Supreme Court partially allows appeal against company and individual defendants in civil dispute over contract validity and identity issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the plaintiffs against a third-instance court decision. The court found the appeal admissible regarding the first and sixth defendants due to procedural flaws in their representation and identity verification, while dismissing it against the other defendants. Consequently, the case was remitted for further hearing with a specific allocation of court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580, 495, 176, 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine cases ex officio when a party is absent, and if grounds for appeal are established against specific defendants, the case is remitted for further hearing with costs allocated accordingly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 167 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 167/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ζ. του Σ. και 2) Χ. συζύγου Σ. Ζ., το γένος Γ. Π., αμφοτέρων κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαργαρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. F. A.E." και τον διακριτικό τίτλο "A. R. E. A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., 2) Α. Α. του Ν., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Κανιούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., 3) Π. Ν. του Α., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 4) Ν. Τ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Θ. Α. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντιγόνη Κουρβισιανού και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της Λουκά Κοκκίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2278/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 2-2-2018 ανακοπή ερημοδικίας και 3525/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και οι 1η, 2η, 3η, 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Δ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 12/9/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον τέταρτο αναιρεσίβλητο.
Όμως, κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε και η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Επομένως, εφόσον ο τέταρτος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3525/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά των ήδη μη διαδίκων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Θ.
Α. και Σ. ΕΠΕ", 2) Π. Α. και 3) Π. Κ., την από 12/5/2016 αγωγή τους, στην οποία εξέθεσαν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: " Ότι είναι σύζυγοι και ενδιαφέρονταν από τα τέλη του έτους 2010 να αγοράσουν οικόπεδο. Ότι είχαν επικοινωνήσει με την πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη μεσιτική εταιρεία στα γραφεία αυτής στην … (…) και της είχαν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για την αγορά οικοπέδου, αναφέροντας της ότι διαθέτουν για το σκοπό αυτό το ποσό των 400.000 ευρώ σε μετρητά.
Ότι η τρίτη εναγόμενη (η ήδη μη διάδικος Π. Α.), η οποία ήταν μεσίτρια αλλά και υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, ενεργώντας ως εκπρόσωπος τόσον αυτής όσον και της δεύτερης εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (της ήδη μη διαδίκου "Θ. Α. και Σ. ΕΠΕ") και ως προστηθείσα από αυτές, τους τηλεφώνησε στις 25/4/2011 και τους ανέφερε ότι "η εταιρεία είχε βρεί ένα εξαιρετικότατο οικόπεδο", το οποίο και τους υπέδειξε, αφού υπογράφηκε η από 27-4-2011 εντολή υπόδειξης ακινήτου μεταξύ των εναγόντων και της τρίτης εναγόμενης, που ενεργούσε για λογαριασμό των δύο πρώτων εναγόμενων, ήταν δε αυτό το επίδικο οικόπεδο με εμβαδόν 495,76 τ.μ., που βρίσκεται στην ….
Ότι υφίστατο και σχέση πρόστησης μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών με προστηθείσα από την πρώτη εναγόμενη την δεύτερη εναγόμενη. Ότι η τρίτη εναγόμενη, εν γνώσει της, παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες μεσιτικές εταιρείες ενεργούσαν για λογαριασμό της Μ. Π., ιδιοκτήτριας του ανωτέρω ακινήτου, ότι είχαν επικοινωνία με αυτήν και μεσολαβούσαν μεταξύ αυτής και των εναγόντων για την πώληση του ως άνω ακινήτου, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι οι ενάγοντες πείστηκαν α) από την τρίτη εναγόμενη, με τις ειδικότερες μεθοδεύσεις, που αναφέρονται στην αγωγή (ψευδής παράσταση αδυναμίας της πωλήτριας για αυτοπρόσωπη παρουσία της στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας λόγω επιτακτικής ανάγκης, εξαιτίας οικογενειακών λόγων, να ταξιδεύσει στο εξωτερικό), β) από τον έβδομο εναγόμενο (ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο), ο οποίος εμφανίστηκε, έχοντας την ιδιότητα του τοπογράφου μηχανικού, να έχει αναλάβει για λογαριασμό της πραγματικής οικοπεδούχου την αποτύπωση του ως άνω οικοπέδου σε τοπογραφικό διάγραμμα για τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς σε τέσσερα από Μαρτίου 2011 τοπογραφικά του ανωτέρω ακινήτου, που συνέταξε, ότι εμφανίστηκε ενώπιον του η ιδιοκτήτρια Μ.
Π. και του υπέδειξε το προρρηθέν ακίνητο και τα ακριβή όρια του και καθυστέρησε υπαίτια τη σύνταξη ορθού τοπογραφικού και την προσκόμισή του στο συμβολαιογράφο των εναγόντων Α.. Μ. για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας, προκειμένου να μεθοδευτεί η υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας μέσω πληρεξουσίου της πωλήτριας, γ) από την έκτη εναγόμενη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), που δήλωσε ότι είχε λάβει, με την ιδιότητα της δικηγόρου, την εντολή για την εκπροσώπησή της πωλήτριας στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που επρόκειτο να συναφθεί, η οποία ισχυρίστηκε στους ενάγοντες ότι η εντολέας της - πωλήτρια, λόγω ανάγκης ταξιδιού της στο εξωτερικό, δεν θα παρίστατο η ίδια στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, όπως επιθυμούσαν οι ενάγοντες, και ότι η εντολέας της δεν επιθυμούσε πλέον την μεταβίβαση του οικοπέδου στους ενάγοντες, αλλά θα κατάρτιζε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα έδινε πληρεξουσιότητα στον τέταρτο εναγόμενο (τον ήδη μη διάδικο Π.
Κ.) για τη σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας, με το οποίο θα το μεταβίβαζε σε τρίτους και όχι στους ενάγοντες λόγω καταβολής από τους τρίτους μεγαλύτερου τιμήματος και δη 380.000 ευρώ, και ότι είχε εκδοθεί φορολογική ενημερότητα της πωλήτριας από την πέμπτη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) συμβολαιογράφο, για τη σύναψη του σχετικού συμβολαίου με τους τρίτους, δ) από τον τέταρτο εναγόμενο, που εμφανίστηκε ως Φ.
Λ. Π. και ως συγγενής και πληρεξούσιος της ανωτέρω οικοπεδούχου και ε) από την πέμπτη εναγόμενη συμβολαιογράφο, που επιβεβαίωσε στους ενάγοντες ότι η Μ. Π., είχε προβεί ενώπιόν της στη σύνταξη του σχετικού ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου με αριθμό 7749/13-5-2011 προς τον τέταρτο εναγόμενο και ότι θα μεταβίβαζε το οικόπεδο σε τρίτους, με αποτέλεσμα να συνάψουν, στις 18-5-2011, τη με αριθ. ...
πράξη αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.. Μ., που ακολούθως μετέγραψαν νόμιμα, και να αγοράσουν το ως άνω οικόπεδο αντί τιμήματος 350.000 ευρώ, συμβαλλόμενοι με την πωλήτρια (Μ..Π.) μέσω πληρεξουσίου και δη του τέταρτου εναγόμενου, ο οποίος εμφανίστηκε ως πληρεξούσιός της δυνάμει του υπ' αριθ. 7749/13-5-2011 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της πέμπτης εναγόμενης, ενώ στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας παραστάθηκε ως δικηγόρος της ως άνω οικοπεδούχου η έκτη εναγόμενη.
Ότι εκ των υστέρων, την 29-11-2013, οι ενάγοντες ανακάλυψαν, εφόσον προγενεστέρως οχλήθηκαν από συγγενείς της κυρίας του ακινήτου και φερομένης ως πωλήτριας Μ. Π., κατοίκου …, που τους ενημέρωσαν ότι η τελευταία δεν είχε αναθέσει στις δύο πρώτες εναγόμενες την πώληση του ως άνω ακινήτου και δεν είχε χορηγήσει το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο στο φερόμενο ως Φ. - Λ.
Π., ο οποίος ήταν ο τέταρτος εναγόμενος και ότι είχαν εξαπατηθεί. Ότι η υπογραφή του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου είχε γίνει με χρήση της με αριθ. … πλαστής ταυτότητας της Μ. Π. και του με αριθ. 518345 ειδικού δελτίου ταυτότητας του φερόμενου ως Φ. - Λ. Π., τέταρτου εναγόμενου. Ότι με άλλη πλαστή ταυτότητα και πλαστές εξουσιοδοτήσεις είχε χορηγηθεί το ΤΑΠ από το Δήμο Γλυφάδας για το πωληθέν ακίνητο.
Ότι η σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, η είσπραξη από τον τέταρτο εναγόμενο του ποσού των 50.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε σε μετρητά και αντιστοιχεί στο εκτός του συμβολαίου τίμημα της αγοραπωλησίας, καθώς και η πληρωμή σε αυτόν, σε μετρητά, από την ένατη εναγόμενη (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη) Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εκάστης εκ των δύο επιταγών αξίας 150.000 ευρώ, τις οποίες, αντιστοίχως, έκαστος των εναγόντων εξέδωσε εις διαταγήν του, οπισθογράφησε και παρέδωσε στον τέταρτο εναγόμενο για την καταβολή του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος της αγοραπωλησίας, έγινε ομοίως με τη χρήση του προαναφερόμενου πλαστού ειδικού δελτίου ταυτότητας του "Φ. - Λ.
Π.". Ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της ένατης εναγόμενης παρείχαν συνδρομή στον τελευταίο εμφανισθέντα ως πληρεξούσιο της Μ. Π., προκειμένου να λάβει χώρα η είσπραξη των ανωτέρω επιταγών, γνωρίζοντας την πλαστοπροσωπία του. Ότι άπαντες οι ανωτέρω εναγόμενοι και επίσης ο όγδοος τούτων (ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος), ως συνδιαχειριστής της δεύτερης εναγόμενης, που ασκούσε το μεσιτικό επάγγελμα μέσω αυτής και ευθύνεται προσωπικά για την άσκηση από τη δεύτερη εναγόμενη της κτηματομεσιτικής επιχείρησής της, έχων και προσωπική συμμετοχή στην εξαπάτηση των εναγόντων, εφόσον τελούσε σε γνώση της απατηλής συμπεριφοράς της τρίτης εναγόμενης, που λάμβανε χώρα και με τις δικές του εντολές και οδηγίες προς αυτήν, συνέβαλαν στην εξαπάτηση των εναγόντων με την εν γνώσει παράσταση των ανωτέρων ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με την οποία παράσταση πείσθηκαν οι ενάγοντες να προβούν στην υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας και να καταβάλουν το (εντός και εκτός συμβολαίου) τίμημα αυτής στον τέταρτο εναγόμενο για λογαριασμό της πωλήτριας, οπισθογραφώντας και παραδίδοντας σε αυτόν τις ως άνω επιταγές, οι οποίες πληρώθηκαν, με τη συνδρομή των προστηθέντων υπαλλήλων της ένατης εναγόμενης και επήλθε έτσι το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των εναγόντων.
Ότι σε κάθε περίπτωση στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της πέμπτης εναγομένης συμβολαιογράφου κατά την έκδοση του ως άνω πληρεξουσίου, χωρίς το οποίο δε θα λάμβανε χώρα η ως άνω αγοραπωλησία και η ζημία των εναγόντων, διότι η πέμπτη εναγόμενη υπαιτίως παρέλειψε να εξακριβώσει τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας της εντολέως της και του πληρεξουσίου της, δεν αξίωσε τη σύμπραξη δύο μαρτύρων, δεν τήρησε τα μέτρα συνήθους επιμέλειας, ως δημόσιος λειτουργός και υπόχρεο πρόσωπο του ν.3691/2008, με βάση τα οποία, αν δεν γνώριζε, όπως διατείνεται, τους προρρηθέντες, έπρεπε να επαληθεύσει τα στοιχεία της ταυτότητάς τους και να μην προχωρήσει στην έκδοση του πληρεξουσίου, διότι υπήρχαν προφανείς ενδείξεις αδικημάτων και η αγοραπωλησία που θα χρησιμοποιείτο το ως άνω πληρεξούσιο υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ.
Ότι η πέμπτη εναγόμενη εφόσον δε μπορούσε να καταστήσει γνωστούς της την εντολέα της και τον πληρεξούσιό της έπρεπε να μην προχωρήσει στην έκδοση του ως άνω πληρεξουσίου. Ότι η πέμπτη εναγόμενη υπαιτίως δεν αντιλήφθηκε την πλαστότητα της ταυτότητας της εμφανισθείσας σε αυτήν ως Μ. Π., κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.
