Legislator Case Law & Legislation
1681/2011 AI generated

1681/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1681/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1681/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.), τον πεντηκοστό πέμπτο Τ. Λ.), την πεντηκοστή έκτη (Τ. Ι.), την πεντηκοστή όγδοη (Τ. Ά.), τον πεντηκοστό ένατο (Φ. Σ.), τον εξηκοστό (Χ. Δ.), τον εξηκοστό πρώτο (Χ. Σ.), την εξηκοστή δεύτερη (Χ. Χ.) και την εξηκοστή τρίτη (Ψ. Σ.), ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 § 8 του Συντάγματος, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., και του άρθρου 8 § 5 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 7 του ΠΔ 164/2004, 8 § 3 Ν. 2112/1920.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1681 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1681/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. του Ι., 2) Β. Σ. του Χ., 3) Β. Μ. του Ε., 4) Β. Ι. του Χ., 5) Γ. Μ. του Ν., 6) Γ. Ι. του Μ., 7) Γ. Α. του Ν., 8) Δ. Α. του Π., 9) Ε. Μ. του Ι., 10) Ζ. Ζ. του Κ., 11) Ζ. Ο. του Μ., 12) Θ. Γ. - Ά. του Γ., 13) Ί. Μ. του Γ., 14) Ι. Ν. του Α., 15) Κ. Α. του Κ., 16) Κ. Ε. του Φ., 17) Κ. - Φ. Κ. του Ι., 18) Κ. Σ. του Ν., 19) Κ. Π. του Ι., 20) Κ. Χ. του Δ., 21) Κ. Ε. του Ε., 22) Κ. Α. του Α., 23) Κ. Κ. του Ν., 24) Κ. Π. του Θ., 25) Κ. Γ. του Α., 26) Κ. Ι. - Ά. του Α. - Ά., 27) Κ. Ι. του Γ., 28) Λ. Α. του Σ., 29) Μ. Ι. του Α., 30) Μ. Μ. του Α., 31) Μ. Μ. του Γ., 32) Μ. Έ. του Ν., 33) Μ. Θ. - Π. του Ν., 34) Μ. Α. του Β., 35) Μ. Ε. του Κ., 36) Μ. Ν. του Π., 37) Μ. Κ. του Ι., 38) Μ. Ε. - Ά. του Α., 39) Μ. Γ. του Π., 40) Ν. Α. του Ν., 41) Ο. Σ. του Α., 42) Π. Α. του Θ., 43) Π. Γ. του Ε., 44) Π. Α. του Γ., 45) Π. Ε. του Π., 46) Π. Μ. του Ι., 47) Π. Μ. του Δ., 48) Ρ. Δ. του Γ., 49) Σ. Σ. του Φ., 50) Σ. Δ. του Σ., 51) Σ. Δ. του Χ., 52) Σ. Δ. του Γ., 53) Σ. Ι. του Κ., 54) Τ. Α. του Α., 55) Τ. Ε. του Γ., 56) Τ. Ι. του Γ., 57) Τ. Σ. του Σ., 58) Τ. Ά. του Π., 59) Φ. Σ. του Α., 60) Χ. Δ. του Ι., 61) Χ. Σ. του Σ., 62) Χ. Χ. του Π., 63) Ψ. Σ. του Ν., κατοίκων όλων … και 64) πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη εξήντα τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς υπέρ αυτών ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 64ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 947/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1129/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-11-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, εβδόμου, ογδόου και ενάτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης της από 9-5-2008 αίτησης για αναίρεση της 1129/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις εκθέσεις επιδόσεως, 11532-11533-11534-11535/1-10-2008, 11536-11537-11609-11612/2-10-2008, 1538-11539/1-10-2008, 11615-11540/2-10-2008, 11541/1-10-2008, 11631/2-10-2008, 11542-11563-11544-11545/1-10-2008, 11616/2-10-2008, 11545-11547/1-10-2008, 11611-9691-11613/2-10-2008, 11548-11549-11550-11551-11552-11553-11554-1155511556-11557/1-10-2008, 11632/2-10-2008, 11558-11559-11560-11561-/1-10-2008, 11618/2-10-2008, 11562-11563-11564-11565-11566-11567/1-10-2008, 9687/2-10-2008, 11568-11569-11570-11571-11572-11573-11574-11575-11576-11577-/1-10-2008 και 11633-/2-10-2008 11578-11513/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 9687-9688-9691- 9692/2-10-2008 της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Αθηνών ...

