Legislator Case Law & Legislation
1680/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging evidence evaluation and fact-finding by the court of first instance.

Case Number 1680/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a first-instance judgment awarding damages to a policyholder. The appellant argued procedural errors, but the court held that the appeal was inadmissible because it challenged the court's evaluation of evidence and factual findings. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Appeals against first-instance judgments are inadmissible if they challenge the evaluation of evidence or the factual findings of the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence factual findings insurance contract dispute court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 2496/1997
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1680 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1680/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στη Νέα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 17-5-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1230/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 03-01-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 430/1/07-01-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 238/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Τέλος, κατά τα άρθρα 16 και 17 του ίδιου ως άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου. Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.

Ο ασφαλιστής μπορεί με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή το ασφάλισμα υπολογίζεται με βάση την αξία της αποτίμησης. Η αποτίμηση μπορεί να προσβληθεί μόνο για πλάνη, απάτη, απειλή ή εικονικότητα (άρθρο 16). Στην ασφάλιση πραγμάτων, αν η αξία τους που δηλώθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης (ασφαλιστική αξία) υπολείπεται της τρέχουσας ή, αν δεν υπάρχει, της συνηθισμένης αξίας αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, η ευθύνη του ασφαλιστή περιορίζεται στην αποκατάσταση ανάλογου μέρους της ζημίας.

Αν η αξία των πραγμάτων που δηλώθηκε κατά τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα ή, αν δεν υπάρχει, τη συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της ασφαλιστικής αξίας και του ασφαλίστρου, για το υπολειπόμενο διάστημα ισχύος της σύμβασης.

Σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το υπερβάλλον. Αν η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη. Ο καλόπιστος ασφαλιστής δικαιούται τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα (άρθρο 17). Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται η αρχή του αποζημιωτικού χαρακτήρα της ασφαλιστικής συμβάσεως, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να χρησιμοποιούν τη σύμβαση για τον πορισμό κέρδους, προς πραγματοποίηση του οποίου είναι ενδεχομένη η ψευδής αποτίμηση των ασφαλιζομένων πραγμάτων και στη συνέχεια η από δόλο καταστροφή αυτών, δηλαδή η πρόκληση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως με μέσα, τα οποία αποκρούονται από την έννομη τάξη.

Ενόψει του σκοπού της απαγορεύσεως της υπερασφάλισης και του περιορισμού της ασφαλιστικής συμβάσεως στον αποζημιωτικό και μόνο χαρακτήρα της, οι διατάξεις που καθιερώνουν την απαγόρευση και τον περιορισμό αυτόν και αποσκοπούν στην προστασία της έννομης τάξης, είναι δημοσίας τάξης, μη δυνάμενες να μεταβληθούν με την ιδιωτική βούληση (Ολ.ΑΠ 6/1990).

Έτσι, αν έλαβε χώρα αποτίμηση της αξίας από τον ασφαλιστή, η οποία έγινε αποδεκτή, τότε η αποτίμηση αυτή υπερισχύει έναντι κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αποστερεί τον ασφαλιστή από το δικαίωμα να αποδείξει τη μικρότερη αξία του πράγματος, εκτός αν η αποτίμηση έγινε από τον ασφαλισμένο κατά τρόπο δόλιο (AΠ 1260/2017 και υπό την ισχύ της διάταξης 208 Εμπ.Ν αναλόγου περιεχομένου με τις ανωτέρω διατάξεις, ΑΠ 739/2003, ΑΠ 622/1993).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Ν. 2496/1997 ορίζεται στις παραγράφους 1 εδ. α', 6 εδ. α' και β 'και 7 εδ. β' και γ' ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που στηρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή (§ 1 εδ.

α'). Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος (§ 6 εδ.

α' και β'). Στην περίπτωση της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (§ 7 εδ.

β' και γ'). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 παρ. 24 περ. α' του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 Α.Κ., συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου σημειωτέον, εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο, ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επίδρασής τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, αυτός υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστική κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή, δηλαδή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού που είναι γνωστό στο λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.

Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος και βέβαια η εκ μέρους τούτου καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτήν, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης (ΑΠ 170/2015, ΑΠ 720/2007).

Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων (διότι δεν προβλέπεται ρητώς), να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015).

Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή ανεξαρτήτως αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 720/2007).

Τέλος, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφτηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστική το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1093/2010, ΑΠ 1101/2010).

Εξάλλου, από το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α' του ν. 2496/1997 περί ασφαλιστικής σύμβασης, συνάγεται ότι o ασφαλιστής στην ασφάλιση ζημιών, απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου. Αμέλεια σημαίνει απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου (άρθρο 330 εδ. 2 Α.Κ.).

Βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή, που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της συμπεριφοράς του (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 346/2016, ΑΠ 921/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (07.01.2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1371/2021, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Τέλος, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", οι διατάξεις δε αυτές είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).

Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ( ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 238/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριου συμβολαίου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο εκκαλών της πρώτης έφεσης -εφεσίβλητος της δεύτερης έφεσης (ενάγων) ασφάλισε στην εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης -εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης (εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία) το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητό του, μάρκας HONDA cambriolet, τύπου S 2000, κυλινδρισμού 1997 cc, ισχύος 14 HP, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2002, μεταξύ άλλων και για τον κίνδυνο της κλοπής μέχρι το ποσό των 16.500 ευρώ, για το χρονικό διάστημα αρχικά από 15.11.2010 έως 15.5.2011 και μετά από ανανέωση από 15.5.2011 έως 15.11.2011, όμως, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, αλλά πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 21.45 της 21.5.2011 μέχρι 1.00 της 22.5.2011, άγνωστοι έκλεψαν αυτό το αυτοκίνητο του από τη συμβολή των οδών ...

στην Κηφισιά, όπου ήταν σταθμευμένο. Ο ισχυρισμός της εταιρίας ότι δεν συνέβη τέτοια κλοπή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν εκτιμήθηκε από πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής εταιρίας η αξία αυτού του αυτοκινήτου, αλλά δηλώθηκε το ποσό των 16.500 ευρώ ως εμπορική αξία του από τον συμβαλλόμενο ιδιοκτήτη του.

Όμως, πριν από την αγορά του από τον εκκαλούντα της πρώτης έφεσης -εφεσίβλητο της δεύτερης έφεσης, το αυτοκίνητο αυτό είχε εμπλακεί σε πέντε τροχαία ατυχήματα, στο τελευταίο από τα οποία, που είχε συμβεί στις 17.3.2010, είχε υποστεί εκτεταμένες και σοβαρές ζημίες, η αποκατάσταση των οποίων όμως δεν κρίθηκε τεχνικά ή οικονομικά ασύμφορη από τον πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου εκείνου του ατυχήματος, όπως ισχυρίζεται η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης -εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης.

Επομένως, η εμπορική αξία αυτού του αυτοκινήτου δεν ανερχόταν κατά το χρόνο της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης στο ποσό των 16.500 ευρώ, που δηλώθηκε και για το οποίο ασφαλίστηκε, αλλά στο ποσό των 7.000 ευρώ και δεν είναι βάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος της πρώτης έφεσης -εφεσίβλητου της δεύτερης έφεσης.

Περαιτέρω, όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης προέβη με δόλο σε ανακριβείς δηλώσεις ως προς την αξία και την κατάσταση του αυτοκινήτου, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε πως το αυτοκίνητο είχε εμπλακεί, πριν το αγοράσει, σε πέντε τροχαία ατυχήματα, από το οποίο το τελευταίο του προκάλεσε σοβαρές ζημίες που ελάττωσαν σημαντικά την αξία του, δηλαδή γεγονότα αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, ούτε ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνδέεται αιτιωδώς με βαριά αμέλειά του, επειδή δεν είχε λάβει κανένα μέτρο προστασίας του αυτοκινήτου κατά του κινδύνου της κλοπής (ενεργοποίηση συναγερμού και τοποθέτηση immobilizer) και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της ασφαλιστικής εταιρίας, που αποτελούν και λόγους της έφεσης. [.....].

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό της ως ασφάλισμα το ποσό των 7.000 ευρώ, δεδομένου ότι η αξία που είχε το αυτοκίνητο κατά το χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου παρέμεινε η ίδια με αυτήν που είχε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια με την εκκαλούμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε: α) την από 29-5-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και β) την από 19-06-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 1230/2013 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών [ με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 04-11-2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, να του καταβάλει το ποσό των 7.000 ευρώ ως αποζημίωση από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου της κλοπής του αναφερόμενου ΙΧΕ αυτοκίνητού του, το οποίο ο πρώτος είχε ασφαλίσει στη δεύτερη και στο οποίο (ποσό) κρίθηκε ότι ανερχόταν η αξία του ], δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές και έτσι επικύρωσε την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Ήδη με τους πρώτο, δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος του), τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα, αφού η πληττόμενη απόφαση, εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου), με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 6 και 7, 17 παρ. 3 και 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, περιέχει ασαφείς, ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες:

