περαιτέρω,ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.)περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.Α.Π. 5/2002).

Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν" αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα, χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.

Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά, που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα, είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 5/2002, ΑΠ1045/2017, ΑΠ 653/2014,πρβλ. επίσης, ΑΠ 868/2012). Επίσης, το ίδιο συμβαίνει, όταν στο απαλλοτριούμενο ακίνητο υπάρχουν και συστατικά - δένδρα- φυτείες, κατά την έννοια του αρ. 953 ΑΚ (ΑΠ 865/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/ 31-5- 1985) "Τροποποίηση των όρων δόμησης και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", όπως το διάταγμα αυτό ισχύει μέχρι σήμερα, ορίζεται ότι: "Άρθρο 1. 1.α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο εικοσιπέντε (25) μέτρα, β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται:

Ελάχιστο πρόσωπο 45 μ.Ελάχιστο βάθος 50 μ.Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών, και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-77 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/5-4-77 (ΦΕΚ-133 Δ') ελάχιστο εμβαδόν 2-000 μ2.

β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν, αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12-11-62 ημέρα δημοσίευσης του από ΒΔ/24-10-62 (ΦΕΚ-142/Δ').Ελάχιστο πρόσωπο:

δέκα (10) μέτρα. Ελάχιστο βάθος δέκα πέντε (15) μέτρα.Ελάχιστο εμβαδόν επτακόσια πενήντα (750) μ2. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12-9-64 ημέρα δημοσίευσης του από ΒΔ/21-7-64 (ΦΕΚ-141/Δ).Ελάχιστο πρόσωπο: είκοσι (20) μέτρα.Ελάχιστο βάθος τριάντα πέντε (35) μέτρα.Ελάχιστο εμβαδόν χίλια διακόσια (1.200) μ2. γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 17-10-78 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/6-10-78 (ΦΕΚ- 538/Δ').Ελάχιστο πρόσωπο:

είκοσι πέντε (25) μέτρα.Ελάχιστο βάθος: σαράντα (40) μέτρα.Ελάχιστο εμβαδόν δύο χιλιάδες (2.000) μ2. δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από τη 17-10-78 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/6-10-78 (ΦΕΚ-538/Δ) μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος Πδ/τος έχουν ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2.γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεων διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.Οι αποστάσεις του κτιρίου ορίζονται ως εξής:

α) Από τα όρια του γηπέδου δέκα πέντε (15) μέτρα τουλάχιστον, β) Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω: βα) Προκειμένου για ανέγερση κατοικίας σε γήπεδα που υφίστανται κατά τη 15-4-81 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/27-3-81 (ΦΕΚ-209/Δ) με ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2 οι πλάγιες αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε επτά και μισό (7,50) μέτρα εφόσον τηρουμένης της απόστασης των δέκα πέντε (15) μ.

δεν είναι δυνατή η οικοδόμηση. Το μέγιστο πλάτος του κτιρίου στην περίπτωση αυτή πρέπει να μην υπερβαίνει τα δέκα (10) μέτρα, ββ) Οι πλάγιες και οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων και οικοδομήσιμων γηπέδων της παραγράφου 2 του παρόντος ορίζονται σε δύο και μισό (2,50) μ. τουλάχιστον για τα γήπεδα της υποπερίπτωσης αα της περιπτώσεως β και σε πέντε (5) μ.

τουλάχιστον για τα γήπεδα της περίπτωσης α και των υποπεριπτώσεων ββ και γγ της περίπτωσης β. Για τα γήπεδα της περίπτωσης β οι αποστάσεις αυτές ισχύουν μόνον εφόσον τα μήκη προσώπου και βάθους του γηπέδου είναι μικρότερα των: 20 μέτρα για το πρόσωπο και 35 μ. για το βάθος, για τα γήπεδα της υποπερίπτωσης αα της περίπτωσης β, και 45 μέτρα για το πρόσωπο και 50 μ.

για το βάθος, για τα γήπεδα των υποπεριπτώσεων ββ, γγ της ίδιας περίπτωσης β.γγ) Οι διατάξεις της προηγούμενης υποπεριπτώσεως ββ εφαρμόζονται ανάλογα και για γήπεδα των περιπτώσεων γ και δ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, γ) Οι αποστάσεις του κτιρίου ορίζονται εκ του ορίου της ζώνης της απαλλοτριώσεως για τη σιδηροδρομική γραμμή 15 μ.

τουλάχιστον, από την όχθη τυχόν ρέματος 10 μ. τουλάχιστον και 10 μ. τουλάχιστον από τα όρια δασικής έκτασης. Οι αποστάσεις αυτές υπερισχύουν των αποστάσεων της προηγούμενης περίπτωσης β για γήπεδα που το όριο της ιδιοκτησίας ταυτίζεται με το όριο της ζώνης απαλλοτριώσεως για την σιδηροδρομική γραμμή, την όχθη ρέματος ή το όριο δασικής έκτασης".

Περαιτέρω, η θέση του κτιρίου εντός του ακινήτου καθορίζεται, όσον αφορά την ελάχιστη απόσταση τοποθέτησής του από τον άξονα του οδικού δικτύου, από το ΠΔ 209/98 (ΦΕΚ 169/Α/15.7.1998), το άρθρο 2 του οποίου ορίζει ότι: "1. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής:

α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής,β) Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής,γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου..." (ΑΠ 148/2018, ΑΠ 631/2018, ΑΠ 300/2016, ΑΠ 1122/2012).

Εξάλλου,αναφορικά για το παραδεκτό της άσκησης ανταίτησης- παρέμβασης δια των προτάσεων πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως,στο άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/01 ορίζεται, ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απολλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.

Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 και 5 του Ν. 2882/01 συνάγεται ότι: α) Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού (που απέμεινε), δικαιούται να ζητήσει με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του Εφετείου τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως (για το απαλλοτριωθέν) και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απόμειναν τμήμα, β) Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση οριστικού προσδιορισμού ενώπιον του Εφετείου εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα, για τα οποία ζητείται οριστικός προσδιορισμός (εάν δε η αίτηση αυτή περιέχει και αίτημα για παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, ο καθού δύναται με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του να ασκήσει και αντίθετη αίτηση για την αποζημίωση αυτή) και γ) Όταν όμως στην αίτηση, που ασκείται (από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο - όπως τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση) ενώπιον του Εφετείου δεν περιέχεται και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως, δεν μπορεί να ζητηθεί, ούτε από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, ιδιαίτερη αποζημίωση, με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, ακόμη και εκείνες της πρώτης συζητήσεως, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αυτής αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα είναι διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε και δεν αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, το οποίο έχει εισαχθεί παραδεκτώς με την κυρία αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, ούτε είναι παρεπόμενο αυτού.

Το ίδιο ισχύει και για άλλα αιτήματα, που εισάγονται με ανταίτηση, αλλά δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση (ΑΠ 24/2010, ΑΠ512/2011). Περαιτέρω το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε είναι διαφορετικό από τα κεφάλαια για τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ,για την αποζημίωση του εναπομείναντος και την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας.