και 8369-8375/2-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 9-5-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 2-12-2008, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, με κλήση προς αυτούς για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο.

Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τις 7-4-2009, οπότε όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε και πάλι η συζήτησή της για τη δικάσιμο για τη δικάσιμο της 2-2-2010, οπότε κατά τον αυτό τρόπο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη νέα αυτή μετ` αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 1296/2006) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ).

Επειδή, στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτή καθ' εαυτή, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης έργου (άρθρο 681 ΑΚ) στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 §1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ.Ολ.7/2011, ΑΠ 1109/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε ότι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων", προκειμένου να εργαστούν ως μουσικοί στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, ως ακολούθως: (Εντός παρενθέσεως αναφέρεται ο α.α.

των εναγόντων ως εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατήργησε τη δίκη λόγω παραίτησής τους από το δικόγραφο της αγωγής) ο πρώτος (1ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, ο τέταρτος (2ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η πέμπτη (3η) στις 15-11-2000 ως χορωδός - άλτο, η έκτη (4η) στις 15-11-2000 ως χορωδός ¬ άλτο, ο έβδομος (5ος) στις 28-9-2000 ως χορωδός - μπάσσος, ο όγδοος (6ος) την 1-9-2002 με ειδίκευση στο όργανο κόρνο, ο ένατος (7ος) την 1-6-2000 με ειδίκευση στο όργανο βιόλα, ο δέκατος (8ος) στις 21-11-2000 ως χορωδός - μπάσσος, ο ένδέκατος (9ος) την 1-5 -2000 με ειδίκευση στο όργανο κοντραμπάσσο, η δέκατη τρίτη (10η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, ο δέκατος τέταρτος (11ος) την 1-7-2001 με ειδίκευση στο όργανο βιολοντσέλλο, η δέκατη πέμπτη (12η) την 1-6-1999 με ειδίκευση στο βιολί, η δέκατη έκτη (13η) την 1-11-2001 ως χορωδός - σοπράνο, ο δέκατος έβδομος (14ος) στις 15-7-2001 με ειδίκευση στο όργανο βιολοντσέλλο, η δέκατη όγδοη (15η) στις 15-11-2001 ως χορωδός - άλτο, ο δέκατος ένατος (16ος) την 1-12-1996 ως αρχιμουσικός, ο εικοστός (17ος) την 1-4-2000 ως χορωδός, η εικοστή πρώτη (18η) στις 3-5-2001 ως χορωδός - σοπράνο, ο εικοστός δεύτερος (19ος) την 1-5-2001 ως χορωδός - μπάσσος, ο εικοστός τρίτος (20ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η εικοστή τέταρτη (21η) στις 18-10-1999 με ειδίκευση στο όργανο άρπα, η εβδομη (22η) στις 27-7-1999 με ειδίκευση στο όργανο βιολοντσέλλο, ο εικοστός όγδοος (23ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η εικοστή ένατη (24η) στις 16-1-2001 με ειδίκευση στο βιολί, ο τριακοστός (25ος) την 1-2-1999 με ειδίκευση στο βιολί, η τριακοστή πρώτη (26η) την 1-10-2001 με ειδίκευση στο όργανο άρπα, ο τριακοστός δεύτερος (27ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - μπάσσος, η