Ότι σε κάθε περίπτωση η έκτη εναγόμενη, με την ιδιότητα της δικηγόρου και υπόχρεου προσώπου του ν. 3691/2008, κατά παράβαση των μέτρων επιμέλειας, που επιβάλλονται από τον τελευταίο νόμο, συνέπραξε στη σύνταξη, παρέστη και συνυπέγραψε το ως άνω συμβόλαιο αγοροπωλησίας που είχε αντικείμενο ανώτερο των 15.000 ευρώ, χωρίς να πιστοποιήσει και να επαληθεύσει τα στοιχεία της ταυτότητας τόσο της εντολέως της, που φερόταν ως η πραγματική ιδιοκτήτρια του ως άνω πωληθέντος ακινήτου στους ενάγοντες, όσο και του πληρεξουσίου της, τέταρτου εναγόμενου.
Ότι η έκτη εναγόμενη έπρεπε, εφόσον δε μπορούσε να καταστήσει σε αυτήν γνωστούς τους ανωτέρω να απέχει από την εκπροσώπηση της ως άνω εντολέως της. Ότι η έκτη εναγόμενη παρέλειψε να εμποδίσει την υπογραφή και την έκδοση του προρρηθέντος συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ενώ ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του.
Ότι η έκτη εναγόμενη δέχθηκε να εκπροσωπήσει την άγνωστη σε αυτήν, κατά τους ισχυρισμούς της, εντολέα της, χωρίς να αξιώσει τη σύμπραξη δύο μαρτύρων κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Ότι η έκτη εναγόμενη υπαιτίως δε διέγνωσε την πλαστότητα της αστυνομικής ταυτότητας της εντολέως της, που θα μπορούσε ευχερώς να τη διαγνώσει, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι σε κάθε περίπτωση ο έβδομος εναγόμενος, στα τοπογραφικά που συνέταξε, δεν ανέγραψε τα ονόματα των γνωστών όμορων ιδιοκτητών του οικοπέδου, παρέλειψε να προβεί στην καταγραφή ή στη βεβαίωση των στοιχείων της ταυτότητας της εντολέως του, φερόμενης ως Μ. Π., και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι του ήταν άγνωστη, παρέλειψε να γράψει τα σωστά όρια και το σωστό εμβαδόν του οικοπέδου και δε βεβαίωσε ότι το τοπογραφικό του διάγραμμα ήταν συμβατό με τις αντίστοιχες καταχωρίσεις στο κτηματολόγιο, αλλά όρισε το εμβαδόν του μικρότερο και μόνο στο τέταρτο τοπογραφικό προέβη σε ορθή αποτύπωση του ως άνω ακινήτου.
Ότι σε κάθε περίπτωση οι προστηθέντες υπάλληλοι της ένατης εναγόμενης, πληρώτριας τράπεζας των επιταγών, που είχαν εκδώσει εις διαταγήν τους οι ενάγοντες και παρέδωσαν κατά την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας στον φερόμενο ως Φ. Π., τέταρτο εναγόμενο, με την οποία τράπεζα τους συνέδεε δεσμός ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί από το έτος 1966 διατηρούσαν σε αυτήν λογαριασμό καταθέσεων, από το 1980 διατηρούσαν μισθοδοτικό αρχικά και από το την 1/1/2011 και εφεξής συνταξιοδοτικό λογαριασμό, ενώ είχαν λάβει και δύο στεγαστικά δάνεια, τα οποία εξόφλησαν, προέβησαν σε πληρωμή των επιταγών αυτών μετά την εμφάνισή τους από τον τέταρτο εναγόμενο στο υποκατάστημα της ένατης εναγόμενης στη Γλυφάδα, στις 20-5-2011 και 24-5-2011, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου δέουσας επιμέλειας του ν. 3691/2008, χωρίς τη συγκέντρωση των εγγράφων και των στοιχείων που απαιτούνταν και χωρίς τις αναγκαίες επαληθεύσεις και πιστοποιήσεις.
Ότι ειδικότερα οι προστηθέντες υπάλληλοι της ένατης εναγόμενης, διενήργησαν συναλλαγή που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, παραλείποντας την πιστοποίηση και την επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας του φερόμενου ως Φ. Π. και της φερόμενης ως Μ. Π., κατά παράβαση του άρθρου 8 του νόμου για την προστασία καταναλωτών, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών αλλά και των υποχρεώσεων εκ της σύμβασης της επιταγής, δεν ήλεγξαν και δεν διαπίστωσαν ότι ο ανωτέρω εμφανισθείς λειτουργούσε για λογαριασμό άλλου (πραγματικού δικαιούχου της αξίας των επιταγών), δεν ήλεγξαν την ταυτότητα που τους προσκομίστηκε από τον ανωτέρω, ενώ αν το έπρατταν, λόγω των ειδικών γνώσεων και των εμπειριών τους θα διαπίστωναν ότι είναι πλαστή, δεν διασταύρωσαν τα στοιχεία του ως άνω εμφανισθέντος, με τα στοιχεία του πραγματικού Φ.
Π., τα οποία είχαν διαθέσιμα στο πληροφοριακό σύστημα τόσο των λοιπών τραπεζών όσο και στο δικό τους πελατολόγιο, ώστε να διαπιστώσουν την πλαστοπροσωπία του, καθώς και την γνήσια υπογραφή του πραγματικού Φ. Π. σε αντιπαραβολή με την πλαστογραφημένη υπογραφή του από τον τέταρτο εναγόμενο, παρέλειψαν να θεωρήσουν ως ύποπτη και ασυνήθιστη την εμφάνιση του ανωτέρω στο υποκατάστημα της Γλυφάδας ενώ ο τέταρτος εναγόμενος τους δήλωνε άλλοτε κάτοικος … και άλλοτε κάτοικος …, δεν έλαβαν αντίγραφο του συμβολαίου αγοραπωλησίας πριν την πληρωμή των ανωτέρων επιταγών, δεν διαπίστωσαν από την … βεβαίωση του συμβολαιογράφου Α..
Μ., που τους προσκόμισε ο τέταρτος εναγόμενος, ότι ο τελευταίος τους είχε αποκρύψει ότι πραγματικός δικαιούχος των ως άνω επιταγών ήταν η πωλήτρια του συμβολαίου, δεν εξακρίβωσαν την ακριβή προέλευση των χρημάτων, μη λαμβάνοντας τα αποδεικτικά έγγραφα και τα στοιχεία που τεκμηρίωναν την αναγκαιότητα εκτέλεσης της συναλλαγής και την εκτέλεσή της σε μετρητά, παρέλειψαν να διενεργήσουν την πληρωμή των επιταγών μέσω τραπεζικού λογαριασμού της πραγματικής δικαιούχου Μ.
Π., όπως επιβάλλεται από τον Ν.3691/2008 και τις εντολές της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά προέβησαν σε πληρωμή των επιταγών με καταβολή μετρητών στον εμφανισθέντα κομιστή τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν διαμορφώσει και επαληθεύσει ασφαλώς το οικονομικό και συναλλακτικό προφίλ του τελευταίου καθώς και της Μ.
Π., μη προβαίνοντας σε λήψη εύλογων μέτρων και μη διασφαλίζοντας ότι γνώριζαν τόσο τον ανωτέρω εμφανισθέντα όσο και την πραγματική δικαιούχο των χρημάτων και δεν εφάρμοσαν τα αυξημένα μέτρα επιμέλειας, που όφειλαν λόγω της μη φυσικής παρουσίας της πραγματικής δικαιούχου και δεν ζήτησαν τη συνδρομή των αρχών για τον έλεγχο της γνησιότητας των ταυτοτήτων και των υπογραφών.
Ότι οι ανωτέρω επιταγές ήταν οπισθογραφημένες εις διαταγήν των εναγόντων και η ένατη εναγόμενη, δια των προστηθέντων της έπρεπε πριν την πληρωμή τους να επιβεβαιώσει ότι οι εκδότες τους επιθυμούσαν να πληρωθούν αυτές στον ως άνω εμφανισθέντα, κομιστή τους. Ότι σε κάθε περίπτωση η τρίτη εναγόμενη, ως μεσίτρια, οι δύο πρώτες εναγόμενες, που από κοινού παρείχαν στους ενάγοντες κτηματομεσιτικές υπηρεσίες υπό την επωνυμία της πρώτης εναγόμενης μέσω της τρίτης εναγόμενης, αλλά και ο όγδοος εναγόμενος, που ασκούσε μεσιτική επιχείρηση μέσω της δεύτερης εναγόμενης και είχε ατομικά ευθύνη από την άσκηση της κτηματομεσιτικής επιχείρησής της, είναι υπόχρεα πρόσωπα κατά την έννοια του ν. 3691/2008, συνδέονται με ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης με τους ενάγοντες λόγω της μεσιτικής εντολής και της παρεπόμενης εξ αυτής υποχρέωσης πίστης και όφειλαν πριν τη σύναψη της σύμβασης μεσιτείας και την ανάληψη της εντολής πώλησης του οικοπέδου από την φερόμενη και εμφανισθείσα ως Μ.
Π., εφόσον επρόκειτο για συναλλαγή ανώτερη του ποσού των 15.000 ευρώ, να είχαν επαληθεύσει και πιστοποιήσει τα στοιχεία των ταυτοτήτων της φερόμενης ως "Μ. Π." και του φερόμενου ως "Φ. Λ. Π." και να εξακριβώσουν με σχετική έρευνά τους ότι οι ανωτέρω ταυτότητες ήταν πλαστές, να μην αναλάβουν τη σχετική σύμβαση μεσιτείας, πριν καταστήσουν γνωστούς σε αυτούς τη Μ.
Π. και τον ανωτέρω φερόμενο ως πληρεξούσιό της, και, αν μέχρι την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας τους δημιουργούνταν έστω υπόνοιες ότι δε γίνονταν όλα νόμιμα, να ειδοποιήσουν την επιτροπή του ως άνω νόμου. Ότι οι ενάγοντες από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων υπέστησαν ζημία συνισταμένη 1) στο ποσό των 50.000 ευρώ, που κατέβαλαν σε μετρητά στον τέταρτο εναγόμενο κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, 2) στην συνολική αξία εξ ευρώ 300.000 των δύο επιταγών, που εξέδωσε από μία έκαστος των εναγόντων εις διαταγήν του και παρέδωσε δια οπισθογράφησης στον φερόμενο ως πληρεξούσιο της πωλήτριας, εμφανισθέντα ως Φ.
Π., τέταρτο εναγόμενο 3)στο συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, που καταβλήθηκε ως μεσιτική αμοιβή στην τρίτη εναγόμενη για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης κατά την υπογραφή του συμβολαίου, 4) στο ποσό των 30.076 ευρώ, που καταβλήθηκε για το φόρο μεταβίβασης του ως άνω οικοπέδου, 5) στο ποσό των 1.193 ευρώ, που καταβλήθηκε για δικηγορική αμοιβή του παριστάμενου για τους ενάγοντες δικηγόρου στο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας, 6) στο ποσό των 3.500 ευρώ, που καταβλήθηκε ως αμοιβή του συμβολαιογράφου Α..
Μ., που συνέταξε το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας, 7) στο ποσό των 1.684 ευρώ που καταβλήθηκε για τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου και 8) στο ποσό των 70 ευρώ, που δαπανήθηκε για την εγγραφή της πράξης μεταβίβασης στο οικείο κτηματολόγιο. Ότι η συνολική θετική ζημία των εναγόντων εκ της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων ανέρχεται στο συνολικό ποσό 396.523 ευρώ, το οποίο οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι στους ενάγοντες, και δη εξ ημισείας στον καθένα, εφόσον έκαστος ενάγων υποβλήθηκε εξ ημισείας στις σχετικές δαπάνες.
Ότι επικουρικώς, αν η ένατη εναγόμενη κριθεί ότι δεν ευθύνεται για το σύνολο της ανωτέρω ζημίας των εναγόντων, η τελευταία πρέπει να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ανωτέρω επιταγών και στα ποσά που καταβλήθηκαν για αμοιβή του συμβολαιογράφου και τη μεταγραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας στο υποθηκοφυλακείο και στο κτηματολόγιο, άλλως το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ως άνω επιταγών εξ ημισείας στους ενάγοντες άλλως το ποσό των 150.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία εκάστης επιταγής που εξέδωσε έκαστος ενάγων εις διαταγήν του.