Κατά συνέπεια, αν ασκηθεί στο Εφετείο αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν , ο αντίδικος του αιτούντος δεν μπορεί να ζητήσει με ανταίτηση τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, τον καθορισμό της αποζημίωσης για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ή την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τα αιτήματα που υποβάλλονται με ανταίτηση, χωρίς αυτά να έχουν υποβληθεί με εμπρόθεσμη αίτηση είναι απαράδεκτα.

Για τους ίδιους λόγους το παραπάνω αίτημα είναι απαράδεκτο και όταν υποβάλλεται με παρέμβαση που ασκούν κατά το άρθρο 20 παρ.6 Ν2882/2001 -ΚΑΑΑ (αρ. 19 παρ.5 ΝΔ797/1971) οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι με σχετική δήλωση ενώπιον του Εφετείου,δεδομένου ότι και η παρέμβαση αυτή πρέπει να έχει, αναγκαίως, ίδιο αντικείμενο με εκείνο της εκκρεμούς δίκης (αρ.79 παρ.1 ΚΠολΔ), η άσκησή της δε με προφορική δήλωση και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, δεν επιτρέπει την εκτίμηση αυτής ως αυτοτελούς αιτήσεως για τον απευθείας προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης από το Εφετείο (ΑΠ 1021/2017, ΑΠ 1993/2017,ΑΠ 667/2011, ΑΠ 24/2010, ΑΠ 1424/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.6 του Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ) και ισχύει και σήμερα ορίζεται ότι "σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος, ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς αποζημίωση δύναται να ζητήσει τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης των απαλλοτριούμενων από ανεξάρτητο και πιστοποιημένο Εκτιμητή, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθορισμού της αποζημίωσης. Η εν λόγω Έκθεση εκτίμησης, μπορεί να αντικαθιστά την Έκθεση προεκτίμησης της Επιτροπής του παρόντος άρθρου ή να χρησιμοποιείται παράλληλα για την απόδειξη της αξίας των απαλλοτριωθέντων".......Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου 6 του άρθρου 15 του Ν.2882/2001, που προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 76 του Ν.4146/2013, ορίζεται ότι ...."το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου, τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".... (ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1053/2017,ΑΠ 300/2016, ΑΠ 1305/2015).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ" ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 150/2015,πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 301/2018, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000 ,ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 234/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ,αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης για την επιδίκαση οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους (αξία γης) και των επικειμένων αυτού, με τον 10 λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον συναφή 5° λόγο αυτής κατά το Γ'σκέλος αυτού, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (όπως ορθά εκτιμάται και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ,όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 ΕΣΔΑ, 25 παρ.1 ,28 παρ.1 και 93 παρ.3 του Συντάγματος και άρθρο 13 παρ.1 του Ν.2882/2001, (οι οποίες, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και κατά τούτο οι ερευνώμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης κρίνονται αρκούντως ορισμένοι) και ειδικότερα, διότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες Α) ως προς την αξία των ακινήτων τους ,για τα οποία καθόρισε ενιαίως οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης ,που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική τους αξία ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και πλέον ειδικότερα, για τις ΚΠ 527,527α ,538 και 1051 ιδιοκτησίες, που είχαν (κατά την άποψη των αναιρεσειόντων) ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση, σύμφωνα με την έκθεση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή, Γ.

Κ. και τα τοπογραφικά διαγράμματα αυτών και επί πλέον, για την ΚΠ 542α ιδιοκτησία, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού, Ι. Σ., ενώ για τις λοιπές ιδιοκτησίες λόγω της θέσης και χρήσης αυτών Β) ως προς την αξία των επικειμένων όλων των ιδιοκτησιών (πλην της ΚΠ 1022,που δεν έχει επικείμενα) και ειδικά για την ΚΠ 542 ιδιοκτησία, διότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία, άλλως με αντιφατική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος για τα επικείμενα αυτής, δηλαδή σύρμα, 56 δένδρα ακτινίδια, ένα κοτέτσι και ένα τροχόσπιτο,διότι δήθεν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αυτών ,άλλως διότι δεν είναι συστατικά του εδάφους και μπορούν να απομακρυνθούν και Γ) ως προς τις τιμές κέρδους και ωφέλειας από την μελλοντική ανοικοδόμηση των ιδιοκτησιών ΚΠ 527,527Α, 538Α και 1051.

Επίσης, με τον συναφή 5° λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α'σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ως προς την προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, καθώς επίσης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΠΔ 24/1985 και ΠΔ 209/1998 για την εκτός σχεδίου δόμηση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες ΚΠ 527, 527Α, 538Α και 1051, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτού και έτσι το Εφετείο καθόρισε εσφαλμένα ως οριστική τιμή εδάφους και των επικειμένων αυτών, τιμές που αφορούν αγροτικά ακίνητα, ενώ θα έπρεπε για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, που είχαν ως δευτερεύουσα χρήση την οικοπεδική, να καθορίσει τιμές που αφορούν άρτια με οικιστική ή βιομηχανική χρήση ακίνητα και για τις λοιπές ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών λόγω της θέσης και της χρήσης τους.

Εξάλλου, αναφορικά με το κεφάλαιο επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα μετά την απαλλοτρίωση όλων των ένδικων ιδιοκτησιών (εκτός από τις ΚΠ 1022 και ΚΠ 1051, για τις οποίες η ανταίτηση είχε κριθεί απαράδεκτη και συνεπώς δεν ερευνήθηκαν κατά το κεφάλαιο αυτό), οι αναιρεσείοντες με τον 1° αναιρετικό λόγο και τον συναφή 5° κατά το Γ'σκέλος αυτού αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται (και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ,όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες) για την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του Ν.2882/2001, διότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 λόγω της απομείωσης της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και ειδικότερα Α) για τις ΚΠ527,527Α και 538Α ιδιοκτησίες ,οι οποίες πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση και για την τήρηση των αποστάσεων κτιρίων από τα όρια της απαλλοτρίωσης ,ενώ μετά την απαλλοτρίωση κατέστησαν μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες.

Β) για την ΚΠ 542 ιδιοκτησία,που αν και αποτελείται από δύο διαιρετές ιδιοκτησίες (ΚΠ 542 και ΚΠ542Α) αξιολογήθηκε ως ενιαία ιδιοκτησία, που δεν υφίσταται απομείωση χωρίς να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για κάθε επί μέρους τμήμα αυτής και Γ) ως προς την ΚΠ 1040 ιδιοκτησία ,όπως και για όλες τις λοιπές ιδιοκτησίες, που απομειώθηκε πλήρως η αξία των εναπομενόντων τμημάτων τους λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του νέου δρόμου στην αγροτική χρήση αυτών ,(πλην των ΚΠ 1022 και 1051 ιδιοκτησιών, για τις οποίες το σχετικό αίτημα είχε απορριφθεί ως απαράδεκτο κατά τα προαναφερόμενα).