τριακοστή τρίτη (28η) στις 15-11-2000 ως χορωδός σοπράνο, ο τριακοστός τέταρτος (29ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η τριακοστή πέμπτη (30η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, η τριακοστή έκτη (31η) στις 3-5-2001 ως χορωδός - άλτο, η τριακοστή έβδομη (32η) την 1-11-2000 ως χορωδός - άλτο, ο τριακοστός τρίτος (33ος) στις 15-7-2001 με ειδίκευση στο όργανο κόρνο, η τριακοστή ένατη (34η) την 1-4-1999 με ειδίκευση στο όργανο κρουστά, η τεσσαρακοστή (35η) στις 15-11-2000 ως χορωδός - άλτο, ο τεσσαρακοστός δεύτερος (36ος) στις 21-11-2000 ως χορωδός - μπάσσος, η τεσσαρακοστή τρίτη (37η) στις 15-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, η τεσσαρακοστή τέταρτη (38η) στις 15-11-2000 ως χορωδός, ο τεσσαρακοστός πέμπτος (39ος) στις 15-11-2000 ως χορωδός - μπάσσος, η τεσσαρακοστή έκτη (40η) στις 15-11-2000 ως χορωδός σοπράνο, η τεσσαρακοστή έβδομη (41η) στις 21-11-2000 ως χορωδός-άλτο, η τεσσαρακοστή όγδοη (42η) στις 25-7-2000 ως χορωδός-άλτο, ο τεσσαρακοστός ένατος (43ος) την 1-7-2002 με ειδίκευση στο βιολί, η πεντηκοστή (44η) την 1-6-2001 ως χορωδός - άλτο, η πεντηκοστή πρώτη (45η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, ο πεντηκοστός δεύτερος (46ος) στις 14-1- 2001 με ειδίκευση στο βιολί, η πεντηκοστή τρίτη (47η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, η πεντηκοστή έκτη (48η) στις 15-11-2000 ως χορωδός - αλτο, η πεντηκοστή όγδοη (49η) στις 15-1-2001 με ειδίκευση στο όργανο κοντραμπάσσο, ο πεντηκοστός ένατος (50ος) την 1-11-2000 ως χορωδός ¬ τενόρος, ο εξηκοστός πρώτος (51ος) την 1-11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η εξηκοστή δεύτερη (52η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, ο εξηκοστός τρίτος (53ος) την 1-8-2001 ως χορωδός - τενόρος, ο εξηκοστός τέταρτος (54ος) στις 15-5-2000 με ειδίκευση στο όργανο βιόλα, ο εξηκοστός πέμπτος (55ος) στις 15 -11-2000 ως χορωδός - τενόρος, η εξηκοστή έκτη (56η) την 1-11-2000 ως χορωδός - σοπράνο, η εξηκοστή έβδομη (57η) την 1-9-2001 με ειδίκευση στο βιολί, η εξηκοστή ένατη (58η) την 1-1-2000 με ειδίκευση στο όργανο βιόλα, ο εβδομηκοστός (59ος) την 1-2-2001 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο κόρνο, ο εβδομηκοστός πρώτος (60ος) την 1-12-1999 ως χορωδός - μπάσσος, ο εβδομηκοστός δεύτερος (61ος) στις 20-12-1999 με ειδίκευση στο όργανο βιολοντσέλλο, η εβδομηκοστή τρίτη (62η) στις 15-5-2000 ως χορωδός και η εβδομηκοστή τέταρτη (63η) στις 15-1-2000 ως χορωδός - άλτο, με προφορικές στην αρχή συμβάσεις ως εξωτερικοί δήθεν συνεργάτες, και μετά το 2002 με έγγραφες (τυπικές) συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου διάρκειας, οι οποίες εξακολούθησαν να λειτουργούν, όπως και πριν, μέχρι τις 3-6-2003, οπότε το τελευταίο (εναγόμενο) ανακοίνωσε την απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας του Δήμου και έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς να τους καταγγείλει τις συμβάσεις και να τους καταβάλει αποζημιώσεις απόλυσης, επικαλούμενο την έλλειψη εργασιακής σχέσης, που να συνδέει αυτό με τους τελευταίους (ενάγοντες).