Ότι οι ενάγοντες υπέστησαν και ηθική βλάβη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων. Ότι αυτοί τόσο για τη θετική τους ζημία όσο και για την ηθική τους βλάβη όχλησαν την ένατη εναγόμενη αποστέλλοντας σε αυτήν την από 14-1-2014 εξώδικη κλήση τους. Τέλος, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν νομιμοτόκως, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις της αγωγής σε έκαστο των εναγόντων α) το ποσό των 198.261 ευρώ, που αντιστοιχεί εξ ημισείας για τον κάθε ενάγοντα στη συνολική θετική τους ζημίας εξ ευρώ 396.523, επικουρικώς δε, για την περίπτωση που θα κριθεί ότι η ένατη εναγόμενη δεν ευθύνεται για το σύνολο της θετικής ζημίας τους, να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 152.626 ευρώ ως θετική ζημία, άλλως το ποσό των 150.000 ευρώ, άλλως στον πρώτο ενάγοντα την αξία της αναφερόμενης στην αγωγή επιταγής εξ ευρώ 150.000 έκδοσής του και στη δεύτερη εναγόμενη την αξία της αναφερόμενης στην αγωγή επιταγής εξ ευρώ 150.000 έκδοσής της, και β) το ποσό των 100.000 ευρώ σε έκαστο ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να διαταχθεί η προσωπική κράτηση των εναγόμενων φυσικών προσώπων, λόγω της αδικοπραξίας, που τέλεσαν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 2278/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας ερήμην των τρίτης και τετάρτου των εναγομένων (Π. Α. και Π. Κ., αντίστοιχα), αλλά σαν να είναι παρόντες και αυτοί, α) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, καθ' όσον στρέφεται κατά των πέμπτης, έκτης και ογδόου των εναγομένων (ήδη δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσιβήτων αντιστοίχως), β) απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθ' όσον στρέφεται κατά των πρώτης, εβδόμου και ενάτης των εναγομένων (ήδη πρώτης, τετάρτου και έκτης των αναιρεσιβήτων) και γ), αφού έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τους ήδη μη διαδίκους 1) Π.
Α., 2) Π. Κ. (λόγω της ερημοδικίας τους) και 3) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Θ. Α. και Σ. ΕΠΕ", ως προστήσασα την Π. Α., υποχρέωσε αυτούς, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση σε κάθε ενάγοντα, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 218.261 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής και κατά των νυν αναιρεσιβλητων άσκησαν έφεση και προσθέτους λόγους έφεσης οι νυν αναιρεσείοντες, ενώ κατά της ιδίας απόφασης η Π. Α. άσκησε κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τόσο ανακοπή ερημοδικίας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όσο και έφεση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3525/2020 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις και τους προσθέτους λόγους έφεσης, κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της έφεσης της Π.
Α., γιατί κατά την συζήτηση της έφεσης εκκρεμούσε η ανακοπή ερημοδικίας, που είχε ασκήσει αυτή και αφού απέρριψε όλους του λόγους της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης των αναιρεσειόντων, πλην του λόγου της έφεσης, που αφορούσε την επιβολή στους αναιρεσείοντες των δικαστικών εξόδων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς την διάταξή της, με την οποία είχαν επιβληθεί τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων στους αναιρεσείοντες και ακολούθως συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αυτών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993).
Τέτοια περίπτωση κοινής εναγωγής υπάρχει και όταν στην επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφόρως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την, κατά το άρθρο 927 του ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1181/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η τρίτη αρχικώς εναγομένη Π. Α., για την οποία είναι μη οριστική η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνδέεται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους εφεσισβλήτους στην έφεση των αναιρεσειόντων, και ήδη αναιρεσιβλήτους, αφού ενάγεται μαζί με αυτούς ως υπόχρεη αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία και γι' αυτό η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, εφόσον και κατά τα λοιπά ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ. ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.
Α) Λόγος αναίρεσης ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Από τις διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση (μεταξύ άλλων) και από δικηγόρο και συμβολαιογράφο, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς τους κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντίστοιχα, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου ή συμβολαιογράφου.
Επομένως, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά, κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία (ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1856/2017, ΑΠ 1911/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, α) η αγωγή πρέπει να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, β) στην αγωγή επισυνάπτονται τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη, και γ) δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.
Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται προϋποθέσεις που διαφοροποιούν την άσκηση αγωγής κακοδικίας, μεταξύ άλλων, κατά δικηγόρου και συμβολαιογράφου, από την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη. Η διαφοροποίηση δε αυτή, δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύονται από την ανάγκη όπως οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική τους καταδίωξη δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από απόψεως βαθμού υπαιτιότητας, όσο και από απόψεως χρόνου και δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1892/2014).
Περαιτέρω, ο περιορισμός που τίθεται με την προδιαληφθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 73 ως προς τον χρόνο ενάρξεως της θεσπιζόμενης εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, ο οποίος ταυτίζεται προς τον χρόνο εκδηλώσεως της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου, είναι αντίθετος προς την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", δεδομένου ότι τοποθετεί το εναρκτήριο σημείο της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας στο χρόνο τελέσεως της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και όχι σε αυτόν της γνώσεως από τον παθόντα της συμπεριφοράς του δικηγόρου ή συμβολαιογράφου και της προκληθείσας από αυτήν ζημίας του, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος πολύ πριν ο ζημιωθείς λάβει γνώση αυτού.
Συνεπώς, αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας, αποτελεί ο χρόνος κατά τον οποίον ο εντολέας ή ο τρίτος ζημιωθείς έλαβε γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του δικηγόρου ή συμβολαιογράφου (Ολ. ΑΠ 18/1999, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1892/2014, ΑΠ 1911/2013). Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, δεν είναι δε δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες" (Ολ.ΑΠ 18/1999, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1911/2013, 20/2000, ΑΠ 1057/2009).
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 160 παρ. 1, 161, 162 εδ. α` και 163 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), που άρχισε να ισχύει ως προς τα άρθρα αυτά από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 166 παρ. 3), ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παράνομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Οι αξιώσεις του προηγούμενου άρθρου παραγράφονται μετά τρία (3) έτη από την πράξη, ενέργεια ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων, η δε παραγραφή αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο χρόνο προβλέπεται στα άρθρα 255 επ. και 260 του Αστικού Κώδικα. Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.
Το δικόγραφο της αγωγής: α) συντάσσεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του ΚΠολΔ, β) περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και γ) αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους της. Στην αγωγή επισυνάπτονται:
α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, η έλλειψη του οποίου την καθιστά απαράδεκτη. Από τις ειδικές αυτές διατάξεις, που ρυθμίζουν την σχέση του δικηγόρου με τον εντολέα του, συνάγεται ότι με τις διατάξεις αυτές δεν αποκλείστηκε η άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά του δικηγόρου και από τον τρίτο, ο οποίος υπέστη ζημία από παράνομη συμπεριφορά από δόλο ή βαριά αμέλεια του δικηγόρου κατά την εκτέλεση της εντολής του πελάτη του, όπως κατά τα ανωτέρω προβλέπεται από το άρθρο 73 ΕιΝΚΠολΔ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά (ΑΠ 675/2021) προς τις ανωτέρω ειδικότερες διατάξεις.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005), δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 8/2006, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 1182/2020). Ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 928/2019).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφο και δικηγόρο αντίστοιχα, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η αγωγή κακοδικίας πρέπει να περιέχει τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται ο ενάγων, άλλως επέρχεται ακυρότητα.
Πρέπει δε να επισυνάπτονται τα αποδεικτικά έγγραφα σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα.... Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή των εκκαλούντων κατά της δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων τύγχανε απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι κατά αυτών, συμβολαιογράφου και δικηγόρου αντίστοιχα, δύναται να ασκηθεί μόνο το ένδικο βοήθημα της αγωγής κακοδικίας και, εν προκειμένω, δεν έχουν τηρηθεί οι δικονομικές προϋποθέσεις άσκησής της, που εκτίθενται ανωτέρω.
Περαιτέρω, η αγωγή αυτή από τον χρόνο γνώσης της ιστορούμενης συμπεριφοράς των εφεσιβλήτων αυτών, την 29-1-2013, ασκήθηκε την 16-5-2016 για την δεύτερη εφεσίβλητη και την 13-5-2016 για την τρίτη εφεσίβλητη...ήτοι μετά την παρέλευση της εξάμηνης προβλεπόμενης προθεσμίας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι η έχουσα το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφου και δικηγόρου αντίστοιχα, σύμφωνα με την οποία οι αναιρεσείοντες, ως τρίτοι, υπέστησαν ζημία από την παράνομη και υπαίτια (από δόλο, άλλως από βαριά αμέλεια) συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια των καθηκόντων τους, αποτελεί αγωγή κακοδικίας του άρθρου 73 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 Α.Κ., υπαγάγοντας σωστά στη διάταξη αυτή τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και απορρίπτοντας την αγωγή ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους ως απαράδεκτη, με την μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία α) ότι δεν υπάρχουν οι δικονομικές προϋποθέσεις άσκησής της, αφού δεν αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται σε αυτήν οι αναιρεσείοντες και β) ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας από το χρόνο γνώσης των αναιρεσειόντων της συμπεριφοράς των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, η αποτελούσα το μοναδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη προς αποζημίωση του δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αγωγή κακοδικίας, ασκείται και όταν προκλήθηκε ζημία από παράνομη και υπαίτια (από δόλο ή βαριά αμέλεια) συμπεριφορά των ανωτέρω, όχι μόνο σε βάρος του εντολέα τους, αλλά και σε βάρος τρίτου, και β) ορθά, επίσης, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 160-164 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη δικηγόρο, γιατί οι διατάξεις αυτές άρχισαν να ισχύουν από 27-9-2013 και, συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, όπως και η γνώση αυτής από τους αναιρεσείοντες, προηγήθηκε της ανωτέρω ημερομηνίας, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, και υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών και της συμπληρωματικά εφαρμοζόμενης διάταξης του άρθρου 73 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ. ο ζημιωθείς τρίτος, από παράνομη και υπαίτια (από δόλο ή βαριά αμέλεια) συμπεριφορά δικηγόρου στα πλαίσια των καθηκόντων του, δικαιούται να ασκήσει κατά του δικηγόρου αγωγή κακοδικίας. Επομένως, το Εφετείο δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τον αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Β) Λόγος αναίρεσης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).
Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως βασική αρχή και κανόνας του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1647/2012).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ.
γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021).
Ειδικότερα και όσον αφορά την εταιρία περιορισμένης ευθύνης(ΕΠΕ), από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 61, 65 και 68 ΑΚ, με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 1, 6, 8, 9§1, 16, 17§1 και 18§1 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" (όπως τα άρθρα 6,8 και 9 παρ. 1 ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο), προκύπτει ότι η ΕΠΕ, από τη νόμιμη σύστασή της σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μπορεί, με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσής της, να αναθέτει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της και σε ένα μόνο πρόσωπο εταίρο της ή μη, αποκαλούμενο διαχειριστή, ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, την εκπροσωπεί και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης, που ανάγεται στο σκοπό της εταιρικής επιχείρησης και συνεπώς, για κάθε αδικοπραξία, που τελεί αυτός κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ` αυτόν καθηκόντων, ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, εκτός από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, και ο ίδιος εις ολόκληρον με εκείνη (ΑΠ 1647/2012).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αγωγή των αναιρεσειόντων, έχουσα το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, καθό μέρος προβάλλεται προσωπική ευθύνη αυτού από αδικοπραξία και κατά το οποίο μόνο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον ένατο λόγο αναίρεσης, είναι αόριστη, γιατί οι αναιρεσείοντες, για τη στοιχειοθέτηση της εις ολόκληρον ευθύνης του, από την αιτία αυτή, ως συνδιαχειριστή της ήδη μη διαδίκου εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Θ.
Α. και Σ. ΕΠΕ", κατά την άσκηση της διαχειριστικής του εξουσίας, επικαλούνται συνδρομή του εν λόγω αναιρεσιβλήτου στην αδικοπρακτική εις βάρος τους συμπεριφορά της μη διαδίκου (αρχικώς τρίτης εναγομένης) Π. Α., που είχε προστηθεί από την εταιρεία αυτή, συνισταμένη στο γεγονός ότι αυτός "τελούσε σε γνώση και θέληση της συμπεριφοράς της, που λάμβανε χώρα και με τις δικές του εντολές και οδηγίες και την ενέκρινε, συνδράμοντας αποτελεσματικά αυτήν και τους λοιπούς στην εξαπάτηση, δεδομένου ότι αυτή συνεννοείτο συχνά μαζί του λαμβάνοντας οδηγίες", χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν τη συμμετοχική αυτή δράση του πέμπτου αναιρεσείοντος και ιδίως χωρίς να προσδιορίζουν με σαφήνεια, αν οι εντολές και οδηγίες αυτές αφορούσαν τη διεκπεραίωση της εργασίας, που είχε αναλάβει η Π.
