Greece Supreme Court allows appeal against employer's unilateral cut of group insurance as contractual salary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeal's decision regarding a group insurance benefit cut by an employer. The plaintiff argued the benefit was a contractual salary term, while the employer claimed it was a discretionary welfare measure. The court ruled that because the benefit was agreed upon as part of the employment contract, it constitutes salary and cannot be unilaterally revoked.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 3, paragraph 2 of Law 2112/1920; Article 5, paragraph 1 of Law 3198/1955; Article 1 of the International Labour Convention No. 95: A benefit agreed upon as a term of the employment contract constitutes salary and cannot be unilaterally revoked by the employer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1681 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Έννοια μισθού.Ομαδική ασφάλιση προσωπικού επιχείρησις απο εργοδότη.Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.Αποτελεί μισθολογική παροχή,αν συμφωνήθηκε ως όρος της ατομικής συμβάσεως εργασίας .Δικαίωμα τρίτου σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής .Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ 1,19 και 8β του άρθρου 559 του ΚΠΟλ Δ.
Αριθμός 1681/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ.Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ανδριανάκη.
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υποκαθίσταται στη θέση της τέως ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε", δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 89 του Ν.3606/2007. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1171/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3259/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστικής δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.
Έτσι στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής συμβάσεως, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 ΑΚ.
Εξάλλου, ο από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Ο δε από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε συσταθεί με το αρθρ.2 του Ν.2598/1998 με αποκλειστικό σκοπό την οργάνωση και την τέλεση των ολυμπιακών και παραολυμπιακών αγώνων του 2004.
Για την επιτυχή τέλεση αυτών, έπρεπε να στελεχωθεί με ειδικευμένο προσωπικό τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από το Δημόσιο Τομέα είτε με πρόσληψη είτε με απόσπαση από φορείς του Δημοσίου τομέα. Στο πλαίσιο των δυνατοτήτων αυτών η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να προσελκύσει ικανά στελέχη, αποφάσισε την καταβολή ιδιαίτερα υψηλών μηνιαίων αποδοχών και την παροχή διαφόρων κινήτρων.
Ως αντιστάθμισμα δε της απώλειας της προηγούμενης θέσης των στελεχών αυτών αποφασίστηκε να δοθεί σε αυτούς μετά τη λήξη των αγώνων, ως οικειοθελής παροχή, ένα χρηματικό ποσό (bonus). Το ποσό αυτό θα υπολογιζόταν σε ποσοστό επί του συνόλου της μισθοδοσίας του κάθε υπαλλήλου. Για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, το οποίο ονομάσθηκε "Πρόγραμμα Ευδόκιμης Αποχώρησης", η αναιρεσίβλητη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα με την ασφαλιστική εταιρία "ALICO AIG LIFE", σύμφωνα με το οποίο οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτό ήταν η πρόσληψη του υπαλλήλου, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου έως τις 30-9-2003 και η παραμονή του έως τις 30-9-2004.
Ακολούθως, το Δ.Σ. αυτής στη συνεδρίαση της 5ης Αυγούστου 2004, αποφάσισε ότι το παραπάνω "bonus" σε συνταξιούχους κύριου φορέα συνταξιοδότησης και σε αποσπασμένους από το Δημόσιο ή φορείς αυτού υπαλλήλους, θα καταβληθεί μειωμένο κατά το μισό, διότι δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της χορήγησής τους σε αυτούς.
Δηλαδή, δεν συνέτρεχε η οικονομική ενίσχυσή τους εωσότου ανεύρουν νέα εργασία, καθόσον οι μεν συνταξιούχοι θα εξακολουθούσαν να λαμβάνουν τη σύνταξη τους, οι δε αποσπασμένοι θα επέστρεφαν στην εργασία τους και θα αμείβονταν από τους φορείς αυτούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2001 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγε την 30-11-2004, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως Διευθύντρια Συντονισμού Δημοσίων Φορέων Μεταφορών.
Η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο πρόσληψης της ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, όπως αυτό προκύπτει από την υπ'αριθμ... και με αριθμό πρωτοκόλλου Π.../1997 Συνταξιοδοτική Πράξη του Υπουργού Οικονομικών (Δ/νση Μισθών και Συντάξεων). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά την πρόσληψη της ήταν 6.162,87 ευρώ και κατά τη λήξη της σύμβασης εργασίας της (30-9-2004) ανέρχονταν σε 7.904 ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω αποδοχές και σε εφαρμογή του προαναφερόμενου "Προγράμματος Ευδόκιμης Αποχώρησης" η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 25.931,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ του 17% (ποσοστό που είχε καθορισθεί για το ιεραρχικό της κλιμάκιο) επί του συνόλου της μισθοδοσίας της (ήτοι 305.074,72 ευρώ χ 17%=51.862,70 ευρώ δια 2)..