Όπως, όμως, τελικά αποδείχθηκε οι συμβάσεις των εν λόγω εναγόντων στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του αναιρεσείοντος ως άνω εργοδότη τους. Ειδικότερα, όλοι οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους απασχολούμενοι συνεχώς και αδιαλείπτως στις πραγματοποιούμενες τακτικές και έκτακτες συναυλίες, που προγραμματίζονταν από τον αναιρεσείοντα, αλλά και στην προετοιμασία τους, ως μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας, η οποία δημιουργήθηκε το 1996, και από το έτος 1999 διευρύνθηκε, οπότε και σχηματίστηκαν πέντε συνολικά μουσικά σχήματα, ήτοι η Αθηναϊκή Φιλαρμονία (Φιλαρμονική), η Συμφωνική Ορχήστρα, η Big Band (σχήμα jazz μουσικής), το σχήμα του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής και η Χορωδία, είτε ως μέλη του τελευταίου μουσικού συνόλου (Χορωδίας).

Στόχος της δημιουργίας των παραπάνω μουσικών συνόλων ήταν να παράσχουν, κατά τρόπο σταθερό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο, συμβάλλοντας στη βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των δημοτών του Δήμου Αθηναίων. Τα σύνολα δε αυτά είχαν σταθερή παρουσία στα μουσικά δρώμενα του Δήμου Αθηναίων, αφού πραγματοποιούσαν περισσότερες από δύο συναυλίες κάθε μήνα (τακτικές ή έκτακτες).

Ο τακτικός προγραμματισμός αυτών αποφασιζόταν από τον Πρόεδρο του εναγομένου και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, οι οποίοι καθόριζαν τα προς εκτέλεση έργα, ως και τον τόπο και χρόνο των συναυλιών όλων των μουσικών συνόλων. Προκειμένου δε οι αναιρεσείοντες να ανταπεξέρχονται στις συναυλίες που υποχρεούνταν να συμμετάσχουν, πραγματοποιούσαν καθημερινές δοκιμές - πρόβες σε καθορισμένο ωράριο, που είχε ορίσει η Διοίκηση του αναιρεσείοντος και η καθημερινή τους απασχόληση ελεγχόταν μέσω τηρήσεως από αυτόν - μέσω του εφόρου της ορχήστρας - σχετικού παρουσιολογίου.

Οι τακτικές αυτές πρόβες ήταν απόρροια της επαγγελματικής ετοιμότητας, που υποχρεούνταν να επιδεικνύουν προς τον αναιρεσείοντα, εφόσον αυτός καθόριζε το πρόγραμμα των μουσικών εκδηλώσεων. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι ο αναιρεσείων έχει πάγιες και διαρκείς ανάγκες παρουσίασης μουσικών προγραμμάτων, τις οποίες δεν θα μπορούσε, αλλά και δεν μπορεί να καλύψει ευπροσώπως με την περιστασιακή απασχόληση μουσικών.

Γι' αυτό απαιτούσε από τους αναιρεσιβλήτους, τους οποίους επόπτευε με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, να διατηρούν την ετοιμότητά τους προς εκτέλεση των έργων. Το ότι αυτός καθόριζε τα προς εκτέλεση έργα, μέσω της Προέδρου του και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, δεν αποτελεί στοιχείο ανάθεσης συγκεκριμένου έργου, αλλά στοιχείο εντασσόμενο στα πλαίσια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, που οι ενάγοντες παρείχαν.