Τέλος, με τον επίσης συναφή 5° αναιρετικό λόγο, κατά το Α'σκέλος αυτού, αναφορικά με το ίδιο κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 17 Συντάγματος, 13 παρ. 4 Ν.2882/2001, ΠΔ 24/1985 και ΠΔ 209/1998, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτών, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των ΚΠ 527,527Α και 538Α ,που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία αυτών, ενώ για την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία δεν καθόρισε καθόλου ιδιαίτερη αποζημίωση,αλλά κρίθηκε ως ενιαίο ακίνητο με την ΚΠ542 ιδιοκτησία.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω συναφών αναιρετικών λόγων ,που αφορούν το κεφάλαιο οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους και των επικειμένων αυτού και της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων τμημάτων, προκύπτει, ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν ειδικότερα το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους των ένδικων ιδιοκτησιών:

"Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με αριθμό Κ.Π.542, και 1022 βρίσκονται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην περιοχή ΔΔ ..., με απόσταση μέχρι 1000 μέτρα, δεξιά της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Αθηνών, χωρίς πρόσοψη στην Εθνική οδό, είναι αρδευόμενα και σε κάποια από αυτά υπάρχουν μονοετείς καλλιέργειες. Αποτελούν εκτάσεις αρδευόμενες με κατά προορισμό χρήση την αγροτική εκμετάλλευση.

Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα με επίκληση φύλλα αντικειμενικής αξίας των επιδίκων, η αξία τους ανέρχεται σε 3,42 ευρώ/ τ.μ (σχετ.58) δ)Το απαλλοτριούμενο ακίνητο με αριθμό Κ.Π 1040, βρίσκεται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην Κτηματική περιοχή ΔΔ …. χωρίς πρόσοψη στην εθνική οδό σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από τη θάλασσα και έως την Εθνική Οδό.

Αποτελεί έκταση αρδευόμενη με κατά προορισμό χρήση την αγροτική εκμετάλλευση, γι αυτό, άλλωστε και επ' αυτού υπάρχουν πολυετείς καλλιέργειες (ελαιόδενδρα). Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση φύλλο αντικειμενικής αξίας του επιδίκου, η αξία του ανέρχεται σε 17,64 ευρώ/τ.μ. (σχετ.59) ε)το απαλλοτριούμενο ακίνητο με αριθμό Κ.Π 1051, βρίσκεται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην Κτηματική περιοχή Δ.Δ.

…., χωρίς πρόσοψη στην Εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μέτρων από την θάλασσα και έως την Εθνική Οδό. Αποτελεί έκταση αρδευόμενη με κατά προορισμό χρήση την αγροτική εκμετάλλευση, γι αυτό, άλλωστε, και σε αυτό υπάρχουν μονοετείς καλλιέργειες. Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση φύλλο αντικειμενικής αξίας των επιδίκων, η αξία του ανέρχεται σε 12,6 ευρώ/τ.μ (σχετ.60) στ)Το απαλλοτριούμενο ακίνητο με αριθμό Κ.Π 538Α, βρίσκεται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην Κτηματική περιοχή ΔΔ …., με πρόσοψη στην Εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών.

Αποτελεί εκτάση αρδευόμενη με κατά προορισμό χρήση την αγροτική εκμετάλλευση, γι αυτό, άλλωστε, και σε αυτό υπάρχουν καλλιέργειες (ελαιόδενδρα). Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση φύλλο αντικειμενικής αξίας του επιδίκου, η αξία του ανέρχεται σε 27,48 ευρώ/τ.μ (σχετ.61) ζ) Για το με αριθμό Κ.Π.527Α, απαλλοτριούμενο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην Κτηματική περιοχή πρώην Δήμου Ανατολικού Ολύμπου (νυν Δίου - Ολύμπου), με πρόσοψη σε αγροτικό οδό, με εντός αυτού πολυετείς καλλιέργειες (ελιές) σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση φύλλο αντικειμενικής αξίας του επιδίκου, η αξία ανέρχεται σε 4,7• ευρώ/τμ. (σχετ. 62) η)Για το με αριθμό Κ.Π.527, απαλλοτριούμενο ακίνητο (εκτίμηση της 10.2.2009), το οποίο βρίσκεται εκτός πολεοδομικού σχεδίου και οικισμού, στην Κτηματική περιοχή πρώην Δήμου Ανατολικού Ολύμπου (νυν Δίου - Ολύμπου) και ΔΔ ..., με πρόσοψη σε αγροτική οδό, με εντός αυτού μονοετείς καλλιέργειες σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση φύλλο αντικειμενικής αξίας του επιδίκου, η αξία ανέρχεται σε 3,42 ευρώ/τμ. (σχετ. 63).....Όσον αφορά στην αξία της γης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των εκτιμήσεων των διαδίκων, εκείνης της εκτιμητικής επιτροπής, των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αυτών που προκύπτουν από τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο μάρτυρας του ελληνικού Δημοσίου, Δ. Π. ο οποίος είναι Πολιτικός Μηχανικός, αναφέρθηκε στην έκθεση του Ορκωτού Εκτιμητή του Ελληνικού Δημοσίου που προσδιορίζει τις τιμές των ακινήτων μεταξύ των 22 και 60 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, προσδιόρισε την αξία των επιδίκων ίση με εκείνη, που αναφέρεται στην προσκομιζόμενη από 8.11.2005 έκθεση της επιτροπής προεκτίμησης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, η οποία (αξία) ταυτίζεται περίπου με την αντικειμενική τους αξία, όπως προσδιορίστηκε παραπάνω.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τα συγκριτικά στοιχεία δέχθηκε τα εξής: "Με τις με αριθμούς 188/2005 και 76/2007 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας για όμορα των επιδίκων ακινήτων ακίνητα σε ποσά από 35 έως 105 ευρώ το τ.μ....". Επίσης το Εφετείο αξιολόγησε ως συγκριτικά στοιχεία 3) Την υπ' αριθμ. 126/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία καθόρισε για ακίνητα εφαπτόμενα της επαρχιακής οδού Ν.

…, τα οποία γειτνιάζουν με τα ακίνητα με ΑΚΠ 548, 549, προσωρινή τιμή μονάδος στο ποσό των 105€/τμ., τα οποία απαλλοτριώθηκαν από το Δημόσιο για την κατασκευή της εθνικής οδού (συμπληρωματική απαλλοτρίωση στο τμήμα Ραψάνη - ...ς). 4} Την υπ' αριθμ. 114/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος το ποσό των 85 ευρώ/τμ και 100 ευρώ/τμ για ακίνητα της περιοχής Ν.

Παντελεήμονα εφαπτόμενα της εθνικής οδού, τα οποία απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου και τα οποία είναι υποδεέστερα σε αξία των επιδίκων. 5) Το με αριθμ. ….29/1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θ. Κ. -Ζ., σύμφωνα με το οποίο μεταβιβάστηκε το παρόν ακίνητο στον Σύλλογο "..." και εκτιμήθηκε από την Β' Δ.Ο.Υ.