Α. ως προστηθείσα της εταιρείας, στην οποία ήταν διαχειριστής, αγνοώντας ο ίδιος ότι επρόκειτο να μεταβιβασθεί ξένο ακίνητο, οπότε ο ίδιος, ελλείψει υπαιτιότητας, δεν έχει ευθύνη κατά το άρθρο 71 Α.Κ., ή αν, αντιθέτως, γνωρίζοντας ότι το πωλούμενο ακίνητο ήταν ξένο, οι επικαλούμενες εντολές και οδηγίες του αφορούσαν στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων, οπότε και θεμελιώνεται εις ολόκληρον αδικοπρακτική ευθύνη τόσο της εταιρείας όσο και του ίδιου, η αοριστία δε αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι ως μοναδική περίπτωση λήψης τέτοιων οδηγιών, την οποία και προσδιορίζουν ως "χαρακτηριστικότατη" οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στην αγωγή τις οδηγίες που έλαβε η Π.
Α. από τον πέμπτο αναιρεσίβλητο κατά την υπογραφή του επιδίκου συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου, σύμφωνα με τις οποίες της υπέδειξε να γραφτεί στο συμβόλαιο η δική της παράσταση ως μεσίτριας και όχι της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τότε A. A.E. και επίσης να εκδοθεί δική της απόδειξη είσπραξης της μεσιτικής αμοιβής, αφού οι οδηγίες αυτές είναι χαρακτηριστικές της σχέσης πρόστησης, που συνέδεε την εταιρεία του με την Π..
Α., και δεν συνδέονται κατά κανένα τρόπο με την επικαλούμενη στην αγωγή εξαπάτηση των αναιρεσειόντων, η οποία άλλωστε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ουσιαστικά είχε ήδη ολοκληρωθεί, αφού τότε υπογράφονταν το επίδικο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Εξάλλου η αοριστία αυτή δεν άρθηκε με την, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής με τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειόντων, στις οποίες αυτοί αναφέρουν ότι η Π.
Α. ενήργησε υπό τις εντολές και οδηγίες του πέμπτου αναιρεσιβλήτου α) για την αποδοχή του συμβολαιογράφου, που υπέδειξαν αυτοί και ο οποίος συνέταξε τελικά το επίδικο συμβόλαιο, αντί της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης συμβολαιογράφου, την οποία ζητούσε η εμφανισθείσα ως πωλήτρια, β) για τις αντικαταστάσεις των εσφαλμένων τοπογραφικών του ακινήτου από τον ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο, στις οποίες επέμεναν οι αναιρεσείοντες, γ) και για την έκδοση πληρεξουσίου για παράσταση στο συμβόλαιο της εμφανισθείσας ως πωλήτριας, αφού και οι ενέργειες αυτές του πέμπτου αναιρεσίβλητου δεν συνδέονται με την εξαπάτηση των αναιρεσειόντων, αλλά με τις εντολές και οδηγίες του πέμπτου αναιρεσίβλητου, ως διαχειριστή της ΕΠΕ στα πλαίσια της σχέσης πρόστησης που, κατά την αγωγή, συνέδεε την ΕΠΕ με την Π.
Α.. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, εκτιμώντας κυριαρχικώς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, και κρίνοντας ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες αδικοπρακτική ευθύνη του πέμπτου αναιρεσιβλήτου "δεν εξειδικεύεται με επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών..., που συντέλεσαν στην παραπλάνηση των εκκαλούντων", απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, που αντικαθίστανται, στην ουσία, με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητα της αγωγής περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ούτε, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα από τους αναιρεσείοντες αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής ευθύνης του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, ούτε, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο.
Συνεπώς, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Γ) Λόγοι αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.
και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).
Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που του δόθηκαν, ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).
Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.
Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας(ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 2259/2014).
Η επίκληση της νομικής έννοιας της προστήσεως εμπεριέχει και πρόταση γεγονότων που τη συγκροτούν, όπως η διαφύλαξη του δικαιώματος παροχής οδηγιών κλπ, η δε συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας της προστήσεως μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω κι αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1224/2008).
Εξάλλου, αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, χωρίς να απαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ` αυτούς (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1104/2015, ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1384/2012, ΑΠ 1785/2007), όπως δε προκύπτει από την άνω διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 926 παρ. 2 ΑΚ, αν ο προστηθείς, απασχολείται συγχρόνως στις υποθέσεις περισσοτέρων προσώπων και κατά το χρόνο της ζημιογόνου πράξεως ενεργεί για το συμφέρον και προς όφελος συγχρόνως όλων των προστησάντων, αυτοί ευθύνονται όλοι, απέναντι στο ζημιωθέντα, εις ολόκληρον (ΑΠ 1785/2007).
Περαιτέρω, ως σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015).
Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015).
Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις:
α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ` όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.
Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης, ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης, όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα.
Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ.
ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης, προϋποθέτει, πολλές φορές, τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ.
Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015). Με κριτήριο τον τρόπο ενσωμάτωσης του δικαιοδόχου στο σύστημα και το βαθμό εξάρτησής του από τον δικαιοπάροχο, διακρίνονται δύο τύποι συμβάσεων δικαιόχρησης, το franchising υπαγωγής και το franchising ισοτιμίας, όσο δε πιο έντονη και στενή είναι η ενσωμάτωση του λήπτη στο σύστημα, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά και το έννομο συμφέρον του δότη για την παροχή οδηγιών και την άσκηση ελέγχου.
Στο franchising υπαγωγής ο δικαιοπάροχος ή δότης διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο, όχι απλώς χαράζοντας κατευθυντήριες γραμμές αλλά καθορίζοντας ουσιαστικά την επιχειρηματική πολιτική και του δικαιοδόχου ή λήπτη. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου franchising είναι η μονομερής υπαγωγή του δικαιοδόχου στην οργανωτική και επιχειρηματική καθοδήγηση του δικαιοπαρόχου, ο οποίος κατέχει τη δεσπόζουσα και κυριαρχική θέση στο πλαίσιο του συστήματος, που ο ίδιος επινόησε και ανέπτυξε, ενώ ο δικαιοδόχος αποτελεί απλό εκτελεστικό όργανο, που οφείλει να συμμορφώνεται στις οδηγίες του και να υπόκεινται στον έλεγχό του.
Αντιθέτως, στο franchising ισοτιμίας δεν υπάρχει η κυριαρχική και δεσπόζουσα θέση του δότη αλλά μια συνεταιρική - συμμετοχική συνεργασία στη βάση της ισοτιμίας τόσο μεταξύ δότη και λήπτη όσο και των πλειόνων ληπτών μεταξύ τους, στη θέση δε των οδηγιών και εντολών του δότη προς τους λήπτες, που χαρακτηρίζουν το franchising υπαγωγής, υπεισέρχεται εδώ η συμμετοχή των ληπτών στη λήψη των αποφάσεων και εναρμόνιση των ενεργειών για την επίτευξη των στόχων του συστήματος.
Στη συνήθη μορφή της σύμβασης δικαιόχρησης, δηλαδή στο franchising υπαγωγής, ο λήπτης είναι σταθερά ενταγμένος στο σύστημα του δότη, αλλά δεν παύει να συμβάλλεται με τρίτους πάντα στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, δηλαδή, παρά την ένταξή του σε μια συγκεντρωτικά οργανωμένη ομάδα επιχειρήσεων, διατηρεί την ανεξαρτησία του αυτόνομου επιχειρηματία.
Ειδικότερα, στο franchising υπηρεσιών, ο λήπτης, χρησιμοποιώντας το διακριτικό γνώρισμα ή ακόμη και το σήμα του δότη, παρέχει υπηρεσίες στους τελικούς χρήστες σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει από αυτόν. Το δικαίωμα του δότη για παροχή οδηγιών και άσκηση εποπτείας αποτελεί στοιχείο της κατά το άρθρο 713 ΑΚ εντολής.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, συνάπτοντας συμβάσεις franchising, ο δότης επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα δίκτυο, στο οποίο μετέχει και ο λήπτης, ο οποίος, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, για την εκτέλεση των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων, παρέχει υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεων που εντάσσονται στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης του δότη και προώθησης των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτού.
Στο πλαίσιο αυτό, και ενόψει της δημιουργούμενης, στο franchising υπαγωγής, εξάρτησης (έστω και χαλαρής), ο δότης διατηρεί το δικαίωμα να δίνει γενικές ή ειδικές οδηγίες ως προς τον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης αλλά και ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών από τον λήπτη, ασκώντας τακτικό έλεγχο, όσον αφορά την πιστή τήρηση των ανωτέρω οδηγιών και όρων της σύμβασης δικαιόχρησης από τα μέλη του δικτύου.
Επομένως, στην περίπτωση του franchising υπαγωγής, εφόσον προκαλείται, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, ζημία σε τρίτους από αδικοπραξία του λήπτη, κατά την ΑΚ 914 επ., καταφάσκεται μεταξύ δότη και λήπτη σχέση προστήσεως, με αποτέλεσμα, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, να ευθύνεται αντικειμενικά έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, εις ολόκληρον με το λήπτη, και ο δότης του franchising, ανεξαρτήτως αν ο λήπτης συμβάλλεται, όπως εκτέθηκε, στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, αφού ο συναλλασσόμενος με αυτόν τρίτος μπορεί να μη γνωρίζει την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου επιχειρηματία, αλλά εύλογα να νομίζει ότι το κατάστημά του λήπτη αποτελεί υποκατάστημα του γνωστού σ' αυτόν δικτύου καταστημάτων μιας μεγάλης επιχείρησης, την οποία εμπιστεύεται και στην οποία θεωρεί ότι απευθύνεται.
Τέτοια περίπτωση πρόστησης υπάρχει και στην περίπτωση που το franchising υπαγωγής αφορά μεσιτικά γραφεία, όπου τηρείται από το δότη κοινή βάση δεδομένων, από την οποία ενημερώνονται οι λήπτες, που συμμετέχουν στο εν λόγω σύστημα δικαιόχρησης και που είναι, κατά κανόνα, πρόσωπα με εξειδικευμένες γνώσεις των μεσιτικών εργασιών.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς την πρώτη, αλλά και τους λοιπούς, τέταρτο και έκτη, αναιρεσιβλήτους, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:: "Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες), που είναι σύζυγοι, ενδιαφέρονταν για την αγορά οικοπέδου στην περιοχή των νοτίων προαστίων και απευθύνθηκαν στο δίκτυο καταστημάτων της πρώτης εφεσίβλητης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), κτηματομεσιτικής εταιρείας, η οποία λειτουργεί με το σύστημα της δικαιόχρησης 31 καταστήματα.
Με υπόδειξη της τρίτης εναγομένης, Π. Α. (ήδη μη διαδίκου), που είχε ενημερωθεί από την κοινή, για τα καταστήματα που συμμετείχαν στο σύστημα δικαιόχρησης, βάση δεδομένων της πρώτης εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης για το αγοραστικό ενδιαφέρον των εκκαλούντων, προέβησαν στην αγορά του αναφερομένου στην αγωγή οικοπέδου, ευρισκομένου στη …, επί της οδού ...
και καταρτίστηκε το υπ' αρ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.. Μ., με δήθεν εκπροσώπηση της πωλήτριας Μ. Π., από τον φερόμενο ως πληρεξούσιό της Φ.-Λ. Π., όπως τους εμφανίστηκε ο τέταρτος εναγόμενος, μη διάδικος εν προκειμένω. Αποδείχθηκε όμως αργότερα, την 29-1-2013, ότι εντολή πώλησης από την πραγματική κυρία του ακινήτου Μ.
Π., δεν υπήρχε προς τον εμφανισθέντα ως πληρεξούσιό της, ο οποίος επέτυχε, με τις εν γνώσει του ψευδείς παραστάσεις (ότι μεταβιβάζει ως πληρεξούσιος της πραγματικής κυρίας το ακίνητο), να αποσπάσει από τους εκκαλούντες 50.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και δύο επιταγές, με αριθμούς ... εις διαταγήν εκάστου των εκκαλούντων, με πληρώτρια την έκτη εφεσίβλητη (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), με ημερομηνία έκδοσης την ..., ποσού 150.000 ευρώ έκαστη, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν δια λευκής οπισθογραφήσεως σε αυτόν, κατά τη σύναψη του άνω συμβολαίου για την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος του οικοπέδου.
Δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη, συμβληθείσα με την δεύτερη εναγόμενη, μη διάδικο εν προκειμένω, εταιρεία με την επωνυμία "Θ. Α. Κ. Σ. ΕΠΕ", με σύμβαση δικαιόχρησης, την 1-7-2008, για τη χρήση της επωνυμίας της (πρώτης εφεσίβλητης) και του συστήματος δικαιόχρησης, είχε προστήσει αυτήν, εντάσσοντάς τη στο πεδίο δραστηριότητάς της, προς διεκπεραίωση των υποθέσεών της, με χρήση υποπροστηθέντων, και γενικότερα προς εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων της.