Ούτε επίσης το γεγονός ότι για τη μισθοδοσία των εναγόντων εκδίδονταν από το εναγόμενο δελτία παροχής υπηρεσιών, στις οποίες πολλές φορές αναγράφονταν συγκεντρωτικά οι αποδοχές, που αντιστοιχούσαν σε μισθούς δύο, τριών ή και περισσοτέρων μηνών, ανάλογα με τις σχετικές πιστώσεις, που κάθε φορά εγκρίνονταν με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές κατέληξε ότι καίτοι οι επίμαχες συμβάσεις χαρακτηρίζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συμβάσεις έργου ή ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή (σύμφωνα με τα άρθρα 265 επ., 200 και 203 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ΠΔ 410/1995), δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αφού α) η αμοιβή των εναγομένων με δελτία παροχής υπηρεσιών, ως μη κύριο στοιχείο της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, β) οι υποχρεώσεις της Συμφωνικής Ορχήστρας και των άλλων μουσικών σχημάτων είναι διαρκείς και δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή και προσωρινή απασχόληση των μουσικών, ώστε αναντίρρητα οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο εξυπηρετούν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του τελευταίου, συνακόλουθα δε οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο είχαν εξ υπαρχής τα χαρακτηριστικά ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι διαδοχικές συμβάσεις έργου διάρκειας το ένα έτος ή και μικρότερη μεταξύ διαδίκων δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς έγιναν καταχρηστικώς, προκειμένου να καταστρατηγηθεί η προστασία τους από διατάξεις του εργατικού δικαίου, δοθέντος ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας ούτε επιβαλλόταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας της Συμφωνικής Ορχήστρας και των λοιπών ως άνω μουσικών σχημάτων, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη κατά το μέρος που, κατά τα ιστορούμενα σε αυτή, αφορούσε εκείνους από τους αναιρεσιβλήτους που προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πριν την 18-4-2001, δηλαδή, τον πρώτο (Α. Β.), τον δεύτερο Β. Σ., την τρίτη (Β.

Μ.), την τέταρτη (Β. Ι.), τον πέμπτο Γ. Μ.), τον έβδομο Γ. Α.), τον όγδοο (Δ. Α.), τον ένατο (Ε. Μ.), τη δέκατη (Ζ. Ζ.), τη δωδέκατη (Θ. Γ. Ά.), τον δέκατο έκτο (Κ. Ε.), τον δέκατο έβδομο (Κ. - Φ. Κ.), τον εικοστό Κ. Χ.), την εικοστή πρώτη (Κ. Ε.), την εικοστή δεύτερη (Κ. Α.), τον εικοστό τρίτο (Κ. Κ.), την εικοστή τέταρτη (Κ. Π.), τον εικοστό πέμπτο Κ.

Γ.), τον εικοστό έβδομο (Κ. Ι.), την εικοστή όγδοη (Λ. Α.), τον εικοστό ένατο (Μ. Γ.), την τριακοστή (Μ. Μ.), την τριακοστή δεύτερη (Μ. Έ.), την τριακοστή τέταρτη (Μ. Α.), την τριακοστή πέμπτη (Μ. Ε.), τον τριακοστό έκτο (Μ. Ν.), την τριακοστή έβδομη (Μ. Κ.), την τριακοστή όγδο (Μ. Ε. -Ά.), τον τριακοστό ένατο (Μ. Γ.), την τεσσαρακοστή (Ν.

Κ.), την τεσσαρακοστή πρώτη (Ο. Σ.), την τεσσαρακοστή δεύτερη (Π. Α.), την τεσσαρακοστή Πέμπτη (Π. Ε.), τον τεσσαρακοστό έκτο (Π. Μ.), την τεσσαρακοστή έβδομη (Π. Μ.), την τεσσαρακοστή όγδοη (Ρ. Δ.), την τεσσαρακοστή ένατη (Σ. Σ.), τον πεντηκοστό Σ. Δ.), τον πεντηκοστό πρώτο (Σ. Δ.), την πεντηκοστή δεύτερη (Σ. Δ.), τον πεντηκοστό τέταρτο (Τ.