Κατερίνης (προεκτίμηση) στο ποσό 36.703.884δραχμές ή 107.714,99 ΕΥΡΩ αναγόμενο 18.351,94 δρχ. (36.703.884δρχ./2.000) ανά τ.μ ή 53, 86 ΕΥΡΩ το έτος 1998.....Τέλος, οι λοιποί ανταιτούντες επικαλούμενοι τις αναφερόμενες στις προτάσεις τους τεχνικές εκθέσεις και τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία, ήτοι συμβόλαια μεταβίβασης και δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες καθορίζεται προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης αντίστοιχα, τα οποία και προσκομίζουν μετ' επικλήσεως, εκθέτουν ότι η οριστική τιμή μονάδας πρέπει να καθοριστεί:

για το ακίνητο υπ' αριθ.ΚΠ 527 σε 209,63 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 527Α' σε 209,63 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 538Α σε 220,11 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 542 σε 160 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 542Α σε 160 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 1022 σε 160,00 €/τ. μ., για το ακίνητο υπ' αριθ. ΚΠ 1040 σε 120,00 €/τ.μ., για το ακίνητο υπ' αριθ.

ΚΠ 1051 σε 220,11 €/τ.μ.. Στο σημείο αυτό, πρέπει να λεχθεί ότι με την υπ' αριθ. 841/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης η αξία των απαλλοτριωθέντων για την ολοκλήρωση του αυτοκινητόδρομου Λάρισας - Θεσσαλονίκης, τμήμα αρχή Κ. Ρ. - ..., υποτμήμα: Ανισόπεδος κόμβος ... με την υπ' αριθ. 1103375/10740/0010/20.12.2000 ΚΥΑ ακινήτων, τα οποία βρίσκονται ακριβώς στην ίδια περιοχή με τα επίδικα, καθώς η επίδικη απαλλοτρίωση αποτελεί συνέχεια της ανωτέρω, καθορίσθηκε με κρίσιμο χρόνο την 21.5.2007 ως εξής:....Ενόψει των παραπάνω το παρόν .......Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο της συζήτησης των κρινόμενων αιτήσεων για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, στις 12.10.2015, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μετά των συστατικών και επικειμένων τους, αφού από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, στις 6.12.2007, παρήλθε έτος (άρθρα 17 παρ. 2β' του Συντάγματος και 13 παρ. 1β' του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν.2985/2002), η πραγματική αξία τους, που καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντίκατάστασή τους με άλλα ισάξια, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή, χωρίς να υπολογίζεται η υποτίμηση ή η ανατίμησή τους, η οποία ενδεχομένως επήλθε από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την εκτέλεση του έργου στο οποίο αυτή αναφέρεται ή σε ενέργειες των ιδιοκτητών των επιδίκων, ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες στα παρακάτω αναγραφόμενα ποσά: 1)...2)για το ακίνητο με αριθμό 538Α, 4)για τα ακίνητα με αριθμούς 527, 527Α, 542, 1022, 1040, 1051, στο ποσό των 50 ευρώ ανά τ.μ.".

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα επικείμενα του εδάφους δέχθηκε επίσης, ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα: "Για το ακίνητο με ΚΠ 527- 5 ελιές μεσαίες: 70 €/δένδρο, 2 καρυδιές μεγάλες: 100 €/δένδρο - 1 συκιά μικρή: 60 €, 1 κουτσουπιά: 50 € - 1 φουντουκιά: 100 € - Συρματοπερίφραξη με σενάζι μήκους 37 μ.: 28 €/τ.μ. 2)για το ακίνητο με ΚΠ 527 Α- 5 μεσαίες ελιές: 70 €/δένδρο-Συρματοπερίφραξη με σενάζι μήκους 37 μ.: 28 €/τ.μ.

Για το ακίνητο με αρ ΚΠ 538Α : - Περίφραξη με σενάζ διαστάσεων 0,1 μ. χ 0,2 μ., τσιμεντοπασσάλους ύψους 1.8 μ., πλέγμα ύψους 1.6 μ. και τρεις σειρές αγκαθωτό, μήκους 71 : 28 €/μ.- 149 ελιές μεγάλες: 100 €/δένδρο - 206 δένδρα - κλήματα ακτινιδίων με αντιστήριξη: 30 €/τεμάχιο. - Σιδηροσωλήνας αντιστήριξης κληματαριάς για 206 δένδρα ακτινιδίων (κρεβατίνα) 1.936 μ.μ.

πάχους 1,5 ίντσας Χ 10 €/μ.μ.- 4 φιεζόγιες: 35 €/τεμάχιο.- 2 καρυδιές μεσαίες: 100 €/δένδρο.- 3 καστανιές μεσαίες: 100 €/δένδρο.- 2 κερασιές μεσαίες: 100 €/δένδρο.- 1 συκιά μεσαία: 100 €/δένδρο. Για το ακίνητο με αρ. ΚΠ 542 - Περίφραξη με σενάζ διαστάσεων 0.1 μ. Χ 0.2 μ., 96 τσιμεντοπασσάλους ύψους 1.8 μ., πλέγμα ύψους 1.6 μ. και τρεις σειρές αγκαθωτό συνολικού μήκους 216 μ.: 28€/μέτρο.- Σιδηροσωλήνας αντιστήριξης (κρεβατίνα) με κάθετες σειρές 720 μ., οριζόντιες σειρές 559 μ., όρθιες κολόνες 380 μ.

και αντιστήριξη 72 μ., ήτοι σύνολο 1.731 μ.μ. πάχους 1,5 ίντσας Χ 13 €/μ.μ. - πλαστικός αγωγός Φ32 PVC με σύστημα άρδευσης στάγδην 1731 μ.μ. Χ 10€- ενώ, δεν αποδεικνύεται ως επικείμενο για το εν λόγω ακίνητο, από τα περιεχόμενα στοιχεία στην διαβιβασθείσα τεχνική έκθεση του πορίσματος αυτοψίας, της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, Δεκεμβρίου 2007, Σύρμα χοντρό No 18 μήκους 4.620 μ.

και σύρμα οριζοντίων σειρών No 14 μήκους 420 μ., ήτοι σύνολο 5.040 μ., βάρους 2.217,6 κιλών: 1,50 €/κιλό, όπως επικαλείται ο αιτών, το οποίο άλλωστε, δεν αναφέρεται ούτε στους κτηματολογικούς πίνακες, αλλά, δεν αποτελεί και συστατικό του ακινήτου, αφού είναι δυνατή χωρίς ζημία η απομάκρυνσή του. 1 δαμασκηνιά μεγάλη σε 100€ το δέντρο. - 1 αχλαδιά μεγάλη σε 90€ το δένδρο, 2 μικρές σε 60€ το δένδρο - 17 ελιές μεγάλες σε 100€ το δένδρο, 10 μεσαίες σε 80€ το δένδρο, 23 μικρές σε 50€ το δένδρο. - 200 και όχι 256 δένδρα - κλήματα ακτινιδίων μεγάλα: 40€/δένδρο. - 1 καρυδιά μεγάλη: 120 € - 2 καρυδιές μικρές: 60 €/δένδρο- 6 τριανταφυλλιές: 30 €/δένδρο- 3 κυπαρίσσια: 90 €/δένδρο, ενώ, δεν αποδεικνύονται ως επικείμενα για το εν λόγω ακίνητο, από τα περιεχόμενα στοιχεία στην διαβίβασθείσα τεχνική έκθεση του πορίσματος αυτοψίας, της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, Δεκεμβρίου 2007, 1 κοτέτσι (περίφραξη 14 πάσσαλοι ύψους 2.6 μ., σίτα ψιλή 56 τ.μ.

