Legislator Case Law & Legislation
1681/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce property division where appellate court relied on disputed university certificate.

Case Number 1681/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding post-divorce property division. The lower court found that the appellant contributed one-third to the increase in the respondent's assets, relying on a university diploma as proof of employment income. The court rejected the claim that the appellate court erred by considering a certificate whose authenticity was disputed and under criminal investigation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 1400(a) of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; An appeal based on the alleged improper consideration of a disputed document is inadmissible if the lower court based its finding on independent factual evidence rather than the contested document.

Keywords

AI generated
divorce property division appellate review standard disputed documentary evidence criminal investigation impact legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1400(a) of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1681 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1681/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. (Σ.) Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Μεταξά.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Κ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλκαίο-Νικόλαο Βγενόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 1400 εδ. α' Α.Κ: " Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής : "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 14 Ιανουαρίου 1993. Ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 778/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 22-12-2003. Κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων η εναγομένη στερούνταν οποιασδήποτε κινητής και ακίνητης περιουσίας.

Κατά τη διάρκεια όμως αυτού η εναγομένη απέκτησε με αγορά.... διαμέρισμα πολυκατοικίας..... επιφανείας 83,215τ.μ. ... Αποδείχθηκε περαιτέρω από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι το αληθές τίμημα του ως άνω ακινήτου ήταν 10.691.900 δραχμές, ενώ το αναγραφόμενο στο πιο πάνω συμβόλαιο ποσό των 5.691.900 δραχμών, αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία αυτού.

Αναφορικά με την αξία του ως άνω περιουσιακού στοιχείου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (Δεκέμβριος 2003 ), το Δικαστήριο ... καταλήγει στην κρίση με βάση και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η αξία αυτού κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ανερχόταν, στο ποσό των 90.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το τίμημα του ως διαμερίσματος αποπληρώθηκε κατά ένα μέρος, από την εναγομένη και συγκεκριμένα κατά το ποσό των 5.691.900 ευρώ, με χρήματα που της χορήγησε ως δωρεά ο πατέρας της λόγω του γάμου της...

Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι ο ενάγων κατέβαλε στον εργολάβο Π. Π., το πέραν του αναγραφόμενου στο παραπάνω συμβόλαιο ποσό του τιμήματος, που ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 δραχμών....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με την εναγομένη εργαζόταν αρχικά ως γυμναστής (υπάλληλος), έναντι μηνιαίου μισθού 100.000 δραχμών.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 27-10-1994, ήτοι 21 μήνες μετά το γάμο του έκανε αίτηση προς το γραφείο Φυσικής αγωγής της Νομαρχίας Αχαΐας για την αγορά του γυμναστηρίου με την επωνυμία "SPORTING CLUB", το οποίο του μεταβιβάστηκε το έτος 1995. Από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα έσοδα από την εργασία του αυτή, τα διέθετε αφενός μεν, για"[η διατροφή και τη συντήρηση του ίδιου και αφετέρου και της εναγομένης, η οποία δεν είχε εισοδήματα από εργασία κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αφού όπως αποδείχθηκε απασχολείτο κάποιες ώρες στο γυμναστήριο του ενάγοντα, χωρίς να προκύπτει συγκεκριμένο ωράριο και αμοιβή της.

Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνέβαλε οικονομικά στην απόκτηση του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου από την εναγομένη κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, σε ποσοστό 40,91% απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη ενστάσεως, περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντα στην επαύξηση της περιουσίας της.

Κατά συνέπεια ο ενάγων έχει αξίωση συμμετοχής στο ως άνω περιουσιακό απόκτημα της εναγομένης αντίστοιχη με τη δική του συμβολή, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 40,91 % και συγκεκριμένα στο ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων δέκα εννέα (36.819) ευρώ (90.000 ευρώ Χ 40,91%). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε καμία συμβολή του ενάγοντα στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης έσφαλε και είναι βάσιμος στην ουσία του, ο σχετικός λόγος της έφεσης...".

Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το αντιστοιχούν στη συμβολή του ποσό των 36.819 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα του τρόπου και του ποσοστού πραγματικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου τους, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρων 1400 A.K., την οποία εφάρμοσε το Εφετείο. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, κατ' ορθή υπαγωγή του, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, ενώ με βάση την παραδοχή του ότι το πραγματικό τίμημα της αγοράς στο όνομα της εναγομένης του διαμερίσματος ανερχόταν στο ποσό των 10.691.900 δρχ. και ότι μέρος αυτού από 5.000.000 δρχ. καλύφθηκε με χρήματα του ενάγοντος, δεν δέχθηκε την προκύπτουσα με βάση τα περιστατικά αυτά ποσοστιαία συμβολή του τελευταίου από 46,76% (5.000.000 XI00/10.691.900 ), αλλά συμβολή 40,91% που αυτός είχε επικαλεσθεί με την αγωγή του και προέκυπτε από την επίκληση ότι συνέβαλε στην αγορά του διαμερίσματος αντί τιμήματος 11.000.000 δρχ.

με το ποσό των 4.500.000 δρχ. ( 4.500.000 XI00/11.000.000 ) και όχι με εκείνο των 5.000.000 δρχ. που επικαλέσθηκε το πρώτον με τις πρωτόδικες προτάσεις του, η συμβολή δε αυτή ( 40.91% ) είναι μικρότερη από εκείνη του 42,09% που προκύπτει με βάση το πραγματικό τίμημα αγοράς του ακινήτου από 10.691.900 δρχ. (5.000.000X100/10.691.900 ) και την επικληθείσα με την ένδικη αγωγή συμβολή του ενάγοντος με το ποσό 4.500.000 δρχ. (4.500.000 Χ 100/ 10.691.900 ).