Α.), τον πεντηκοστό πέμπτο Τ. Λ.), την πεντηκοστή έκτη (Τ. Ι.), την πεντηκοστή όγδοη (Τ. Ά.), τον πεντηκοστό ένατο (Φ. Σ.), τον εξηκοστό (Χ. Δ.), τον εξηκοστό πρώτο (Χ. Σ.), την εξηκοστή δεύτερη (Χ. Χ.) και την εξηκοστή τρίτη (Ψ. Σ.), ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 § 8 του Συντάγματος, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., και του άρθρου 8 § 5 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 7 του ΠΔ 164/2004, 8 § 3 Ν. 2112/1920.

Ειδικότερα, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσειόντων καταρτίστηκαν αρχικά την 1-11-2000, 1-11-2000, 15-11-2000, 15-11-2000, 28-9-2000, 1-6-2000, 21-11-2000, 1-5-2000, 1-11-2000, 1-4-1999, 15-11-2000, 21-11-2000, 15-11-2000, 15-11-2000, 15-11-2000, 15-11-2000, 21-11-2000, 25-7-2000, 1-11-2000, 14-1-2001, 1-11-2000, 15-11-2000, 15-1-2001, 1-11-2000, 1-11-2000, 1-11-2000, 15-5-2000, 15-5-2000, 1-11-2000, 1-1-2000, 1-2-2001, 1-12-1999, 20-12-1999, 15-5-2000 και 15-1-2000 αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, αυτές είχαν προσλάβει τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου.

Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείτο από τη φύση των υπηρεσιών των πιο πάνω εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και των καλυπτόμενων παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, αφού αυτοί είχαν προσληφθεί για να εξυπηρετούν, πάγιες και διαρκείς ανάγκες με μόνιμη εργασιακή απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.

Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους άνω αναιρεσιβλήτους δεν παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς δε εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 Σ, και την ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. και το άρθρο 7 του ΠΔ 164/2004. Επομένως, ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, οι πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις: α) του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, β) των άρθ. 103 §§ 2, 7 και 8 του Συντάγματος, και γ) 2 παρ.1 και 5 παρ. 1β του ΠΔ 81/2003 τις οποίες αρχικά δέχθηκε ως εφαρμοστέες, αν και αφορούν τον ιδιωτικό και όχι το δημόσιο τομέα, (τις οποίες, όμως τελικά δεν εφάρμοσε ως αντίθετες στο κοινοτικό δίκαιο) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, έστω και αν το Εφετείο διέλαβε τις εσφαλμένες πιο πάνω αιτιολογίες , αφού σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα (άρ. 578 ΚΠολΔ).

Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς δέκα τέσσερις (14) αναιρεσιβλήτους και δη τους: έκτο (Γ. Γ.), ενδέκατο (Ζ. Ο.), δέκατη τρίτη (Ί. Μ.), δέκατο τέταρτο (Ι. Ν.), δέκατη Πέμπτη (Κ. Α.), δέκατη όγδοη (Κ. Σ.), δέκατο ένατο (Κ. Π.), εικοστή έκτη (Κ. Ι. -Ά.), τριακοστή πρώτη (Μ. Μ.), τριακοστό τρίτο (Μ. Θ. - Π.), τεσσαρακοστό τρίτο (Π. Γ.), τεσσαρακοστή τέταρτη (Π.

Α.), πεντηκοστό τρίτο (Σ. Γ.) και πεντηκοστή έβδομη (Τ. Σ.)) που προσλήφθηκαν στις 1-9-2002, 1-7-2001, 1-11-2001, 15-7-2001, 15-11-2001, 3-5-2001, 1-5-2001, 1-10-2001, 3-5-2001, 15-7-2001, 1-6-2001, 1-7-2001, 1-8-2001, και 1-9-2001 αντίστοιχα, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, το Εφετείο παραβίασε με τις πιο πάνω παραδοχές του τις προαναφερόμενες διατάξεις, και οι αυτοί από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 265 επ., 200 και 203 του π.δ. 410/1995 δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εργασίας, ενώ ήταν σύμβαση έργου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή ήταν σύμβαση εργασίας.