Χ 1.3 ύψος, 5 λαμαρίνες μεταλλικές, 20 λαμαρίνες πολυεστερικές, 15 καδρόνια τριάρια, 10 πάσσαλοι Χ 1.2 μ. μήκος, 10 τ.μ. τσιμεντόστρωση,) - 1 σταθερό τροχόσπιτο (που χρησιμοποιείται ως αποθήκη), όπως επικαλείται ο αιτών, τα οποία άλλωστε, δεν αναφέρονται ούτε στους κτηματολογικούς πίνακες. ...... Για το Ακίνητο με ΚΠ. 1040 - Περίφραξη με τσιμεντοπασσάλους ύψους 1,8 μ., πλέγμα ύψους 1,6 μ.

και τρεις σειρές αγκαθωτό συνολικού μήκους 230 μ.: 30 €/μέτρο.- 1 αμυγδαλιά μεγάλη:100 €- 3 αχλαδιές μεγάλες: 90 €/δένδρο- 1 βερικοκιά μεγάλη: 90 €/δένδρο- 28 ελιές μεγάλες€/δένδρο - 2 ελιές μεσαίες: 70 €/δένδρο - 1 καρυδιά μεγάλη: 120 €/δένδρο - 2 κερασιές μεγάλες: 120€/δένδρο - 10 κλήματα: 20 €/κλήμα. - 1 κορομηλιά μεγάλη: 80€/δένδρο - 2 πλατάνια μεγάλα: 130€/δένδρο - 2 ροδακινιές μεγάλες: 100 €/δένδρο, 1 ροδιά μεγάλη: 80 € - 2 συκιές μεγάλες: 100€/δένδρο, για το ακίνητο με ΚΠ 1051 - Περίφραξη με τσιμεντοπασσάλους ύφους 1.8 μ.

και πλέγμα ύψους 1.6 μ. και τρεις σειρές αγκαθωτό συνολικού μήκους 80 μ.: 30 €/μέτρο. Για το ακίνητο με αριθμό ΚΠ 1050 από προφανή παραδρομή αντί του ορθού ΚΠ 1051 περίφραξη με σιδηροπασσάλους, ύψους 1,80μ και πλέγμα ύψους 1,60μ και 3 σειρές αγκαθωτό, προς 30 ευρώ το τρέχον μέτρο."....Τέλος, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με το κεφάλαιο επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των επίδικων ακινήτων των αναιρεσειόντων λόγω της απομείωσης της αξίας αυτών μετά την απαλλοτρίωση, δέχθηκε επίσης ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα:...."Εξάλλου, όσον αφορά μερικά από τα εν μέρει απαλλοτριούμενα ακίνητα τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα τους υφίστανται μείωση της αξίας τους ή καθίστανται άχρηστα για τη χρήση για την οποία προορίζονται λόγω της κατάτμησής τους, αλλά και λόγω της εκτέλεσης του έργου (ο κόμβος της νέας οδού θα κατασκευαστεί υπερυψωμένος και θα αποκλειστεί η πρόσβαση σ' αυτόν με μπάρες, ενώ θα υπάρχει αυξημένη ατμοσφαιρική και ηχητική ρύπανση), σύμφωνα δε με όσα έχουν λεχθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας και για τους λόγους αυτούς πρέπει, κατ' άρθρο 13§4 του Ν. 2882/2001, να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση στους ιδιοκτήτες, τόσο για τα εναπομείναντα τμήματα τα οποία υφίστανται μείωση της αξίας τους, όσο και για τα επικείμενα συστατικά τους σε όσες περιπτώσεις επηρεάζεται κατά την απ'όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία απορρέουσα κρίση του Δικαστηρίου η αξία τούτων, ως ακολούθως: 1) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 527, το οποίο πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 4.000 τ.

μ., και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, απαλλοτριώνεται έκταση 257 τ.μ. και μένει υπόλοιπο 3.743 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Μειώνεται η αξία αυτού κατά ποσοστό 20%. 2)Από το ακίνητο με ΑΚΠ 527Α, το οποίο πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 4.055 τ.μ., και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, απαλλοτριώνεται έκταση ^ 334 τ.

μ. και μένει υπόλοιπο 3.721 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Μειώνεται η αξία αυτού κατά ποσοστό 20%.....5) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 538Α, το οποίο πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 5.905 τ.μ., και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, απαλλοτριώνεται έκταση 2.484 τ.μ. από το κέντρο της ιδιοκτησίας και μένει υπόλοιπο 3.421 τ.

μ. χωρισμένο σε δύο τεμάχια, το οποίο είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Μειώνεται η αξία αυτού κατά ποσοστό 60% ...9)Όσον αφορά στο ΑΚΠ 542, από το οποίο απαλλοτριώνεται έκταση 1.462 τ.μ., αυτό ως ευρισκόμενο εκτός σχεδίου ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο πριν την απαλλοτρίωση, όπως παραμένει και μετά από αυτήν, και δεν αλλάζουν οι χρήσεις γης του ακινήτου.

Συνεπώς δεν υφίσταται μείωση η αξία του εναπομείναντος....33) Όσον αφορά στο ΑΚΠ 1040, από το οποίο απαλλοτριώνεται έκταση 1.778τ.μ., αυτό ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο πριν την απαλλοτρίωση, όπως παραμένει και μετά από αυτήν, και δεν αλλάζουν οι χρήσεις γης του ακινήτου.

Συνεπώς δεν υφίσταται μείωση η αξία του εναπομείναντος." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ερμήνευσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που εφάρμοσε και συγχρόνως διέλαβε σαφείς και πλήρεις, έστω και συνοπτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις και μάλιστα, ξεχωριστά για κάθε ιδιοκτησία ,οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 13 παρ.1 και 4 Ν.2882/2001, 17 παρ. 1,25 παρ. 1,28 παρ.1 και 93 του Συντάγματος, 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,άρ.6 ΕΣΔΑ, τις οποίες εφάρμοσε ,ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΠΔ 24/1985 και ΠΔ 209/1998, διότι τα περιστατικά, που έκρινε ανελέγκτως ,ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως,αλλά ούτε εκ πλαγίου.

Πιο συγκεκριμμένα, το Εφετείο ως προς την οριστική τιμή εδάφους (αξία γης) και των επικειμένων των απαλλοτριούμένων ακινήτων εκθέτει με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων , όσον και των επικειμένων αυτών, εφόσον έλαβε υπόψη του την αξία, που είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, τις δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν στην ίδια περιοχή , καθώς και τα έγγραφα, που ειδικά μνημονεύει στις σελίδες 53 έως 58 της απόφασής του, τα οποία είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους.

Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι εσφαλμένα το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διότι δεν αιτιολόγησε ειδικά την απόκλιση των τιμών, που δέχθηκε σε σχέση με τις οριστικές τιμές μονάδος για την αξία του εδάφους και των επικειμένων, που αναφέρονται στην έκθεση του πιστοποιημένου ανεξάρτητου εκτιμητή, Γ.