Έτσι με βάση και την παραδοχή του ότι η αξία του διαμερίσματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα ως συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης το ποσό των 36.819 ευρώ (90.000 Χ 40,91%), που είναι μικρότερο από το αιτηθέν με βάση την πραγματική συμβολή ποσό των 45.001 ευρώ και κατά τι μεγαλύτερη από το ποσό των 36.666,67 ευρώ που ζητήθηκε επικουρικά με βάση την τεκμαιρόμενη συμβολή.

Επομένως, οι δεύτερος από τους αριθ. 8 και 11 β', κατ' ορθή υπαγωγή, και τρίτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προέβαλε με την αγωγή του ο ενάγων, ήτοι ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης με το ποσό των 5.000.000 δρχ.

και όχι με εκείνο των 4.500.000 δρχ., το οποίο ομολογεί στην αγωγή του, ομολογία την οποία το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη, προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, ο υπολογισμός από το Εφετείο της συμβολής του ενάγοντος υπολογίστηκε τελικά σε ποσοστό μικρότερο από το προκύπτον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά.

Ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως έγγραφο, την εντός της προθεσμίας αντίκρουσης επικαλεσθείσα και προσκομισθείσα από την εναγομένη υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του Π. Π., με την οποία αυτός ανακάλεσε την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του, την οποία επικαλέσθηκε ο ενάγων το πρώτον με τις προτάσεις του και έλαβε υπόψη το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, είναι απαράδεκτος, διότι η ένορκη βεβαίωση τρίτου με την οποία αυτός ανακαλεί το περιεχόμενο προηγούμενης ένορκης βεβαίωσης του αποτελεί και αυτή ένορκη βεβαίωση κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ και για τη λήψη υπόψη αυτής από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται η επίκληση και απόδειξη ότι αυτή λήφθηκε μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που την επικαλείται, άλλως είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο (Α.Π. 205/2008 ), στην προκειμένη δε περίπτωση κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δεν προηγήθηκε προηγούμενη κλήτευση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα. εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλων ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλ' αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο ( Α.Π. 406/2006, 426/2005 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι" ο ενάγων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με την εναγομένη εργαζόταν αρχικά ως γυμναστής (υπάλληλος ), έναντι μισθού 100.000 δρχ., στη συνέχεια δε και συγκεκριμένα στις 27-10-1994, ήτοι 21 μήνες μετά τον γάμο του έκανε αίτηση προς το γραφείο φυσικής αγωγής της Νομαρχίας Αχαΐας για την αγορά του γυμναστηρίου με την επωνυμία " SPORTING CLU", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ...

βεβαίωσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος αποφοίτησε από το Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού ( Τ.Ε.Φ.Α.Α.) του ως άνω Πανεπιστημίου κατά το έτος 2000 και επομένως η δυνατότητα ενάσκησης της εργασιακής ειδικότητας του γυμναστή άρχισε να συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντος από το έτος 2000.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, δεν πρόκειται για παραμόρφωση εγγράφου, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου άλλο από το αναφερόμενο σ' αυτό, αλλά γίνεται αναφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση της με το εν λόγω έγγραφο, από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ουδεμία ειδική αναφορά κάνει στο εν λόγω έγγραφο, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι στήριξε σ' αυτό αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα.

Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ: " Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία -ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγινα ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Κατά δε το άρθρο 455 ΚΠολΔ: " Τα δημόσια έγγραφα θεωρούνται γνήσια και επιτρέπεται μόνο να προσβληθούν ως πλαστά. Το δικαστήριο μπορεί, αν έχει αμφιβολία για τη γνησιότητα του εγγράφου , να ζητήσει αυτεπάγγελτα εξηγήσεις από εκείνον που φέρεται ως εκδότης του εγγράφου".

Δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων είναι και εκείνο που εκδίδεται από Ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο, συνεπώς, θεωρείται γνήσιο και επιτρέπεται μόνο να προσβληθεί ως πλαστό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, οι οποίοι, όμως, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο υπάγονται στους αριθ. 8 και 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο ενάγων, ως απόφοιτος του Τμήματος Φυσικής Αγωγής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχε τη δυνατότητα να εργασθεί και εργάστηκε ως γυμναστής και με τα εισοδήματα του από την εργασία αυτή συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, έλαβε υπόψη του παράνομο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την υπ' αριθ. ...

βεβαίωση του ως άνω Πανεπιστημίου, με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων αποφοίτησε από το Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του εν λόγω Πανεπιστημίου το έτος 2000, της, οποίας, όμως, η γνησιότητα αμφισβητήθηκε από την εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω βεβαίωση είναι πλαστή, για την πλαστογραφία δε αυτής υπέβαλε ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέα την από 9-4-2010 μηνυτήρια αναφορά της δυνάμει της οποίας ασκήθηκε κατά του ενάγοντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία του ανωτέρω εγγράφου και παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Παρά ταύτα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της και χωρίς να διατάξει απόδειξη το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα έγγραφα. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι αντιφατικά προβάλλεται σε σχέση με τον προηγούμενο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο το αποδεικτικό του ως άνω πόρισμα δεν στήριξε στην υπ' αριθ. ...

βεβαίωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην οποία ουδόλως αναφέρεται, αλλά στο πραγματικό γεγονός, ( ανεξάρτητα από τυπικά προσόντα ), της εργασίας του ενάγοντος ως γυμναστού, για τον οποίο δεν δέχεται ότι είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (Τ.Ε.Φ.Α.Α.) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση της απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2012 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 151/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