Supreme Court dismisses appeal against insurance payout, ruling statutory caps violate constitutional rights and EU law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance fund against a lower court's decision awarding damages to victims of a traffic accident. The plaintiffs argued that statutory caps on compensation for mental anguish and the mandatory use of a specific interest rate violated their constitutional rights and EU obligations. The court agreed, holding that such legislative restrictions effectively turn insurance premiums into taxes and contradict fundamental legal principles, thereby upholding the lower court's application of the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19(2) of PD 237/1986; Article 4(3)(c) of Law 4092/2012: Legislative caps on insurance compensation for mental anguish violate constitutional rights and EU law, rendering such provisions inapplicable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1681 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1681/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ι., 2) Ι. - Σ. Κ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μπαρδάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Α. χας Κ. Κ., το γένος Κ. Ρ., 5) Α. χας Κ. Κ., το γένος Κ. Ρ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 18-5-2014 αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Χ., 6) Μ. Κ. του Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 18-5-2014 αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Χ. και 7) Χ. Κ. του Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 18-5-2014 αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-7-2011 αγωγή των ήδη 3ης, 4ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Κ. του Χ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5105/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των 3ης, 4ης-5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν ο μεν ο θάνατος του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών διατυπώσεων μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια, όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφ' όσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος (ΑΠ 644/ 2014, ΑΠ 728/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των 5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων με την ιδιότητά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου, Κ.
Κ., που απεβίωσε στις 18-5-2014, όπως τούτο δηλώθηκε στα πρακτικά και δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο μέρος. Εξάλλου, η υπ' αρ. 305/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - εκκαλουμένη δημοσιεύτηκε στις 24-1-2014, ενώ η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στις 2-12-2015. Επομένως, ο θάνατος του αρχικού ως άνω διαδίκου επήλθε μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πολύ πριν την άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της, στις 9-3-2016.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατ' άρθρ. 558 ΚΠολΔ κατά των ανωτέρω καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, αρχικού διαδίκου, Κ. Κ. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς με την ανωτέρω ιδιότητά τους.
Περαιτέρω, η κρινόμενη από 8-3-2016 (αρ. 101/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5105/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Περαιτέρω η διάταξη με την οποία ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ.ΑΠ 3, 4 και 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 περ. γ' του Ν. 4092/2012, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, καθώς και των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 2 ΑΚ, 17, 20 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, 1ου Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 288 III της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, τους οποίους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα με το να απορρίψει την ένσταση ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε συγγενή του θύματος μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ με επιτόκιο 6% ετησίως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 17-8-2009, τραυματίστηκε θανάσιμα ο στενός συγγενής των αναιρεσιβλήτων, Α. Κ., από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ..., στη δικονομική και ουσιαστική θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ, ήδη αναιρεσείον, ότι οι 1ος και 2ος αναιρεσίβλητοι (πατέρας και ετεροθαλής αδελφός του θύματος) άσκησαν κατά του υπαιτίου οδηγού, που δεν είναι διάδικος σήμερα και κατά του ΕΚ την από 10-1-2011 (αρ.
κατ. 459/2011) αγωγή, με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ότι επίσης η 6η αναιρεσίβλητη, νόμιμη όσο ζούσε σύζυγος του θύματος, ατομικά αλλά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της καθώς και η Α. Κ. και ο Κ. Κ., πενθερά και πενθερός αντίστοιχα, του θύματος άσκησαν την από 29-7-2011 (αρ.
κατ. 5566/2011) αγωγή, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Οι ως άνω δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 305/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος αυτής, δέχθηκε τις αγωγές και ως προς το κεφάλαιο της ψυχικής οδύνης, ενώ διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης για τα αναφερόμενα σ' αυτήν κονδύλια.
Εξάλλου, το εναγόμενο ΕΚ άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, ως προς τις οριστικές της διατάξεις, την από 18-2-2014 (αρ. κατ. 1273/2014) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5105/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος αυτής δέχθηκε τον 3ο λόγο της έφεσης του ΕΚ περί περιορισμού των επιδικασθέντων ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε τις δύο ως άνω αγωγές, τις οποίες δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες και περιορίζοντας τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα κονδύλια, υποχρέωσε το εναγόμενο ΕΚ να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε γονέα του θύματος το ποσό των 60.000 ευρώ, στον ετεροθαλή αδελφό του θύματος 40.000 ευρώ και στον πενθερό και στην πενθερά του θύματος 15.000 ευρώ σε καθένα και λόγω του επισυμβάντος θανάτου του πενθερού, Κ.