Κ., είναι χωρίς νομική σημασία, διότι η έκθεση αυτή δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 15 παρ.6 του Ν.2882/2001, δηλαδή, κατόπιν αιτήσεως του υπέρ ού η απαλλοτρίωση ή του υποχρέου προς αποζημίωση και, συνεπώς, αποτελεί έκθεση τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, η οποία συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με όσα ειδικότερα, αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 72 αυτής.

Επίσης, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία δεν καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για τα επικείμενα της ΚΠ 542 ιδιοκτησίας, για τα οποία παραπονούνται με τον 1° αναιρετικό λόγο, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Εφετείο ,στις σελίδες 104 και 105 της απόφασής του, ρητά αναφέρει, ότι δεν αποδείχθηκε ως επικείμενο το κοτέτσι και το τροχόσπιτο, ότι το σύρμα δεν συνιστά συστατικό του ακινήτου, υπό την έννοια των άρθρων 953-954 του ΑΚ, εφόσον μπορεί ευχερώς να απομακρυνθεί,χωρίς την πρόκληση ζημίας, ενώ επίσης, ανελέγκτως αναιρετικά, δέχεται ότι αποδείχθηκε, ότι στην ως άνω ιδιοκτησία υπάρχουν 200 κλήματα ακτινιδίων και όχι 256, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Ακολούθως, το Εφετείο με πλήρη και όχι αντιφατική αιτιολογία καθόρισε οριστική τιμή μόνο για τα λοιπά επικείμενα της ΚΠ 542 ιδιοκτησίας. Η περαιτέρω αιτίαση, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία δεν καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία, αλλά μόνον για την ΚΠ 542 ιδιοκτησία πρέπει επίσης να απορριφθεί,πρωτίστως ως απαράδεκτη.

Και τούτο διότι,όπως προκύπτει από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της κύριας αίτησης, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους και των επικειμένων μόνον της ΚΠ 542 ιδιοκτησίας.

Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες - ανταιτούντες απαράδεκτα υπέβαλαν το αίτημα αναφορικά με την ΚΠ 542α ιδιοκτησία, χωρίς συγχρόνως να ασκήσουν αυτοτελή αντίθετη αίτηση, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί στην σχετική μείζονα σκέψη περί παραδεκτής άσκησης της ανταίτησης, για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης.

Επομένως,κατά τούτο πρέπει να συμπληρωθεί το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που με την σιγή απόρριψη του αιτήματος για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για την αξία γης και των επικειμένων της ΚΠ 542α ιδιοκτησίας, στηρίζει ορθό διατακτικό και συνακόλουθα ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ,να ασκήσουν αναίρεση ως προς το κεφάλαιο αυτό που αφορά την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ ΑΠ258/2015, ΑΠ 1437/2012).

Επίσης η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τις τιμές κέρδους και ωφέλειας από την μελλοντική ανοικοδόμηση των ιδιοκτησιών ΚΠ 527, 527Α, 538Α και 1051 πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), διότι τέτοιο αίτημα δεν είχε υποβληθεί με την ανταίτηση - παρέμβαση, αλλά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι τα ανωτέρω ακίνητα (πλην της ΚΠ 1051 ιδιοκτησίας) ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα και ότι μετά την απαλλοτρίωση απώλεσαν τον χαρακτηρισμό αυτό και ότι πλέον η κατά προορισμό χρήση τους είναι η αγροτική εκμετάλλευση.

Το χαρακτηριστικό αυτό το έλαβε υπόψη του το Εφετείο κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς περί μελλοντικής ανοικοδόμησης με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με το έτερο κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων (άρθρο 13 παρ.4 Ν.2882/2001) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των επιδίκων ιδιοκτησιών και τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής.

Πιο συγκεκριμμένα, για τις ΚΠ 542 και ΚΠ 1040 ιδιοκτησίες δέχεται ότι πριν την απαλλοτρίωση ήταν εκτός σχεδίου, χωρίς πρόσοψη σε κοινόχρηστη οδό, ότι η κατά προορισμό χρήση τους ήταν η αγροτική εκμετάλλευση, όπως και μετά την απαλλοτρίωση και ότι το εναπομένον τμήμα αυτών δεν υφίσταται απομείωση αξίας, εφόσον η κατά προορισμό χρήση του δεν έχει μεταβληθεί.

Για τις ΚΠ 527, 527Α και 538Α ιδιοκτησίες το Εφετείο δέχτηκε ότι πριν την απαλλοτρίωση ήταν εκτός σχεδίου, αλλά άρτιες και οικοδομήσιμες, σύμφωνα με το ΠΔ24/1985, αλλά ότι λόγω της κατάτμησής τους μετά την απαλλοτρίωση απώλεσαν την οικοδομησιμότητα και πλέον η κατά προορισμό χρήση τους είναι η αγροτική εκμετάλλευση, ενώ καθόρισε την απομείωση της αξίας τους-υπαξία, σε ποσοστό 20% για τις ΚΠ 527 και 527α ιδιοκτησίες και σε 60% για την ΚΠ 538Α ιδιοκτησία, με την παραδοχή ότι αυτή υφίσταται μεγαλύτερη απομείωση ,διότι απαλλοτριώθηκε από το κέντρο αυτής,από όπου διέρχεται η νέα οδός.

Πλέον τούτων το Εφετείο αιτιολογεί τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στην αξία όλων των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών και δέχεται επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η Νέα Εθνική Οδός (ΝΕΟ) είναι υπερυψωμένος αυτοκινητόδρομος, με μπάρες, που αποκλείουν την πρόσβαση στο έργο, ενώ επίσης προκαλείται ηχητική και ατμοσφαιρική ρύπανση λόγω της κυκλοφοριακής επιβάρυνσης .

Τέλος ,δέχτηκε με πλήρη αιτιολογία ότι όλα τα ακίνητα έχουν πλέον ως προορισμό χρήσης τη γεωργική εκμετάλλευση. Οι ανωτέρω αιτιολογίες για τις επίδικες ιδιοκτησίες (πλην των ΚΠ1022 και 1051 ιδιοκτησιών, για τις οποίες,όπως έχει προεκτεθεί, το σχετικό αίτημα των ανταιτούντων είχε απορριφθεί ως απαράδεκτο ελλείψει ίδιου αιτήματος στην κύρια αίτηση του Δημοσίου) είναι σαφείς και δεν περιέχουν αντιφάσεις και συνεπώς, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν χρειάζονταν άλλες αιτιολογίες για να στηριχθεί το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, το ελάχιστο βάθος και η απόσταση κτιρίου από τον άξονα της οδού, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, διότι τα ανωτέρω πολεοδομικά χαρακτηριστικά προϋποθέτουν τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων να είναι δομήσιμα, σύμφωνα με το ΠΔ 24/1985 και ΠΔ 209/1998, προϋπόθεση όμως, που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες ιδιοκτησίες μετά την απαλλοτρίωση δεν υπάγονται στα ανωτέρω ΠΔ/τα, διότι, η κατά προορισμό χρήση τους είναι η γεωργική εκμετάλλευση, ακόμη και για εκείνες (όπως οι ΚΠ 527, 527Α, 538Α), που πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες.