Η τελευταία εταιρεία είχε αναλάβει ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο και δεν εμφανιζόταν ότι διεκπεραίωνε υποθέσεις της πρώτης εφεσίβλητης. Δεν αποδεικνύεται δε ότι η τρίτη εναγομένη, Π. Α., συνεργάτιδα της δεύτερης εναγομένης, εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Α. Κ. Σ. ΕΠΕ", διεκπεραίωνε υποθέσεις της πρώτης εφεσίβλητης εντασσόμενη στο πεδίο δραστηριότητάς της ή ότι βρισκόταν υπό τις οδηγίες και εντολές της.
Συνεπώς, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ορθώς δε έκρινε όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα ...και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το σκέλος που αφορά στην πρώτη εφεσίβλητη.
Περαιτέρω, συμμετοχή στην άνω πράξη του έβδομου εναγόμενου ήδη τέταρτου εφεσιβλήτου (ήδη τετάρτου αναιρεσιβλήτου), πολιτικού μηχανικού από την καθυστέρηση σύνταξης ορθού τοπογραφικού για το άνω ακίνητο, όπου δηλώνεται ότι τα όρια υποδείχθηκαν από την ιδιοκτήτρια Μ. Π. δεν αποδείχθηκε, διότι δεν προέκυψε ότι γνώριζε ή ότι μπορούσε να έχει την υπόνοια (ενεργώντας αμελώς) ότι η εμφανισθείσα ενώπιον του ως Μ.
Π., δεν ήταν η πραγματική κυρία ή ότι ο τέταρτος εναγόμενος δεν ήταν πληρεξούσιος αυτής. Ως μηχανικός δηλώνει υπεύθυνα αν το ακίνητο επιτρέπεται να οικοδομηθεί ή όχι και δεν υποχρεούται να ελέγξει αν αυτό ανήκει σε αυτόν που το υποδεικνύει. Η κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από το υπ' αρ. 1115/2018 απαλλακτικό γι' αυτόν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και ορθώς απέρριψε την αγωγή ως προς τον τέταρτο εφεσίβλητο ως αβάσιμη, αντικαθισταμένης εν μέρει της αιτιολογίας του. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων.
Περαιτέρω, ο τέταρτος εναγόμενος (ο ήδη μη διάδικος Π. Κ.), προσκόμισε τις άνω επιταγές στο υποκατάστημα της έκτης εφεσίβλητης (ήδη έκτης αναιρεσίβλητης) στην … για να πληρωθεί. Οι προστηθέντες της ένατης εναγόμενης ήδη έκτης εφεσίβλητης, Κ. Δ. και Δ. Ν., στο κατάστημα …, ζήτησαν από τον εμφανισθέντα κομιστή των επιταγών επιβεβαιωτικά έγγραφα για την επαλήθευση και πιστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητάς του.
Ο ανωτέρω κομιστής των επιταγών προσκόμισε το με αριθμό 518345 ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς, εκκαθαριστικό σημείωμα δήλωσης φόρου εισοδήματος του έτους 2010 (30-9-2010) και λογαριασμό ρεύματος με ημερομηνία 16-12-2010 στο όνομα Φ.-Λ. Π., όπως του ζήτησαν, προκειμένου να ανοιχθεί λογαριασμός για την καταβολή των ποσών των επιταγών.
Οι προστηθέντες της έκτης εφεσίβλητης έλεγξαν τη γνησιότητα των άνω επιταγών. Συγκεκριμένα, ο υποδιευθυντής της έκτης εφεσίβλητης Κ. Δ. τηλεφώνησε στον Ηλία Καραμολέγκο, υποδιευθυντή άλλου υποκαταστήματος (Σουρμένων) της έκτης εφεσίβλητης, εκδόσεως των επιταγών, και επιβεβαίωσε ότι πράγματι εκδόθηκαν οι άνω επιταγές και, μάλιστα, ότι οι εκκαλούντες είχαν δηλώσει, κατά την έκδοσή τους, ότι προορίζονταν για την εξόφληση τιμήματος αγοράς οικοπέδου.
Ο Κ. Δ. επιβεβαίωσε και το ΑΦΜ του τέταρτου εναγομένου. Περαιτέρω, ο άνω τέταρτος εναγόμενος προσκόμισε και το επίμαχο συμβόλαιο, καθώς και την από 23-5-2011 βεβαίωση του Α. Μ., συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο, από όπου επιβεβαιώθηκε η ιδιότητα του κομιστή των επιταγών, ως πληρεξουσίου της πωλήτριας του ακινήτου, όσο και η αιτία έκδοσης των επιταγών, ενώ έλαβε χώρα και τηλεφωνική επικοινωνία του Κ.
Δ. με τον άνω συμβολαιογράφο προς επιβεβαίωση της γνησιότητας της βεβαίωσης. Δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων της έκτης εφεσίβλητης σε σύμπραξη ή συμμετοχή με τον κομιστή των επιταγών, κατά την εμφάνιση και πληρωμή τους, αποσκοπούσα στο να επέλθει και να οριστικοποιηθεί η ζημία των εκκαλούντων, με την πληρωμή των επιταγών, οι οποίες παραδόθηκαν στον κομιστή μετά την ολοκλήρωση της απατηλής του συμπεριφοράς.
Δεν αποδείχθηκε ότι οι προστηθέντες της έκτης εφεσίβλητης γνώριζαν την πλαστοπροσωπία του κομιστή, την πλαστότητα του δελτίου ταυτότητας, που ήταν το απαιτούμενο στοιχείο απόδειξης της ταυτότητάς του για την πληρωμή των επιταγών, καθώς και την προγενέστερη συμπεριφορά του. Αποδεικνύεται ότι τήρησαν τις προφυλάξεις που απαιτούνται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις τραπεζικές συνήθειες, προς προστασία των συμφερόντων των εκκαλούντων, εφόσον έλεγξαν, ως είχαν υποχρέωση, τη γνησιότητα των επιταγών και την κανονικότητα των οπισθογραφήσεων, που εν προκειμένω ήταν μία λευκή οπισθογράφηση στον κομιστή των επιταγών.
Δεν συντρέχει ούτε αμέλειά τους ως προς τη μη διάγνωση της πλαστότητας του άνω δελτίου ταυτότητας του κομιστή, διότι αυτό δεν ήταν καταφανώς πλαστό, ούτε αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε οποιαδήποτε υπόνοια περί πλαστότητας, που να έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης. Οι προστηθέντες της έκτης εφεσίβλητης επιβεβαίωσαν την αιτία έκδοσης των επιταγών και την ιδιότητα του κομιστή, ως πληρεξουσίου της πωλήτριας, ο οποίος, ούτως ή άλλως, νομιμοποιείτο λόγω της λευκής οπισθογράφησης των επιταγών.
Δεν αποδείχθηκε ότι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η απάτη που είχε μετέλθει ο κομιστής των επιταγών έναντι των εκκαλούντων και από τα άλλα προσκομισθέντα έγγραφα, που αφορούσαν στο άνοιγμα λογαριασμού στο όνομά του (βλ. σχ. το υπ' αρ. πρωτ. ... έγγραφο της ΔΟΥ …).
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε παραβίαση των αρχών πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητας της έκτης εφεσίβλητης, δηλ. παραβίασης της υποχρέωσης λήψης των αναγκαίων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας στους εκκαλούντες. Κατά την πληρωμή των επιταγών δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να καθιστά ύποπτη ή ασυνήθιστη τη συναλλαγή, ώστε να καθίσταται αναγκαία και η επικοινωνία με τους εκκαλούντες.
Συνεπώς, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως προς την ένατη εναγόμενη ήδη έκτη εφεσίβλητη ορθώς δε έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ευθύνη της έκτης εφεσίβλητης, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα...και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δέκατος έως και δέκατος έβδομος λόγοι έφεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι που την αφορούν".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι σχέσης πρόστησης μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της (αρχικής) δεύτερης εναγομένης εταιρείας και, συνακόλουθα, ύπαρξης σχέσης υποπρόστησης μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της ανωτέρω συνεργάτιδας της δεύτερης εναγομένης Π.
Α.. Και τούτο διότι, α) ενώ δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κτηματομεσιτική εταιρεία λειτουργούσε με το σύστημα της δικαιόχρησης 31 καταστήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτό της (αρχικής) δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Α. Κ. Σ. ΕΠΕ", με την οποία είχε καταρτίσει την από 1-7-2008 σύμβαση δικαιόχρησης, στη συνέχεια δέχεται, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν τελούσε σε σχέση πρόστησης με την δεύτερη εναγομένη έχοντας εντάξει αυτήν στο πεδίο δραστηριότητάς της προς διεκπεραίωση των υποθέσεών της, με χρήση υποπροστηθέντων, και γενικότερα προς εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων της, και ότι η δεύτερη εναγομένη είχε αναλάβει ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο και δεν εμφανιζόταν ότι διεκπεραίωνε υποθέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει παραδοχές, αναφορικά με τον τον τρόπο ενσωμάτωσης της δεύτερης εναγομένης στο σύστημα δικαιόχρησης, και ειδικότερα, αν υπήρχε εξάρτηση αυτής, έστω και χαλαρή, από την πρώτη αναιρεσίβλητη και αν η τελευταία είχε διατηρήσει το δικαίωμα να δίνει στη δεύτερη εναγομένη, έστω και γενικές, εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών, ελέγχοντας και επιβλέποντας ή ασκώντας, ακόμη και γενική, εποπτεία κατά την εκτέλεση από αυτή των μεσιτικών εντολών, που καταχωρούντο στην κοινή βάση δεδομένων του συστήματος δικαιόχρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού, κατά τη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην περίπτωση του franchising υπαγωγής, για την κατάφαση σχέσης πρόστησης, αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν όμως μια γενική εποπτεία του δότη, καταφάσκεται δε μεταξύ δότη και λήπτη σχέση προστήσεως, ανεξαρτήτως αν ο λήπτης συμβάλλεται στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, β) ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες, ενδιαφερόμενοι για την αγορά ακινήτου, απευθύνθηκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη κτηματομεσιτική εταιρεία και, επίσης, ότι το ένδικο ακίνητο που αγόρασαν, τελικώς υποδείχθηκε σ' αυτούς από την τρίτη εναγομένη Π.
Α., συνεργάτιδα της δεύτερης εναγομένης, που είχε ενημερωθεί από την κοινή, για τα καταστήματα που συμμετείχαν στο σύστημα δικαιόχρησης, βάση δεδομένων της πρώτης αναιρεσίβλητης για το αγοραστικό ενδιαφέρον των αναιρεσειόντων, καταλήγει, ακολούθως, στο πιο πάνω αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να καθίσταται σαφές πως αποσυνδέει τις ανωτέρω δύο παραδοχές, ώστε η δοθείσα από τους αναιρεσείοντες στην πρώτη αναιρεσίβλητη μεσιτική εντολής αγοράς ακινήτου να εκτελείται τελικώς από την τρίτη εναγομένη, συνεργάτιδα της δεύτερης εναγομένης, και γ) ουδόλως αιτιολογεί, γιατί η εκτέλεση από την δεύτερη εναγομένη της ένδικης μεσιτικής εντολής δεν εντασσόταν στον επιχειρησιακό κύκλο δράσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και δεν εξυπηρετούσε και τα επαγγελματικά και οικονομικά συμφερόντων αυτής, καίτοι, όπως δέχεται, η εν λόγω εντολή δόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Λόγω δε των ανωτέρω ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο νόμιμος χαρακτηρισμός της σύμβασης δικαιόχρησης, ήτοι αν πρόκειται για franchising υπαγωγής ή franchising ισοτιμίας και, έτσι, αν η δεύτερη εναγομένη μεσιτική εταιρεία είχε ή όχι την ιδιότητα της προστηθείσας από την πρώτη αναιρεσίβλητη και, κατ' ακολουθίαν, αν υφίσταται αντικειμενική ευθύνη της τελευταίας για τις πράξεις της χρησιμοποιηθείσας (ως υποπροστηθείσας) από τη δεύτερη εναγομένη, προς εκτέλεση της εντολής, συνεργάτιδος αυτής Π.
Α.. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, που στρέφονται κατά της έκτης αναιρεσίβλητης, γιατί αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι.