Κ., επιμέρισε το ποσό, που του είχε επιδικασθεί, ισομερώς στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (χήρα και δύο κόρες αυτού) ήδη 5η, 6η και 7η αναιρεσίβλητες. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους 1ο και 2ο λόγους της έφεσης του ΕΚ, με τους οποίους το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για την απόρριψη της ένστασης περιορισμού της ευθύνης του, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 περ.
γ' του Ν. 4092/2012 μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο συγγενή της ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης με επιτόκιο 6% ετησίως, την οποία (ένσταση) το εκκαλούν ΕΚ είχε προβάλει παραδεκτά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές του το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, για το ανωτέρω ζήτημα: "...Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου εδ.
γ' του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8-11-2012), η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 26 του ν. 2496/1997, αντικαθίσταται ως ακολούθως: "2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο...
Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ' της προηγούμενης παραγράφου το συνολικό ποσόν για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα: α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία, η φύση και ο βαθμός της οποίας, καθώς και το ύψος αποζημίωσης, θα οριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ)...
Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Οι δικαιούχοι αποζημίωσης δύναται να διεκδικήσουν το υπόλοιπο ποσόν της ζημίας από την κοινή εκκαθάριση.
Οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως". Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου τέταρτου εδ. γ' και στ' περ. 5 του ν. 4092/2012 δεν εφαρμόζονται λόγω του ανίσχυρού τους, καθόσον:
α) εκείνες του εδ. γ' που ορίζουν ότι: "Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο" είναι ανίσχυρες κατ' άρθρο 288
ΙΙΙ της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ευθείας αντίθεσής τους προς το άρθρο 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-1-1983 "για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων" (84/5 ΕΟΚ), που ορίζει ότι: "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρεωτικής ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παρ. 1" και ο οποίος οργανισμός είχε ήδη προβλεφθεί στην εσωτερική νομοθεσία με τα άρθρα 16 επ.
του νόμου 489/1976, με τα οποία ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων". Είναι δε ευθέως αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις προς εκείνες της Οδηγίας που προαναφέρθηκε, αφού, περιορίζοντας στο ποσό των 6.000 ευρώ την αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μειώνουν στο ποσό αυτό τη μεγαλύτερη τούτου αξίωση αποζημίωσης για σωματικές βλάβες (στην οποία υπάγεται και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ΟλΑΠ 9/1993 ΝοΒ 42, 375), ήτοι κάτω του ελαχίστου ορίου της οικείας ασφαλιστικής κάλυψης, ενώ, κατά την ανωτέρω Οδηγία, η οποία, λόγω του παραπάνω σαφούς περιεχομένου της, έχει άμεση εφαρμογή, η αξίωση αυτή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα αυτά όρια της ασφαλιστικής κάλυψης, β) εκείνες του εδ.
στ' περ. 3, που ορίζουν ότι: "Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου, καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου...", είναι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ανίσχυρες, επειδή, καταργώντας, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου τους, αναδρομικά και τις υφιστάμενες δηλαδή κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4092/2012, λόγω επισυμβάντος μέχρι τότε τροχαίου ατυχήματος, ενοχικές αξιώσεις, έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έχει κυρωθεί, μαζί με τη Σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974, με υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ, καθόσον στην περιουσία που προστατεύεται από τα παραπάνω άρθρα περιλαμβάνονται, πλην άλλων και οι απλώς γεγεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησής τους, βάσει του ισχύοντος πριν την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 40/1998 ΝοΒ 47, 752), ενώ παράλληλα δεν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας που να δικαιολογούν την παραπάνω αναδρομική κατάργηση, όπως απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1668/2007 ΕλΔ 50, 1076).
Και τούτο, διότι, αν ως δημόσια ωφέλεια νοείται η θέση του Επικουρικού Κεφαλαίου, η διασφάλιση δηλαδή της ομαλής λειτουργίας του, με τη στάθμιση των υποχρεώσεών του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του υπόσταση (ΑΠ 957/2002 ΕλΔ 44, 1304), με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 4092/2012 αναιρείται η ίδια η λειτουργία του, αφού τούτο δεν θα καταβάλει πλέον παρά μόνο ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων των παθόντων τροχαίων ατυχημάτων, με αποτέλεσμα να καταργούνται δικαιώματα αυτών που κατ' επίφαση ο εν λόγω νόμος ήθελε να προστατεύσει και γ) εκείνες του εδ.