α) ως προς την απόρριψη της στηριζομένης στο άρθρο 17 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 ένστασής της, περί δόλιας υπερασφάλισης από τον αναιρεσίβλητο του ασφαλισμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου του, β) ως προς την απόρριψη της στηριζομένης στο άρθρο 3 παρ. εδ. α' του Ν. 2496/1997 ένστασής της, περί δόλιας παράβασης από τον αναιρεσίβλητο της υποχρέωσής του να δηλώσει στην αναιρεσείουσα - ασφαλίστρια κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή, γ) ως προς το ζήτημα της κλοπής του ανωτέρω ασφαλισμένου αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου και δ) ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης περί παραβάσεως από τον αναιρεσίβλητο των ασφαλιστικών του βαρών, με τη μη λήψη κατάλληλων προληπτικών μέτρων αποτροπής της κλοπής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες δε αυτές, που στηρίζουν το διατακτικό της, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το άνω επιδικασθέν ποσό, ως ασφάλισμα και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) αναφέρεται η κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα η ασφάλιση του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα μεταξύ άλλων ασφαλιστικών κινδύνων και για τον κίνδυνο της κλοπής, για το ποσό των 16.500 ευρώ, 2) μνημονεύεται η επέλευση της ασφαλιστικής αυτής περίπτωσης και ειδικότερα ότι έλαβε χώρα κλοπή του ως άνω ασφαλισμένου αυτοκινήτου και προσδιορίζεται ο τόπος και ο χρόνος κατά τους οποίους συνέβη αυτή, 3) προσδιορίζεται ότι η αξία την οποία είχε το ανωτέρω αυτοκίνητο κατά το χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και δη ότι ανερχόταν στο ποσό των 7.000 ευρώ, 4) διευκρινίζεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης προέβη με δόλο σε ανακριβείς δηλώσεις ως προς την αξία του αυτοκινήτου, η σαφής δε αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζει με επάρκεια και σαφήνεια την απορριπτική κρίση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Δικαστηρίου, ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δόλιας υπερασφάλισης του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου από τον αναιρεσίβλητο, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης να αναφέρεται η τιμή της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου από τον αναιρεσίβλητο, αφού σε κάθε περίπτωση δεν προσδιορίζει αυτή την ακριβή και πραγματική του αξία [ η δε αναφορά της θα συνιστούσε απλώς επιχείρημα του Δικαστηρίου ] και συνακόλουθα είναι σαφής και επαρκής η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν προέβη με δόλο σε ανακριβείς δηλώσεις ως προς την αξία του εν λόγω αυτοκινήτου, αφού η αιτιολογία αυτή περιέχει επαρκώς το τι αποδείχθηκε και δη η μη δόλια υπερασφάλιση του ανωτέρω αυτοκινήτου από τον αναιρεσίβλητο, 5) αναφέρεται επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης προέβη με δόλο σε ανακριβείς δηλώσεις ως προς την αξία και την κατάσταση του αυτοκινήτου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε πως το αυτοκίνητο είχε εμπλακεί, πριν το αγοράσει, σε πέντε τροχαία ατυχήματα, από το οποίο το τελευταίο του προκάλεσε σοβαρές ζημίες που ελάττωσαν σημαντικά την αξία του και συνεπώς αιτιολογείται επαρκώς και σαφώς η απορριπτική κρίση του, ως Εφετείου, δικάσαντος ανωτέρω Δικαστηρίου, ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δόλιας παράβασης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της υποχρέωσής του να δηλώσει στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία κάθε στοιχείο και περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και 6) αναφέρεται ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με βαριά αμέλεια του αναιρεσίβλητου, επειδή δεν είχε λάβει μέτρα προστασίας του αυτοκινήτου κατά του κινδύνου της κλοπής (ενεργοποίηση συναγερμού και τοποθέτηση immobilizer), με την παραδοχή δε αυτή αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια η απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης περί παραβάσεως από τον αναιρεσίβλητο ασφαλιστικών του βαρών.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες τόσο ως προς την ένδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου, όσο και ως προς τους ανωτέρω προβληθέντες από την αναιρεσείουσα αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις), που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους είναι αβάσιμες, καθόσον σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο περί παραβίασης από το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στους προαναφερόμενους λόγους του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής αναφορικά με το ασκηθέν με την ένδικη αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του αναιρεσίβλητου, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το άνω Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό του πόρισμα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλει ως ασφάλισμα στον αναιρεσίβλητο λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό.

Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον ως άνω αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-01-2020 (με αριθμό κατάθεσης 430/1/07-01-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 238/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