Δ) Λόγοι αναίρεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 651/1977 "Εις πάσαν δικαιοπραξίαν έχουσαν ως αντικείμενον μεταβίβασιν λόγω πωλήσεως οικοπέδου ή αγροτεμαχίου μετά ή άνευ κτισμάτων επισυνάπτεται εις το πωλητήριον συμβόλαιον τοπογραφικόν διάγραμμα, υπογραφόμενον υπό των συμβαλλομένων και του συντάσσοντος τούτο μηχανικού ή υπομηχανικού, εις το οποίον αναγράφονται τα μήκη των πλευρών, τα όρια προς τας ομόρους ιδιοκτησίας, τα ονόματα των γνωστών ιδιοκτητών των ως και το εμβαδόν του πωλουμένου ακινήτου.
Επί του διαγράμματος δηλούται υπευθύνως υπό του συντάσσοντος τούτο μηχανικού ή υπομηχανικού εάν επί του μεταβιβαζομένου επιτρέπεται ή ού η ανοικοδόμησις κατά τας κειμένας πολεοδομικάς διατάξεις. Εάν το μεταβιβαζόμενον αποτελή τμήμα μεγαλυτέρας εκτάσεως, βεβαιούται εις το αυτό σχεδιάγραμμα υπό του μηχανικού ή υπομηχανικού εάν και το εναπομένον εις τον πωλητήν πληροί ή όχι τους όρους δομήσεως".
Με την ως άνω διάταξη ορίστηκε ως υποχρεωτική σε όλες τις δικαιοπραξίες, που έχουν ως αντικείμενο τη μεταβίβαση λόγω πωλήσεως οικοπέδου ή αγροτεμαχίου, η επισύναψη υπεύθυνης δήλωσης του μηχανικού σχετικά με την επιτρεπόμενη ή όχι ανοικοδόμηση του ακινήτου σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, για την περίπτωση δε ανακριβούς δηλώσεως προβλέπονται, αντίστοιχα, σε βάρος του συντάξαντος το διάγραμμα μηχανικού και των συμβαλλομένων και του συμβολαιογράφου, αντίστοιχα, πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις (παρ. 2 και 3 του ανωτέρω άρθρου).
Η συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση τέθηκε με σκοπό την προστασία των αγοραστών, τον περιορισμό της κατάρτισης άκυρων δικαιοπραξιών και τη μείωση της αυθαίρετης δόμησης και των περιπτώσεων παράνομων κατατμήσεων (ΑΠ 461/2021) και δεν επιβάλλει στον συντάσσοντα αυτή μηχανικό και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως τον έλεγχο της ύπαρξης κυριότητας επί του μέλλοντος να μεταβιβασθεί ακινήτου του εμφανιζομένου ως κυρίου αυτού, ή τον έλεγχο της ταυτότητάς του υποδείξαντος το ακίνητο και τα όρια του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι που, κατά τα ανωτέρω έκρινε και με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο τοπογράφο μηχανικό και ακολούθως απέρριψε ως προς αυτόν την κυρία βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί προέβαλαν την από δόλο συμμετοχή του από κοινού με τους λοιπούς εναγομένους στην εξαπάτησή τους, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149 ΑΚ και 386 ΠΚ, καθ' όσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ότι η εμφανισθείσα σε αυτόν και υποδείξασα τα όρια του επιδίκου ακινήτου, το οποίο αποτύπωσε σε τοπογραφικό διάγραμμα, προκειμένου αυτό να μεταβιβασθεί στους αναιρεσείοντες, δεν ήταν η πραγματική κυρία του ακινήτου, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και συνεπώς καταφάσκεται το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν συμμετείχε στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων με την πώληση σε αυτούς του ακινήτου αυτού από άλλο πρόσωπο και όχι από την πραγματική ιδιοκτήτριά του.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, συνοπτικές μεν, αλλά επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω συμμετοχής του στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων, η οποία είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, πέραν όσων προαναφέρθηκαν κατά την εξέταση των λόγων αναίρεσης, που αφορούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ήτοι α) ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητης καθυστέρησε κατά το χρονικό διάστημα από τις 27/4/2011, που δόθηκε η μεσιτική εντολή των αναιρεσειόντων προς την Π.
Α. και μέχρι τις 18/5/2011, που συντάχθηκε το υπ' αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, να συντάξει ορθό τοπογραφικό του πωληθέντος στους αναιρεσείοντες αλλοτρίου ακινήτου, χωρίς όμως να γνωρίζει ότι η εμφανισθείσα ενώπιόν του για να του υποδείξει τα όρια αυτού δεν ήταν η πραγματική κυρία του μέλλοντος να πωληθεί ακινήτου και ότι ο αρχικός τέταρτος εναγόμενος Π.
Κ., που παραστάθηκε στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν ήταν πληρεξούσιος της πραγματικής αυτής κυρίας του ακινήτου και β) ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος απαλλάχθηκε από την ποινική κατηγορία για συμμετοχή του στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων με το υπ' αρ. 1115/2018 απαλλακτικό γι' αυτόν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επομένως, οι ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν στην ανωτέρω κυρία βάση της αγωγής ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι δε και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την κυρία βάση της αγωγής, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου, προκειμένου να εφαρμόσει ή μη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 330 Α.Κ.
και 27, 386 Π.Κ. και να κρίνει εάν ο τέταρτος αναιρεσίβλητος συμμετείχε με δόλο στην εξαπάτησή τους, δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η παράλειψη του τέταρτου αναιρεσίβλητου να διορθώσει το αρχικό τοπογραφικό διάγραμμα του επίδικου ακινήτου, που είχε συντάξει, παρά τις επισημάνσεις και οχλήσεις τόσον του συμβολαιογράφου, που συνέταξε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όσο και των ιδίων των αναιρεσειόντων σχετικά με τις συγκεκριμένες ελλείψεις του αρχικού τοπογραφικού διαγράμματος αυτού, η επακολουθήσα μη διόρθωσή του σε άλλα δύο τοπογραφικά, που συνέταξε, χωρίς σε κανένα από αυτά να άρει όλες τις επισημανθείσες ελλείψεις και τελικά η σύνταξη τέταρτου τοπογραφικού διαγράμματος 14 ημέρες μετά το αρχικό, με το οποίο προέβη στην άρση όλων των ελλείψεων, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο άμεσου δόλου του να διευκολύνει τους λοιπούς εναγόμενους στην εξαπάτησή τους και συνεπώς, αν το Εφετείο είχε λάβει το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας, θα είχε δεχθεί δόλο του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και θα είχε κάνει δεκτή την εναντίον του κυρία βάση της αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική αυτή κρίση του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί το επικαλούμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας δεν αποτελεί τέτοιο δίδαγμα κατά την προεκτεθείσα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο, το οποίο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, δεν συνέδεσε την καθυστέρηση αυτή στην έκδοση ορθού τοπογραφικού διαγράμματος με δόλο του τετάρτου αναιρεσιβλήτου.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με τις αιτιάσεις: α) Ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα προσκομισθέντα από τους ίδιους με επίκλησή τους στις προτάσεις τους στο Εφετείο ακόλουθα έγγραφα, ήτοι: 1) την από ...
ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ανακρίτριας του συμβολαιογράφου Α.. Μ., 2) τα τέσσερα τοπογραφικά διαγράμματα, που συνέταξε διαδοχικά ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, 3) το υπ' αρ. ... πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας της πωλήτριας του ακινήτου, που εξέδωσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος, 4) το υπ' αρ. ...
συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της ιδίας, με το οποίο η δήθεν πωλήτρια εξουσιοδότησε τον αρχικό τέταρτο εναγόμενο με τα ψευδή στοιχεία ταυτότητάς του να την εκπροσωπήσει και 5) μελέτες των τοπογράφων μηχανικών Α.. Μ. και Α.. Τ.. και β) Ότι το Εφετείο δεν έλαβε επίσης υπόψη τη δοθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις του τέταρτου αναιρεσίβλητου και επαναφερθείσα από τον ίδιο στο Εφετείο δικαστική ομολογία αυτού περί άμεσου δόλου του και συνεργασίας του με αυτούς, που τους εξαπάτησαν, την οποία δικαστική ομολογία του επικαλέστηκαν οι ίδιοι στο Εφετείο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στον λόγο αναίρεσης, με παράθεση αποσπασματικών κατ' επιλογήν των αναιρεσειόντων τμημάτων των πρωτόδικων προτάσεων του τέταρτου αναιρεσίβλητου, η αναλυτικότερη παράθεση των οποίων παρέλκει, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια της απόφασης αυτής, προβάλλουν δε στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες ότι λόγω μη λήψης υπ' όψιν των εγγράφων αυτών και της δικαστικής ομολογίας του τέταρτου αναιρεσίβλητου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κατ' αυτού κυρία βάση της αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός, ως προς τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.
Ο ίδιος αυτός λόγος, ως προς τη δικαστική ομολογία του τέταρτου αναιρεσιβλήτου είναι αβάσιμος, γιατί δεν προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες ή από άλλο διάδικο οι πρωτόδικες προτάσεις αυτού, ώστε να διακριβωθεί εάν ο τέταρτος αναιρεσίβλητος προέβη στην αναφερόμενη στον λόγο αναίρεσης δικαστική ομολογία, και γιατί, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες προτάσεις του στο Εφετείο, που επισκοπούνται παραδεκτά από το δικαστήριο τούτο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αυτός, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει τη φερόμενη πρωτοδίκως δοθείσα δικαστική ομολογία του, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά ρητά αναφέρει ότι αρνείται ότι είχε δόλο και ότι ενεργούσε βάσει οργανωμένου σχεδίου κατά τη σύνταξη του τοπογραφικού με τους διαπράξαντες την απάτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, που καθιερώνονται από τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 1433/2010), συνάγεται ότι με την άσκησή της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια (ΑΠ 1515/2018, ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 173/2018), δηλαδή στην έκταση που καθορίζεται (οριοθετείται) από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων (ΑΠ 1019/2022, ΑΠ 344/2020).
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).
Η ρύθμιση αυτή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020).
Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 200/2003, ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 344/2020.
Επομένως, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σχετικές με κεφάλαια τα οποία δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 302/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τους ανωτέρω ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τέταρτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι δε και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 330, 297, 298, 914, 926 και 927 ΑΚ, 5 παρ. 1 Ν. 651/1977 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και επίσης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, λόγω των οποίων απέρριψε κατ' ουσίαν την επικουρική βάση της αγωγής τους ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, στην οποία είχαν επικαλεσθεί αδικοπρακτική, από αμέλεια, συμπεριφορά του.
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι την επικουρική κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, το περιεχόμενο της οποίας αναγράφηκε αναλυτικά στην αρχή της απόφασης αυτής, την απέρριψε το πρωτόδικο δικαστήριο ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "ο έβδομος εναγόμενος τοπογράφος μηχανικός...κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή...
δεν συναλλάχθηκε με τους ενάγοντες, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να οφείλει να διαπιστώσει, για την διαφύλαξη και προστασία των συμφερόντων τους, την ταυτότητα της εμφανισθείσας ως πραγματικής οικοπεδούχου του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου ή την πλαστοπροσωπία αυτής και του φερόμενου ως πληρεξουσίου της...τετάρτου εναγομένου, οι δε παραλείψεις του...που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο κατά την σύνταξη του τοπογραφικού...
δεν δύνανται να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη αυτού σε βάρος των εναγόντων, συνδεομένη αιτιωδώς με την επαγωγή της ζημίας στους ενάγοντες ή την παραπλανησή τους", με τους αναιρεσείοντες να προσβάλλουν μεν την απόρριψη αυτή με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους, προβάλλοντας όμως αλυσιτελώς "μη λήψη κρίσιμων αποδείξεων ...
κακή εκτίμηση άλλων ... και ευθεία παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής ... εξαιτίας των οποίων δέχθηκε ότι η αμελής συμπεριφορά του δεν θεμελιώνει αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνδεόμενη αιτιωδώς με την επαγωγή της ζημίας", δηλαδή προβάλλοντας λόγο έφεσης ως εάν η επικουρική βάση της αγωγής να είχε πρωτοδίκως απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Ακολούθως το Εφετείο, χωρίς να κρίνει για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, περιέλαβε στην απόφασή του και αιτιολογίες απόρριψης κατ' ουσίαν του ανωτέρω λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν επέδειξε ούτε αμελή συμπεριφορά και οι αιτιολογίες αυτές πλήττονται με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης.
Όμως σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η πρωτόδικη απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με λυσιτελή και συνεπώς παραδεκτό λόγο έφεσης και συνεπώς οι αιτιολογίες απόρριψης του αλυσιτελή λόγου αυτού από το Εφετείο είναι πλεοναστικές αιτιολογίες μη αναγκαίες για την απόρριψή του και γι' αυτό και οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, που τις προσβάλλουν, είναι απαράδεκτοι.