Και τούτο διότι απώλεσαν το απαιτούμενο εμβαδόν και επί πλέον δεν απέκτησαν πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο, όπως απαιτούν οι διατάξεις των ανωτέρω ΠΔ/των ,που είναι προϋπόθεση για να θεωρηθούν τα ακίνητα, έστω και κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα.

Κατόπιν όλων αυτών οι 1ος, 5ος κατά το Γ'σκέλος και 5ος κατά το Α'σκέλος αναιρετικοί λόγοι ,για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων, που προεκτέθηκαν και εφαρμόστηκαν και αφορούν τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία του εδάφους και των επικειμένων του και για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων τμημάτων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και εν μέρει ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αναλυτικά διακρίσεις.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1545/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με το κεφάλαιο επιδίκασης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης εδάφους και επικειμένων οι αναιρεσείοντες με τον 2° αναιρετικό λόγο ,κατά το Α'σκέλος αυτού, αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα,που προτάθηκαν και ειδικότερα 1) την έκθεση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή Γ.

Κ. ,2) τοπογραφικά διαγράμματα, 3) το υπ'αρ. …7/19-3-2004 εργολαβικό συμβόλαιο, 4) τις από 13-8-2007 έξη (6) αιτήσεις αυτών προς την Κτηματική Υπηρεσία, 5) την από 14-9-2007 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 Ν2882/2001, 6) το υπ'αρ. …50/2002 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο 7) το υπ'αρ….6/ 12-9-2007 πωλητήριο συμβόλαιο, 8) την υπ'αρ. 141/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, 9) την υπ'αρ.

….06/17- 10-2008 αίτησή τους προς το ΠΕΧΩΔΕ, 10) τεχνικές εκθέσεις του αγρονόμου- τοπογράφου-μηχανικού Α. Μ.,11) την τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ. για την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία, 12) το υπ'αρ. Α 321851/19-3-2012 έγγραφο της Εγνατίας Οδού και 13) την άδεια ανοικοδόμησης της ΚΠ1022 ιδιοκτησίας, τα οποία είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και με αριθμό σχετικού 1 έως 13, και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικά για την ΚΠ 542 ιδιοκτησία, που αν και αποτελείται από δύο διαιρετά τμήματα (542 και 542Α), δεν καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για το έδαφος και ιδιαίτερη αποζημίωση υπαξίας για την ΚΠ542Α ιδιοκτησία, καθώς επίσης οριστική τιμή μονάδος για τα επικείμενα της ΚΠ542 (σύρμα, δέντρα, κοτέτσι και τροχόσπιτο).

Επίσης, αναφορικά με το κεφάλαιο καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, με τον 2° αναιρετικό λόγο κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτούς και .ειδικότερα, τα 13 ως άνω συνολικά έγγραφα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων και ειδικά για την 542Α ιδιοκτησία, για την οποία δεν καθόρισε αυτοτελώς ιδιαίτερη αποζημίωση ,ενώ για τις ΚΠ 527, 527Α, 538Α και 1051, που απομειώθηκαν πλήρως, διότι αυτές απώλεσαν τις δυνατότητες οικοπεδικής αξιοποίησης, που είχαν πριν την απαλλοτρίωση.

Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους ως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις, δεν συνιστούν <πράγμα>,δηλαδή, αυτοτελείς ισχυρισμούς, κατά την έννοια της 559 αρ.8α ΚΠολΔ , αλλά στηρίζονται σε έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν ιδρύεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1543/2017).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011). Εξ άλλου δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 805/2017, ΑΠ 252/2005).

Με τον 2° αναιρετικό λόγο, κατά το Β'σκέλος αυτού (αναφορικά με το κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους και των επικειμένων αυτού) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά τους για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος της αξίας εδάφους και ιδιαίτερης αποζημίωσης της ΚΠ 542Α ιδιοκτησίας και των επικειμένων της ΚΠ 542 ιδιοκτησίας (σύρμα,50 δένδρα ακτινιδίων, κοτέτσι, τροχόσπιτο), καθώς επίσης άφησε αδίκαστο το αίτημά τους να διορθωθεί και να συμπληρωθεί ο Κτηματολογικός Πίνακας, ώστε να αποζημιωθούν πλήρως για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες.

Ο λόγος αυτός πρέπει, κατά το μέρος που αφορά την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημόσιου δεν περιείχε τέτοιο αίτημα και συνεπώς η ανταίτηση ήταν απαράδεκτη κατά τούτο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενους αναιρετικούς λόγους για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.

Επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτο αίτημα,που δεν είχε υποβληθεί με αυτοτελή αίτηση ή παρέμβαση (ΑΠ1995/2017, ΑΠ180/2014). Αναφορικά με την ΚΠ 542 ιδιοκτησία (την οποία ερεύνησε) το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την ανταίτηση, εκτός από τα ανωτέρω επικείμενα αυτής,που σύμφωνα με τις παραδοχές δεν αποδείχθηκαν.

Η μερική παραδοχή της ανταίτησης δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ ΚΠολΔ διότι το Δικαστήριο ερεύνησε αυτήν και την δέχθηκε κατά ένα μέρος, επομένως δεν την άφησε αδίκαστη όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Εξάλλου, αναφορικά με το συναφές αίτημα διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα, το οποίο το Εφετείο, κατ'αρχήν, δέχτηκε οτι είχε υποβληθεί παραδεκτά από τους ανταιτούντες (βλ.σελ. 62 της προσβαλλόμενης απόφασης) και αφορούσε τα ως άνω επικείμενα της ΚΠ 542 ιδιοκτησίας (και όχι της 542Α, την οποία δεν ερεύνησε κατά τα ανωτέρω), το Εφετείο επίσης (βλ.σελ.104 και 105), δέχτηκε με ειδική αιτιολογία, οτι αυτά δεν αποδείχθηκαν ως επικείμενα της ιδιοκτησίας αυτής από την τεχνική έκθεση του πορίσματος αυτοψίας της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων του ΠΕΧΩΔΕ του μηνός Δεκεμβρίου 2007.

Ακολούθως απέρριψε το αίτημα διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα για την ιδιοκτησία ΚΠ 542, όπως άλλωστε συνάγεται εξ αντιδιαστολής από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία αντιθέτως διέταξε τη διόρθωση του Κτηματολογικού Πίνακα για άλλες ιδιοκτησίες, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη (βλ.

σελ.188 αυτής). Περαιτέρω και αναφορικά με το Β'σκέλος του ίδιου αναιρετικού 2ου λόγου ως προς το κεφάλαιο καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την ΚΠ 542Α ιδιοκτησία, το οποίο, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο άφησε αδίκαστο, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτο, εφόσον κατ'αρ. 20 παρ.5 του Ν.2882/2001 το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να δικάσει απαράδεκτη ανταίτηση ελλείψει σχετικού αιτήματος της κύριας αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνακόλουθα,ο 2ος αναιρετικός λόγος κατά το Β σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολο του, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος,κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ"άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι'αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1046/2017,ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).

Με τον 3° λόγο της αίτησης αναίρεσης και για αμφότερα τα κεφάλαια περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα αυτού και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων μετά την απαλλοτρίωση των ακινήτων, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ειδικότερα α) την έκθεση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή Γ.

