1680/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πέτρο Σαλίχο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1680/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Full text
Απόφαση 1680 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1680/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πέτρο Σαλίχο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος Π. Ν. Μ., κατοίκου ...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαρνάβα.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Ν. Η. Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πήττα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, β) Κ. Η. Κ., κατοίκου ... (Ειρήνης 33) και γ) Γ. Η. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1955/2003 μη οριστική και 1390/2005 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 1147/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, μετά από αναψηλάφηση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας απόφασης, η 3631/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-12-2017 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από τις 11550β/16-4-2018 και 2502β/18-4-2018 εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Λάρισας Α. Γ. και του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Α., αντίστοιχα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο και στον τρίτο αναιρεσίβλητους Κ. Η. Κ. και Γ. Η. Κ., αντίστοιχα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης. Όμως, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστησαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 3631/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, ερήμην των αναιρεσιβλήτων, αίτηση του αναιρεσείοντος κατ' αυτών για αναψηλάφηση της 1147/2008 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το οικείο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τους εξής λόγους.
Κατά το άρθρο 553 παρ.1β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Απαιτείται, δηλαδή, η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ) κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 18/01).
Η ύπαρξη, όμως, ερήμην απόφασης, απόφασης, δηλαδή, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/01), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν, παρόλα αυτά, ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, ως προς την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1β περ.
β ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι, κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με τη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατά της απόφασης αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, ανάλογα, έφεση (ΟλΑΠ 11/98, ΑΠ 662, 65/06).
Ήτοι, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Εξάλλου, είναι δυνατόν να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις, όμως, αυτές και, γενικότερα, οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνο από το αρμόδιο για την εκδίκασή της δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, ούτε από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην οριστικής απόφασης, που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/01).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα, αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι, όμως, η μη επίδοση της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής και αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτονόητη προϋπόθεση της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 1611/11).
Αναίρεση επιτρέπεται και κατά της απόφασης που εκδόθηκε στη δίκη αναψηλάφησης, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά της απόφασης, που εκδίδεται στη δίκη της αναψηλάφησης, επιτρέπονται ένδικα μέσα, εφόσον η απόφαση που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη μπορούσε να προσβληθεί με ένδικα μέσα.
Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ορίζεται, ότι το επιτρεπτό των ένδικων μέσων κατά της απόφασης που εκδίδεται στη δίκη της αναψηλάφησης, εξαρτάται από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση. Έτσι, αν η απόφαση αυτή είναι απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η απόφαση για την αναψηλάφηση προσβάλλεται με έφεση, ενώ, αν πρόκειται για απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προσβάλλεται με αναίρεση.
Αντίθετα, το επιτρεπτό της ανακοπής ερημοδικίας κρίνεται αποκλειστικά από την απόφαση για την αναψηλάφηση. Αν, συνεπώς, με απόφαση του Εφετείου απορριφθεί αίτηση αναψηλάφησης ερήμην του καθ' ου, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση, αν δεν επιδοθεί προηγουμένως στον καθ' ου και δεν παρέλθει έκτοτε η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής (ΑΠ 635/12).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/01, ΑΠ 658/12).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη, ερήμην των αναιρεσιβλήτων, η από 18-10-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος κατ' αυτών για αναψηλάφηση της 1147/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της 1390/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας απ' αυτούς. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εν λόγω απόφασης από τους ανωτέρω, ούτε παραίτησή τους από το σχετικό δικαίωμά τους, αλλά ούτε και επίδοση σ' αυτούς της εν λόγω απόφασης.
Συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους αναιρεσιβλήτους, δεν έχει αρχίσει η δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τους ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η εν λόγω απόφαση υπόκειται στο ένδικο αυτό μέσο, με περαιτέρω συνέπεια, αφού υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, να μην έχει καταστεί τελεσίδικη και, συνεπώς, να μην υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 309 παρ. 1, 321, 495 παρ. 1, 503 παρ. 1, 551, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η παραπάνω εναντίον αυτής αναίρεση. Ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2017 αίτηση του Π. Ν. Μ. για αναίρεση της 3631/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν. Η. Κ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