Το ποσό αυτό της οικειοθελούς παροχής- "bonus"-υπολογίσθηκε, με βάση τον όρο 2.3 της υπ'αριθμ.310/5-8-2004 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης στο "ήμισυ" καθόσον η αναιρεσείουσα ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και συνεπώς, γι' αυτήν δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της αρχικής χορήγησής του, αφού αμέσως μετά την αποχώρησή της θα άρχισε και πάλι να λαμβάνει τη σύνταξή της.
Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η καταβαλλόμενη σε αυτήν σύνταξη ήταν μικρή σε σχέση με τις αποδοχές που λάμβανε από την αναιρεσίβλητη. Ο παραπάνω δε προσδιορισμός του "bonus" της αναιρεσείουσας στο ήμισυ σε σχέση με το καταβληθέν στον Διευθυντή του ίδιου τμήματος Π.Π., δεν προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η διάκριση (εξαίρεση) αυτή δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικείμενική κρίση, λόγο, ήτοι από τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκρινόμενος (Π.Π.) δεν ανήκουν στην αυτή κατηγορία, αφού ο δεύτερος δεν ανήκε στην κατηγορία των συνταξιούχων (όπως η αναιρεσείουσα) ή των αποσπασμένων υπαλλήλων του Δημοσίου ή των φορέων του Δημοσίου, αλλά πριν την πρόσληψή του, εργαζόταν στην εταιρία ...
ως Διευθυντής στρατηγικής ανάπτυξης, από την οποία αποχώρησε προκειμένου να εργασθεί στην αναιρεσίβλητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της τελευταίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι "αποφασίσθηκε να δοθεί (στην εργαζομένη) μετά τη λήξη των αγώνων, ως οικειοθελής παροχή, ένα χρηματικό ποσό (bonus)" και ότι για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού "η εναγομένη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα με την ασφαλιστική εταιρεία "ALICO AIG LIFE", σύμφωνα με το οποίο οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτό ήταν η πρόσληψη του υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου έως τις 30-9-2003 και η παραμονή του έως τις 30-9-2004.
Και ότι ακολούθως το Δ.Σ. της εναγομένης στη συνεδρίαση της 5ης Αυγούστου 2004 αποφάσισε ότι το παραπάνω "bonus" σε συνταξιούχους του κύριου φορέα συνταξιοδότησης και σε αποσπασμένους από το Δημόσιο ή φορείς αυτού υπαλλήλους, θα καταβληθεί μειωμένο κατά το μισό, διότι δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι της χορήγησής του σε αυτούς", δεν διευκρινίζεται αν η απόφαση περί καταβολής της ένδικης ασφαλιστικής παροχής και η υλοποίηση αυτής με το ομαδικό ασφαλιστήριο "Πρόγραμμα Ευδόκιμης Αποχώρησης" αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης της αναιρεσείουσας και περαιτέρω, εφόσον μοναδική προϋπόθεση λήψεως της παροχής ήταν η πρόσληψη της εργαζομένης έως 30-9-2003 και η παραμονή της έως 30-9-2004, εάν η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε τη δυνατότητα από την ασφαλιστική σύμβαση να μεταβάλει, τροποποιήσει και πάντως περιορίσει τους όρους καταβολής της, όπως έπραξε με την από 5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ.
αυτής. Τα περιστατικά αυτά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και οι οποίες προϋποθέτουν ότι η ένδικη παροχή είναι οικειοθελής και εντεύθεν ελευθέρως ανακλητή από την εταιρεία και δεν φέρει τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, ο οποίος παραδεκτώς εξετάζεται ως λόγος από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, είναι βάσιμος.
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση, ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ (Ολ.) 3/1997). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εξέθετε στην αγωγή της ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, που είχε αναλάβει την προετοιμασία και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1-12-2001 έως 30-11-2004, για να απασχοληθεί ως Διευθύντρια Συντονισμού Δημοσίων Φορέων Μεταφορών.
Η αναιρεσίβλητη θέλοντας να προσελκύσει αξιόλογα και ικανά στελέχη και να εξασφαλίσει την παραμονή τους κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, που θα παρείχαν τα καλύτερα εχέγγυα για την ανάληψη προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτός από τις λοιπές παροχές, κατάρτισε πρόγραμμα ευδόκιμης αποχώρησης προσωπικού, μέσω του οποίου καταβλήθηκε σημαντικό ποσό σε κάθε εργαζόμενο μετά τη λήξη της συμβάσεώς του.