Οι λόγοι τέταρτος και έκτος από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται, αντίστοιχα, στο Εφετείο η πλημμέλεια α) ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση κατά την ενώπιον αυτού δίκη έγγραφα των συμβάσεων, με βάση τα οποία ο αναιρεσείων Οργανισμός κατάρτισε με καθένα από τους αναιρεσίβλητους τη σύμβαση και από τα οποία προκύπτει ο χαρακτήρας των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων έργου και (επικουρικώς) β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων με το να δεχθεί ότι οι καταρτισθείσες με αυτά συμβάσεις έχουν περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, πρέπει να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία περιέχεται η διαβεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, ο δε δεύτερος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών από το δικαστήριο και όχι στη λανθασμένη ανάγνωση τους ή την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, οπότε και μόνο θα ιδρυόταν ο προαναφερόμενος λόγος.

Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι η σύμβαση με την οποία συνδέονται οι αναιρεσίβλητοι με τον αναιρεσείοντα Οργανισμό είναι αυτή της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των εκεί αναφερομένων εγγράφων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτά του αποδεικτικού πορίσματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το αποδεικτικό τούτο πόρισμα είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις.

Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για παράβαση του ουσιαστικού νόμου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια της απόφασης οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Με τον δέκατο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή διότι ασκήθηκε μέσα στην τρίμηνη προθεσμία από την καταγγελία των εργασιακών σχέσεων, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 ν. 435/1976, αφού κατά τον αναιρεσείοντα η άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από τότε που έγινε η ως άνω καταγγελία.

Στο ιστορικό, όμως, εκτίθεται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, κατά το μέρος αυτό, το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί και να στοιχειοθετεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους: έκτο, ενδέκατο, δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατο ένατο, εικοστή έκτη, τριακοστή πρώτη, τριακοστό τρίτο, τεσσαρακοστό τρίτο, τεσσαρακοστή τέταρτη, πεντηκοστό τρίτο και πεντηκοστή έβδομη από τους αναιρεσιβλήτους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς αυτούς, και να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Ακολούθως πρέπει, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2008 αίτηση αναιρέσεως του ΝΠΔΔ με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων", ως προς τους αναιρεσιβλήτους: 1) Α. Ε., 2) Β. Σ., 3) Β. Μ., 4) Β. Ι., 5) Γ. Μ., 6) Γ. Α., 7) Δ. Α., 8) Ε. Μ., 9) Ζ. Ζ., 10) Θ. Γ. Ά., 11) Κ. Ε., 12) Κ. - Φ. Κ., 13) Κ. Χ., 14) Κ. Ε., 15) Κ. Α., 16) Κ. Κ., 17) Κ. Π., 18) Κ. Γ., 19) Κ. Ι., 20) Λ. Α., 21) Μ. Ι., 22) Μ. Μ., 23) Μ. Έ., 24) Μ. Α., 25) Μ. Ε., 26) Μ. Ν., 27) Μ. Κ., 28) Μ. Ε. - Ά., 29) Μ. Γ., 30) Ν. Α., 31) Ο. Σ., 32) Π. Α., 33) Π. Ε., 34) Π. Μ., 35) Π. Μ., 36) Ρ. Δ., 37) Σ. Σ., 38) Σ. Δ., 39) Σ. Δ., 40) Σ. Δ., 41) Τ. Α., 42) Τ. Ε., 43) Τ. Ι., 44) Τ. Ά., 45) Φ. Σ., 46) Χ. Δ., 47) Χ. Σ., 48) Χ. Χ., 49) Ψ. Σ.. Δέχεται την ίδια αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ήτοι: 1) Γ. Ι., 2) Ζ. Ο., 3) Ί. Μ., 4) Ιωνά Νικόλαο 5) Κ. Α., 6) Κ. Σ., 7) Κ. Π., 8) Κ. Ι. - Ά., 9) Μ. Μ., 10) Μ. Θ. - Π., 11) Π. Γ., 12) Π. Α., 13) Σ. Ι. και 14) Τ. Σ.

Αναιρεί την 1129/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