Κ., β) τα τοπογραφικά διαγράμματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, γ) την τεχνική έκθεση της Ε. Σ. για την ΚΠ542Α ιδιοκτησία,δ) τις καταθέσεις μαρτύρων και ε) τα συγκριτικά στοιχεία που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης για τα ανωτέρω κεφάλαια.• Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο ,όπως ήδη εκτέθηκε, συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (εκθέσεις τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα) για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ,όπως άλλωστε ρητά μνημονεύει στη σελίδα 66 της απόφασής του, χωρίς να έχει ειδική υποχρέωση να αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο.

Και είναι βέβαια αληθές ότι ορισμένα αποδεικτικά μέσα τα αξιολογεί ειδικά .κρίνοντας ότι αυτά έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, πλην η επιλεκτική αυτή αναφορά δεν μαρτυρεί ότι δεν έλαβε υπόψη του και εκείνα που ρητά δεν κατονομάζει, για τα οποία αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, διότι από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, προκύπτει χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι τα έλαβε και αυτά υπόψη.

Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ,όπως είναι τα ανωτέρω για τα οποία αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω με τον 4° αναιρετικό λόγο,όπως ορθά εκτιμάται, αναφορικά με το κεφάλαιο καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αξίας εδάφους και επικειμένων αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα την από 8-11-2005 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν.2882/2001 και τα από 7-11-2011 έντυπα αντικειμενικής αξίας γης της Β'ΔΟΥ Κατερίνης,τα οποία είχε προσκομίσει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσίβλητο ,αν και αυτά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου ως προς την εκτίμηση της αξίας γης και των επικειμένων.

Επίσης, με τον ίδιο 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης,όπως ορθά επίσης εκτιμάται, αναφορικά με το κεφάλαιο ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 7-9-2007 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 15 Ν.2882/2001, αν και αυτή είχε συνταχθεί ελλιπώς , χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά κάθε ιδιοκτησία, ζήτημα, που ήταν ουσιώδες για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες ΚΠ 527,527Α και 538Α .

Και ο λόγος αυτός στο σύνολο του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από το περιεχόμενο της ανταίτησης των αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με τις προτάσεις και επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρ. 561αρ.2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ανωτέρω ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προτάθηκαν ενώπιον του Εφετείου,αλλά το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς προτείνονται απαράδεκτα κατ'αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, ενώ δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις των περιπτώσεν α,β,γ του άρθρου αυτού. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001 λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις με δικαιολογητικό λόγο, ότι επιτυγχάνεται η ταχύτητα της διαδικασίας και ο περιορισμός των δικαστικών εξόδων, ούτε επίσης, η τυπικότητα των κανόνων αυστηρής απόδειξης συνάδει με την ανάγκη για ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία καθορισμού αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, όπως επιβάλει το Σύνταγμα.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 91/2017, ΑΠ152/2015 ,ΑΠ 620/2014).

Με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β'σκέλος αυτού, αναφορικά με το κεφάλαιο καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για την αξία εδάφους και των επικειμένων αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 8-11- 2005 έκθεσης της Εκτιμητικής Επιτροπής του άρθρου 15 Ν.2882/2001 και των από 7-11-2011 εντύπων αντικειμενικής αξίας της Β'ΔΟΥ Κατερίνης, τα οποία ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι,όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων και ειδικότερα της από 8-11-2005 έκθεσης περί της αξίας της γης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών, η οποία μνημονεύεται ως σχετικό έγγραφο με αριθμό 47 στη σελίδα 55 της προσβαλλόμενης απόφασης ,αλλά και των εντύπων αντικειμενικής αξίας που επίσης μνημονεύονται ως σχετικό έγγραφο με αριθμό 57 στις σελίδες 67 έως 69 ,αλλά το Εφετείο, αφού ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά σωστά ,δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά σ'αυτά, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε συνδυαστικά και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούσαν σωστό ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξίας γης και των επικειμένων των ιδιοκτησιών τους, το οποίο όμως, εκφεύγει κατ'αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι'αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του. Ούτε ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποιά αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, και ποιά αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 479/2010, ΑΠ 81/2007).

Με τον 5° λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Β'σκέλος αυτού, που αφορά το κεφάλαιο περί οριστικής τιμής μονάδος για την αξία γης και των επικειμένων, καθώς επίσης το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομενόντων τμημάτων, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα α) του κτηματολογικού πίνακα β) της από 8-11-2005 έκθεσης της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του Ν.2882/2001 γ) των από 7-11-2011 εντύπων αντικειμενικής αξίας της Β'ΔΟΥ Κατερίνης και έτσι το Εφετείο ήχθη σε λανθασμένη εκτίμηση ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, εφόσον δεν συμβιβάζεται με τη φύση και τον σκοπό της διαδικασίας του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Σε κάθε περίπτωση όμως στην παρούσα ειδική διαδικασία το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 969/2011). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολομ.ΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/2005).

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1, 2 παρ. 1 περ. α' , 3, 19 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του Ν. 3842/2010, σύμφωνα με την οποία δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι ο ανωτέρω φόρος προστιθέμενης αξίας επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, δηλαδή στον εντολέα του και δικαιούχο της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε ότι βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., άλλως θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ, (κατ'ορθή εκτίμηση και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ,όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν), για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 18 παρ.4 Ν.2882/2001 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 ΕΣΔΑ, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 Συντάγματος και 13 παρ.1 του Ν.2882/2001, τους οποίους το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ελλιπή,άλλως αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα με το να μην επιδικάσει στη δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους τον αναλογούντα ΦΠΑ με αντίστοιχη δική τους επιβάρυνση.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ'αρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω αίτημά περί ΦΠΑ προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της δια των προτάσεων ανταίτησης - παρέμβασης των αναιρεσειόντων, στην οποία εντελώς διηγηματικά ,άλλως αόριστα, αναφέρουν ότι η καταβαλλόμενη αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και δεν υπόκειται σε φόρο,κράτηση ή τέλος, χωρίς όμως ειδική αναφορά στην καταβολή ΦΠΑ και του ποσοστού αυτού ,όπως θα έπρεπε για την παραδεκτή προβολή του αιτήματος τους.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη,άλλως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις επί μέρους διακρίσεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ.Βδ ΚΠολΔ).

Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ),δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατ'αρ. 22 παρ.1 Ν.3693/1957, που, κατ'αρχήν, ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 251/2017), διότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ.4 του Ν2882/2001, περί αποκλεισμού της διάταξης περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης,στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του ΚΠολΔ, κατά το άρ.22 παρ.3 Ν.2882/2001 (ΑΠ148/2018, ΑΠ 1175/2015).Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις,ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα περί επιδίκασης δικαστικής δαπάνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς τον 13° αναιρεσείοντα τη συζήτηση της από 16-7-2017 (αρ.κατ. ..9/2017) αίτησης για την αναίρεση της υπ'αρ. 850/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001- Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων).

Απορρίπτει την από 16-7-2017 (αρ.κατ. …9/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 850/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του Ν.2882/2001- Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