Σκοπός της απόφασης αυτής ήταν αφενός η υλική ανταμοιβή για τη συμμετοχή των εργαζομένων στην προετοιμασία και επιτυχή τέλεση των Αγώνων και αφετέρου η αντιμετώπιση των αναγκών τους μέχρι την έναρξη νέας επαγγελματική σταδιοδρομίας. Έτσι, η αναιρεσίβλητη κατάρτισε ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας ALICO AIG LIFE, βάσει του οποίου οι υπάλληλοι που παρέμεναν στην υπηρεσία μέχρι την 30-9-2004 και εφόσον δεν υπήρξε επίσημη ανακοίνωση της ΔΟΕ, που θα έκρινε ρητά ως αποτυχημένους τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004, θα ελάμβαναν εφάπαξ ποσό, το οποίο υπολογιζόμενο σε ποσοστό επί του συνόλου της μισθοδοσίας για όλο τον χρόνο εργασίας στην εταιρεία, ορίσθηκε για το ιεραρχικό επίπεδο της αναιρεσείουσας σε 17%.
Επίσης, ορίσθηκε ότι οι εργαζόμενοι που είχαν αποσπασθεί από φορείς του Δημόσιου τομέα βάσει του Ν.2598/1998 δικαιούνται μόνο το 50% του πιο πάνω ποσού, και ακόμη ότι τυχόν τροποποίηση του προγράμματος αυτού δεν μπορούσε να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος και να μειώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Η αναιρεσίβλητη εταιρεία όμως, παρότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν αποσπασμένη από φορείς του Δημοσίου Τομέα, της κατέβαλε μόνο το 50% του ποσού που εδικαιούτο (δηλαδή 25.931,35 ευρώ αντί του ποσού των 51.862,70 ευρώ), όλως παρανόμως, αναιτιολόγητα και κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους λοιπούς εργαζομένους, που έλαβαν ολόκληρο το ποσό.
Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 25.931,35 ευρώ "ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής, άλλως κατ'εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και προς άρση της άνισης μεταχείρισης που είχε δημιουργηθεί". Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αναιρεσείουσα με την αγωγή της επικαλείτο κυρίως μεν ότι η ένδικη παροχή αποτελούσε μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής για την παρεχόμενη από αυτήν εργασία, ότι ήταν δηλαδή όρος της ατομικής της σύμβασης εργασίας, αφού σύμφωνα με το ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία υπέρ των εργαζομένων η εργοδότρια εταιρεία δεν μπορούσε με τυχόν τροποποίηση αυτού να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος και να μειώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων, δευτερευόντως δε ότι πρέπει να της καταβληθεί ως οικειοθελής παροχή σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της παραπονείτο για την απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "σιγή", της ως άνω βάσεως της αγωγής της με την οποία ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου της ένδικης παροχής ως συμφωνηθείσα αμοιβή, αφού με την κατάρτιση του συνταξιοδοτικού προγράμματος η εν λόγω παροχή συμπεριλήφθηκε στην ατομική σύμβαση εργασίας της και κατέστη μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής της, η δε αναιρεσίβλητη εκ των υστέρων παρανόμως και αυθαιρέτως αποφάσισε τον περιορισμό της κατά 50% για τους συνταξιούχους εργαζομένους, όπως είναι η αναιρεσείουσα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως έχει προεκτεθεί, δέχθηκε ότι η μη καταβολή ολόκληρης της ένδικης παροχής στην αναιρεσείουσα δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η τελευταία ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου, σύμφωνα δε με την από 5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης η παροχή αυτή θα καταβαλλόταν μειωμένη κατά το ήμισυ στους υπαλλήλους της που είναι συνταξιούχοι ή αποσπασμένοι από φορείς του Δημόσιου Τομέα και αυτό, διότι για τις κατηγορίες αυτές των υπαλλήλων δεν συνέτρεχαν όλοι οι λόγοι χορήγησής της και δη δεν συνέτρεχε η ανάγκη οικονομικής ενίσχυσης έως ότου ανεύρουν νέα εργασία, αφού οι μεν συνταξιούχοι θα εξακολουθούσαν να λαμβάνουν τη σύνταξή τους, οι δε αποσπασμένοι θα επέστρεφαν στην εργασία τους και θα αμείβονταν από τους φορείς αυτούς.
Το Εφετείο όμως δεν ερεύνησε την κύρια κατά τα άνω βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά την οποία η παροχή οφείλεται ως μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής, αποτελεί δηλαδή μισθό, τον οποίο η αναιρεσίβλητη περιέκοψε μονομερώς εκ των υστέρων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ.8β και 9 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και άφησε αίτηση αδίκαστη, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3259/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