Ανεξαρτήτως αυτών, σε κάθε περίπτωση, έτσι που, κατά τα ανωτέρω, έκρινε το Εφετείο ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν και την επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων κατ' αυτού, με την οποία αυτοί προέβαλαν την από αμέλειά συμμετοχή του στην εξαπάτησή τους, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 εδ.
β' και 298 ΑΚ και 5 παρ. 1 Ν. 651 1977, καθ' όσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ότι η εμφανισθείσα ενώπιον του ως η κυρία του ακινήτου και υποδείξασα τα όρια αυτού δεν ήταν η πραγματική κυρία του ακινήτου και ότι ο αρχικός τέταρτος εναγόμενος δεν ήταν πληρεξούσιος αυτής, και ότι δεν υπάρχει αμέλειά του στην διαπίστωση της αληθούς ταυτότητας των ανωτέρω εμφανισθέντων σε αυτόν, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και συνεπώς καταφάσκεται το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται ούτε από αμέλειά του στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων με την πώληση σε αυτούς του ακινήτου αυτού από άλλο πρόσωπο και όχι από την πραγματική ιδιοκτήτριά του, ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, κατά την σύνταξη του επίδικου τοπογραφικού διαγράμματος, είχε νομική υποχρέωση να περιλάβει σε αυτό τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 651/1977 στοιχεία, αντίθετα δε, δεν είχε τέτοια υποχρέωση, ώστε να ελέγξει την ταυτότητα των εμφανισθέντων σε αυτόν ως κυρίας του ακινήτου και ως πληρεξουσίου αυτής, ούτε τέτοια υποχρέωσή του μπορεί να συναχθεί από την καλή συναλλακτική πίστη, αφού μάλιστα ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν συναλλάχθηκε με τους αναιρεσείοντες και συνεπώς δεν είχε αναλάβει έναντι αυτών, έστω και εμμέσως, τέτοια υποχρέωση για έλεγχο.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, συνοπτικές μεν, αλλά επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω αμέλειάς του στην εξαπάτηση των αναιρεσειόντων, η οποία είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα προαναφερθέισες ουσιαστικές παραδοχές.
Επομένως, οι ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν στην ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι δε και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, προκειμένου να εφαρμόσει ή μη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 330 Α.Κ.
και να κρίνει εάν ο τέταρτος αναιρεσίβλητος συμμετείχε από αμέλειά του στην εξαπάτησή τους, δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η παράλειψη του να διορθώσει το αρχικό τοπογραφικό διάγραμμα του επίδικου ακινήτου, που είχε συντάξει, παρά τις επισημάνσεις και οχλήσεις τόσον του συμβολαιογράφου, που συνέταξε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όσο και των ιδίων των αναιρεσειόντων σχετικά με τις συγκεκριμένες ελλείψεις του αρχικού τοπογραφικού διαγράμματος αυτού, η επακολουθήσα μη διόρθωσή του σε άλλα δύο τοπογραφικά, που συνέταξε, χωρίς σε κανένα από αυτά να άρει όλες τις επισημανθείσες ελλείψεις και τελικά η σύνταξη τέταρτου τοπογραφικού διαγράμματος 14 ημέρες μετά το αρχικό, με το οποίο προέβη στην άρση όλων των ελλείψεων, αποτελεί τεράστια απόκκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς συναδέλφου του και συνεπώς αμελή συμπεριφορά, που είχε ως αποτέλεσμα να διευκολύνει τους λοιπούς εναγόμενους στην εξαπάτησή τους και συνεπώς, αν το Εφετείο είχε λάβει το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας, θα είχε δεχθεί αμέλεια του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και θα είχε κάνει δεκτή την εναντίον του επικουρική βάση της αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική αυτή κρίση του Εφετείου, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί το επικαλούμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας δεν αποτελεί τέτοιο δίδαγμα κατά την προεκτεθείσα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο, το οποίο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, δεν συνέδεσε την καθυστέρηση αυτή στην έκδοση ορθού τοπογραφικού διαγράμματος με αμέλεια του τετάρτου αναιρεσιβλήτου.
Ε) Λόγοι αναίρεσης ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη.
Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία της σύμβασης επιταγής (ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 1439/2019).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).
Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.
Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 1206/2019).
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων.
Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 2061/2022). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).
Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).
Περαιτέρω, οι Τράπεζες, οι οποίες, εκτός από ιδιωτικές επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκούν παραλλήλως και δημόσια λειτουργία, (υπό την ευρύτερη έννοια του όρου), αφού η δραστηριότητά τους αυτή αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, κατά την εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεών τους, απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό τους (πελάτη τους), έχουν, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ288), και τις αποκαλούμενες "υποχρεώσεις προνοίας", (εξειδικευόμενες σε μία σειρά παρεπομένων υποχρεώσεών τους προστασίας των περιουσιακών αγαθών του πελάτη τους, ιδίως όταν τα αγαθά αυτά είναι δυνατόν, κατά την εκπλήρωση της παροχής, να τεθούν σε κίνδυνο), επειδή έχουν αυξημένη δυνατότητα να επεμβαίνουν στην περιουσιακή σφαίρα των πελατών της (ΑΠ 1116/2019).
Από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς, με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (έκδοτης επιταγής) έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.
Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ (ΑΠ 1131/2020, ΑΠ 1439/2019).
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει (η τράπεζα) να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 823 ΑΚ, από την οποία προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης που δημιουργείται με την κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.
Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, θα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται, σε γεγονός που δεν υπέχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα. Όταν η σύμβαση της επιταγής, είναι αυτοτελής και εφαρμόζονται επ` αυτής, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, οι διατάξεις περί εντολής (713-730 ΑΚ), δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 715 εδ.
τελευταίο και 716 ΑΚ, που προβλέπουν, σε περίπτωση υποκαταστάσεως, τον περιορισμό της ευθύνης του εντολοδόχου, όταν ο τελευταίος αμείβεται για τις υπηρεσίες του(ΑΠ 1439/2019). Η τράπεζα, κατά την πληρωμή της επιταγής, οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από το νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής.
Ακόμη, οι τράπεζες εν γένει, αφού η δραστηριότητα τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ.
α` του Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ` ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι` επιταγής" και από το άρθρο 35 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της προστήσασας Τράπεζας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα (ΑΚ 330 και 334 § 1), ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1717/2012). Στα άρθρα 5, 6, 12, 13, 14, 19, και 20 του Ν. 3691/5-8-2008, "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις", όπως αυτός ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, και του οποίου ο σκοπός, κατά το άρθρο 1 αυτού, είναι η ενίσχυση και βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με ενσωμάτωση και των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 2006/70/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (άρθρο 5) "1.
Ως Υπόχρεα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου νοούνται τα εξής φυσικά και νομικά πρόσωπα: α) Τα πιστωτικά ιδρύματα. β).....". (άρθρο 6) "Αρμόδιες αρχές.1. Ως Αρμόδιες αρχές νοούνται οι δημόσιες αρχές οι οποίες εποπτεύουν, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, τα Υπόχρεα πρόσωπα.2.
Αρμόδιες αρχές είναι: α) Η Τράπεζα της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα... 3...4...5. Με αποφάσεις των αρμοδίων αρχών δύναται να καθορίζονται πρόσθετες ή αυστηρότερες υποχρεώσεις πέραν των προβλεπομένων στον παρόντα νόμο, προκειμένου να αντιμετωπίζονται κίνδυνοι απόπειρας ή διάπραξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 3... (άρθρο 12) "Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας.
Τα Υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις: α)... β) όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, γ...
δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την καταλληλότητα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη. (άρθρο 13) "Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας. 1.
Τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν: α) Την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές. β) Την πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας - πελάτη, τη συνεχή επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων, αναλόγως του βαθμού κινδύνου, για επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας τους ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο ή τους πραγματικούς δικαιούχους.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης...γ) Τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου. δ)... ε) Τη λήψη κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής και της άρνησης παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί οι όροι της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη.
στ) Την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών και δραστηριοτήτων των ως άνω προσώπων καθ` όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης, προκειμένου τα Υπόχρεα πρόσωπα να διαπιστώνουν ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους και τα χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου κινδύνου και εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων, σύμφωνα με κριτήρια που δύνανται να ορίζουν οι Αρμόδιες αρχές...2... 3.
Όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος ενεργεί για λογαριασμό άλλου, εκτός από την απόδειξη της δικής του ταυτότητας κατά την παράγραφο 1 οφείλει να προβαίνει σε σχετική δήλωση και να αποδεικνύει τα στοιχεία του τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί. Τα υπόχρεα πρόσωπα σε κάθε περίπτωση οφείλουν να εξακριβώσουν την αλήθεια και των στοιχείων αυτών και όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος δεν προβεί στην ως άνω δήλωση, αλλά υπάρχει βάσιμη αμφιβολία για το αν ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή υπάρχει βεβαιότητα ότι ενεργεί για λογαριασμό άλλου. 4.
Αν κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης δημιουργηθούν αμφιβολίες στο υπόχρεο πρόσωπο για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας για το ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα Υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν. 5...". (άρθρο 14) "Χρόνος εφαρμογής δέουσας επιμέλειας.1.
Η πιστοποίηση και επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν από τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια της συναλλαγής. 2.. 3... 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπόχρεο πρόσωπο δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή των περιπτώσεων α` έως γ` και στ` της παρ. 1 του άρθρου 13, δεν εκτελεί τη συναλλαγή, δεν συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή διακόπτει οριστικά αυτήν και εξετάζει αν συντρέχει υποχρέωση αναφοράς στην Επιτροπή...". (άρθρο 19) "Μέτρα Αυξημένης Δέουσας Επιμέλειας ως προς τον Πελάτη.
Τα Υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 13 και στην παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 14, τα Υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν στις περιπτώσεις που εκτιμούν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος:
α) να εφαρμόζουν με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τα μέτρα που ορίζονται στα άρθρα 20, 21 και 22, στις αναφερόμενες στα άρθρα αυτά περιπτώσεις, β)...". (άρθρο 20) "Συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη. Κίνδυνοι από νέα προϊόντα και τεχνολογίες. 1.Τα Υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν ειδικά και κατάλληλα μέτρα προς αντιστάθμιση του υψηλότερου κινδύνου που παρουσιάζουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πελάτης δεν είναι παρών για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του, ιδίως εφαρμόζοντας ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) διασφαλίζουν ότι η ταυτότητα του πελάτη επαληθεύεται με πρόσθετα αποδεικτικά έγγραφα, δεδομένα ή πληροφορίες, β) λαμβάνουν συμπληρωματικά μέτρα για τον έλεγχο ή την πιστοποίηση των υποβληθέντων εγγράφων ή απαιτούν επιβεβαιωτική πιστοποίηση από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γ) διασφαλίζουν ότι η πρώτη πληρωμή στο πλαίσιο των συναλλαγών πραγματοποιείται μέσω λογαριασμού, ο οποίος έχει ανοιχθεί επ` ονόματι του πελάτη σε πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών εξειδικεύονται τα μέτρα της παρούσας παραγράφου και καθορίζονται διαδικασίες για την αποτελεσματική εφαρμογή τους.2... 3...". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 5 του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αρ. 281/17-3-2009 (ΦΕΚ 650/9-4-2009) Απόφαση της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ(ΕΠΤΘ) "Πρόληψη της χρησιμοποίησης των εποπτευομένων από την Τράπεζα της Ελλάδος πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας", με σκοπό, όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό τμήμα της, να αντικαταστήσει την υπ` αριθμ.
ΕΤΠΘ 231/4/13.10.2006 απόφαση και να επανακαθορίσει το πλαίσιο εποπτείας, που αφορά στην αντιμετώπιση από τα εποπτευόμενα ιδρύματα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ειδικότερα στις παραγράφους 5 και 12 της απόφασης αυτής ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "5. 3 Τα ΠΙ (Πιστωτικά Ιδρύματα) εφαρμόζουν, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.3691/2008, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις:
α)...β) όταν διενεργούν οποιαδήποτε συναλλαγή, το ποσό της οποίας είναι ισότιμο των 15.000 ευρώ τουλάχιστον, είτε διενεργείται με μια πράξη, είτε με περισσότερες μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση. Τα ΠΙ πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι σε θέση να εντοπίζουν αν μια συναλλαγή έχει εκτελεστεί σε πολλαπλές πράξεις, γ...δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την καταλληλότητα των στοιχείων που προσκομίστηκαν για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου. 5.4
Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης, περιλαμβάνουν: i. Την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές. ii. Την πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τη συνεχή επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων, αναλόγως του βαθμού κινδύνου, για επαλήθευση των στοιχείων πιστοποίησης της ταυτότητας τους ώστε να διασφαλίζεται ότι το ΠΙ γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο ή τους πραγματικούς δικαιούχους...5.14 Η πιστοποίηση και επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν από τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια της συναλλαγής.. ...5.16 Συναλλαγές σε μετρητά.