στ' περ. 5, που ορίζουν ότι: "Οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως", είναι ανίσχυρες, λόγω αντίθεσής τους με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αναγνωρίζουν ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, σε σχέση με τα λοιπά πρόσωπα ως προς το επιτόκιο που αυτά πληρώνουν, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αφού δεν υφίστανται λόγοι δημόσιου συμφέροντος που να καθιστούν ανεκτή την παραπάνω διαφοροποίηση, καθόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου που εξυπηρετούν, δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο λόγο δημόσιου συμφέροντος το ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, ενέχουν προσβολή της περιουσίας του παθόντος - δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, συνδρομή λόγου δημόσιου συμφέροντος και 25 παρ. 1 Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας που αυτό κατοχυρώνει, καθόσον, τούτο δε ισχύει για το σύνολο των εξεταζόμενων διατάξεων, τα ανωτέρω μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν είναι ούτε αναγκαία, αλλά ούτε και πρόσφορα για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το ανωτέρω επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα χωρίς κόστος για τους ασφαλισμένους, όπως με την αποτελεσματική προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά και τη μέριμνα για την εξάλειψη ή την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα (βλ.
Απόφαση ΕΔΔΑ της 22-5-2007 - αρ. προσφυγής 33977/06 - στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, ΝοΒ 56-1367, για την παραπάνω έννοια της αναγκαιότητας, ως ενός από τα τρία κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας, ΟλΑΠ 6/2009 ΕλΔ 50, 91 και, για την αυτεπάγγελτη έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων, ΕφΛαρ 311/2007 ΕλΔ 49, 835). Η παραδοξότητα της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης και τα άτοπα, τα οποία συνεπάγεται, καθίστανται εμφανή, αν αναλογιστεί κανείς, ότι η ρύθμιση αυτή στερεί ουσιαστικά την ασφαλιστική κάλυψη από τον ιδιοκτήτη κ.λπ.
αυτοκινήτου, ακόμη και στη μοναδική ίσως περίπτωση του οδηγητικού του βίου που θα προκαλούσε ατύχημα, παρά το γεγονός ότι, συμμορφούμενος με άλλη νομοθετική ρύθμιση, κατέβαλε, συνεπέστατα, σ' ολόκληρο τον παραπάνω βίο του, το σύνολο των ασφαλίστρων στις ασφαλιστικές εταιρείες, ένα μέρος των οποίων κατέληγε στο Επικουρικό Κεφάλαιο, για να τύχει της αναμενόμενης και υποσχεθείσας ασφαλιστικής κάλυψης, όταν θα προκαλούσε ατύχημα.
Εμφανίζεται, έτσι, το παράδοξο να υποχρεώνεται με ένα νόμο ο πολίτης να καταβάλει τα ασφάλιστρα, για να τύχει ασφαλιστικής κάλυψης και με άλλο νόμο, χωρίς να καταργείται η παραπάνω υποχρέωσή του, να στερείται, παρά το ότι ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω υποχρέωσή του, την ασφαλιστική κάλυψη που του υποσχέθηκαν.
Με τον τρόπο αυτό, επιβραβεύεται η αδυναμία ή η απροθυμία να ασκηθεί έλεγχος στην ασφαλιστική αγορά. Πρόκειται, συνεπώς, για νομοθετική ρύθμιση, η οποία, στερώντας από τον συνεπή οδηγό κ.λπ. την ασφαλιστική κάλυψη, που, λόγω της συνεχούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, ανέμενε και δικαιούται, μετατρέπει, ουσιαστικά, το ασφάλιστρο σε φόρο και μη ανταποδοτικό τέλος υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ρύθμιση, πέραν της αντίθεσής της προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικές διατάξεις, έρχεται, για το λόγο τούτο, σε αντίθεση και με το περί δικαίου αίσθημα, μη δυνάμενη, επομένως και από το λόγο αυτό, να τύχει εφαρμογής, ούτε, φυσικά, από το Δικαστήριο τούτο (ΕΑ 3969/2014 ΕπΣυγκΔ 2014, 461, ΕΑ 1958/2014 ΕπΣυγκΔ 2014, 7, ΕφΙωαν 345/2013 ΕπΣυγκΔ 2013, 516, ΕφΙωαν 304/2013 δημοσ.
ΝΟΜΟΣ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν εφάρμοσε την ως άνω τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 237/1986, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ' του Ν. 4092/2012 την οποία έκρινε ανίσχυρη ως προς τον περιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο συγγενή με επιτόκιο 6% ετησίως, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα του 1ου και 2ου τούτων, που παραστάθηκαν, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις και στα δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσιβλήτων (3ης έως 7ης), που παραστάθηκαν με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2016 (αρ. κατ. 101/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 5105/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της 3ης έως 7ης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