Τα ΠΙ εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή συναλλαγές σε μετρητά σημαντικού ύψους, προκειμένου να διαπιστώσουν την προέλευση των μετρητών και κατά πόσον το ύψος και η φύση της συναλλαγής συνάδει με το οικονομικό/συναλλακτικό προφίλ του πελάτη. Τα ΠΙ λαμβάνουν, πέραν των μέτρων δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στην παρ. 5.4 στοιχείο νί, τα αποδεικτικά έγγραφα και όλα τα στοιχεία που κρίνουν απαραίτητα προκειμένου να τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα εκτέλεσης κάθε συναλλαγής σημαντικού ύψους σε μετρητά.
Σε περίπτωση αιτήματος ανάληψης ποσού μεγαλύτερου των € 250.000 σε μετρητά, τα χρήματα συνιστάται να αποδίδονται στον πελάτη μέσω έκδοσης τραπεζικής επιταγής ή εντολής πληρωμής σε τραπεζικό λογαριασμό, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί και επαρκώς τεκμηριωμένοι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την ανάληψη σε μετρητά... 12.3.6 Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, ...οφείλουν να εφαρμόζουν την ακόλουθη διαδικασία αναγνώρισης και πιστοποίησης ταυτότητας όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα:
Για συναλλαγές έως € 1.000 χρειάζεται απλή επίδειξη του Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας ή του Διαβατηρίου (ή ισότιμου εγγράφου) ή του δελτίου ταυτότητας υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας και στις Ένοπλες Δυνάμεις σε ισχύ. Για συναλλαγές από € 1.000 έως € 15.000 γίνεται επαλήθευση των στοιχείων των προσώπων (υπ` αριθμ. 1-4) της παρ. 5.5.1 της παρούσας, βάσει των ανωτέρω εγγράφων, των οποίων φωτοαντίγραφα φυλάσσονται για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών μετά το τέλος της επιχειρηματικής σχέσης, με τρόπο που διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των λαμβανόμενων στοιχείων.
Για συναλλαγές από € 15.000 και άνω γίνεται πλήρης πιστοποίηση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων σύμφωνα με την παρ. 5.5.1...".Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ανωτέρω διάταξης του Ν. 3691/2008 εκδόθηκε η επίσης έχουσα κανονιστική ισχύ υπ'αρ. 285/9-7-2009(ΦΕΚ Β' 1735/21-8-009) Απόφαση της ΕΠΤΘ "Ενδεικτική τυπολογία ασυνήθων ή ύποπτων συναλλαγών κατά την έννοια των παραγράφων 13-14 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008", στις παραγράφους 1, 3 και 10 της οποίας ορίζονται και τα ακόλουθα: "...ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΥΝ ΞΕΠΛΥΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΣ 1.
Παροχή ανεπαρκών ή ύποπτων πληροφοριών και στοιχείων για την πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη...1.4. Πελάτης δεν παρέχει στοιχεία του τρίτου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί.... 3.15. Διενεργούνται συναλλαγές μεταξύ μερών τα οποία δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, αλλά επιχειρούν να αποκρύψουν την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου... 10.2.
Εξοφλείται τίμημα αγοράς ακινήτου με επιταγές πληρωτέες στον κομιστή ή οπισθογραφημένες υπέρ τρίτου προσώπου, μη σχετιζόμενου προς την αγοραπωλησία...". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3691/2008 και των εφαρμοστικών αυτού αποφάσεων της ΕΠΤΘ, συνδυαζόμενες και με τις λοιπές ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι τα οριζόμενα στο Ν. 3691/2008 και στις ΕΠΤΘ μέτρα συνήθους αλλά και αυξημένης δέουσας επιμέλειας κατά την διενέργεια συναλλαγών, υποχρεούνται να τα λαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα, όχι μόνο στα πλαίσια της επίτευξης των συγκεκριμένων στόχων του Ν. 3691/2008, αλλά και κατ' εφαρμογή της, από την καλή συναλλακτική πίστη συναγομένης, γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή της κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, η δε υποχρέωση αυτή είναι εντονότερη, όταν το ζημιωθέν από την παράλειψη αυτή πρόσωπο είναι πρόσωπο, στο οποίο παρέχει υπηρεσίες η τράπεζα στα πλαίσια μεταξύ τους σύμβασης, όπως είναι και η σύμβαση επιταγής, αφού στην περίπτωση αυτή η τράπεζα έχει και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λήψης των μέτρων αυτών κατά την συναλλακτική καλή πίστη και από την σύμβαση αυτή και συνεπώς η παράλειψη λήψης των μέτρων αυτών, εφόσον έγινε από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) των προστηθέντων υπαλλήλων της και προξένησε ζημία στο πρόσωπο αυτό, η οποία βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη, εκτός από ενδοσυμβατική ευθύνη, γεννά ευθύνη προς αποζημίωση και κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 10 Ν. 3587/2007, μεταξύ άλλων, ότι " Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.
Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του", (παρ.4 εδ.
α`), ότι "Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα".(παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 2257/2014).
Τέλος, προκειμένου να ιδρυθεί ο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η κανονιστικού περιεχομένου απόφαση της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ(ΕΠΤΘ), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (πρβλ ΑΠ 368/2019).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, ως προς την οποία απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: 1) της παράνομης ή μη παράλειψης των προστηθέντων υπαλλήλων της, κατά την πληρωμή από αυτούς των δύο επιταγών ποσού 150.000 ευρώ εκάστης τούτων και συνολικού ποσού 300.000, δηλαδή ανωτέρου των 250.000 ευρώ, τις οποίες είχαν εκδώσει ανά μία έκαστος των αναιρεσειόντων εις διαταγήν του, τις είχαν οπισθογραφήσει εν λευκώ και τις είχαν παραδώσει στο αρχικό τέταρτο εναγόμενο, ο οποίος και τις εμφάνισε προς πληρωμή σε αυτήν, να προβούν στις ενέργειες, που όφειλαν να κάνουν α) από την σύμβαση επιταγής, που συνέδεε έκαστο από τους αναιρεσείοντες με την προστήσασα τους υπαλλήλους αυτούς έκτη αναιρεσίβλητη, β) από τις εφαρμοζόμενες και για τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η έκτη αναιρεσίβλητη, διατάξεις του Ν. 3691/2008 και των εχουσών κανονιστική ισχύ ανωτέρω εφαρμοστικών αυτού ΕΠΤΘ 281 και 285/2009, που επέβαλαν την λήψη αυξημένων μέτρων επιμέλειας κατά την πληρωμή των επιταγών και ιδίως την πιστοποίηση της ταυτότητας όχι μόνο του εμφανισθέντος για την είσπραξη των επιταγών αρχικού τετάρτου εναγομένου, αλλά και της πραγματικού δικαιούχου των χρημάτων, την οποία εμφανιζόταν ότι εκπροσωπούσε αυτός, αλλά και την μη πληρωμή των επιταγών σε μετρητά, αφού το συνολικό ποσό τους, προερχόμενο από την ίδια αιτία, υπερέβαινε τις 250.000 ευρώ και γ) από τη συναλλακτική καλή πίστη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και επιβάλλει την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, 2) της εντεύθεν ύπαρξης υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) των υπαλλήλων αυτών, η οποία γεννά ευθύνη της έκτης αναιρεσίβλητης από την σχέση πρόστησης και 3) της ύπαρξης ή μη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων των υπαλλήλων της έκτης αναιρεσίβλητης κατά την εξόφληση των επιταγών και της ζημίας των αναιρεσειόντων, υπό την έννοια ότι χωρίς τις παραλείψεις αυτές δεν θα εξοφλούντο οι επιταγές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν θα υφίσταντο την αντίστοιχη ζημία οι αναιρεσείοντες, με συνέπεια, εξ αιτίας των ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αυτών αιτιολογιών, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281,288,330, 713, 714, 830, 823 ΑΚ, 5,6,12,13,14,19 και 20 Ν. 3691/2008, 8 Ν. 2251/1994, 1,3,και 35 Ν. 5960/1933 και των αποφάσεων της ΕΠΤΘ 281/2009(ΦΕΚ Β'650/2009) και 285/2009(ΦΕΚ Β'1735/2009), τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα: α) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι οι αναφερόμενοι στην απόφαση και προστηθέντες από την έκτη αναιρεσίβλητη υπάλληλοί της ζήτησαν και έλαβαν από τον κομιστή των δύο επιδίκων επιταγών αρχικό τέταρτο εναγόμενο τα επιβεβαιωτικά έγγραφα για την επαλήθευση και πιστοποίηση των στοιχείων ταυτότητάς του και ότι δεν γνώριζαν ότι το προσκομισθέν από τον ίδιο δελτίο ταυτότητάς του ήταν πλαστό, ούτε και υπάρχει αμέλειά τους ως προς τη μη διάγνωση της πλαστότητας, περαιτέρω δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες ως προς το εάν αυτοί προέβησαν και σε επαλήθευση και πιστοποίηση και των στοιχείων ταυτότητας της φερόμενης ως κυρίας και πωλήτριας του επιδίκου ακινήτου Μ.
Π., για λογαριασμό της οποίας εφέρετο ότι ενεργούσε ο εμφανισθείς κομιστής των επιταγών. β) Ενώ στην απόφαση αναφέρεται ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι της έκτης αναιρεσίβλητης ζήτησαν από τον κομιστή των επιταγών τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, προκειμένου να ανοιχθεί λογαριασμός για την καταβολή του ποσού των επιταγών, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται αν ο λογαριασμός αυτός θα ήταν λογαριασμός του εμφανισθέντος κομιστή των επιταγών ή της πωλήτριας του ακινήτου, για λογαριασμό της οποίας εφέρετο ότι ενεργούσε αυτός και στην οποία ανήκε το τίμημα της πώλησης, στη συνέχεια, δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι τελικά το ποσό των επιταγών πληρώθηκε με μετρητά στον κομιστή, χωρίς περαιτέρω να υπάρχει καθόλου αιτιολογία στην απόφαση, όπως επιβάλλεται από την ΕΠΤΘ 285/2009, για τους ειδικούς και επαρκώς τεκμηριωμένους λόγους, που καθιστούν αναγκαία την πληρωμή των επιταγών με μετρητά και όχι μέσω έκδοσης τραπεζικής επιταγής ή εντολής πληρωμής σε τραπεζικό λογαριασμό, αφού το συνολικό ποσό των επιταγών, το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, γιατί, κατά τις παραδοχές της απόφασης, προέρχεται από την ίδια αιτία, είναι 300.000 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνει τα 250.000 ευρώ.
γ) Διαλαμβάνει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης και πληρωμής των επιταγών και το χρόνο κατά τον οποίο διαπίστωσαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ότι ο εμφανισθείς κομιστής των δύο επιταγών, με λευκή οπισθογράφηση από τους αναιρεσείοντες, δεν ενεργούσε για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό της φερόμενης ως πωλήτριας του επιδίκου ακινήτου, ενόψει και των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, ότι οι δύο επιταγές εμφανίστηκαν μαζί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα και η μεν πρώτη τούτων με οπισθογράφο τη δεύτερη αναιρεσείουσα πληρώθηκε με μετρητά αμέσως στις ..., με μόνη την υποβολή μίας υπεύθυνης δήλωσης του κομιστή της αρχικού τέταρτου εναγόμενου ότι θα προσκομίσει το συμβόλαιο, χωρίς αναφορά ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό άλλου, και η δεύτερη επιταγή με οπισθογράφο τον πρώτο αναιρεσείοντα, πληρώθηκε επίσης με μετρητά στις ...
με την προσκόμιση από τον αρχικό τέταρτο εναγόμενο μόνο της από ... βεβαίωσης του συμβολαιογράφου Α. Μ., που συνέταξε το επίδικο υπ' αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και όχι του ιδίου του συμβολαίου αυτού, αντιφατικά δε δέχεται η απόφαση ότι για την πληρωμή των επιταγών λήφθηκε υπ' όψη και το συμβόλαιο και η ανωτέρω από ...
βεβαίωση, αφού η τελευταία θα ήταν περιττή, εάν είχε προσκομισθεί το συμβόλαιο. δ) Εξ αιτίας των ως άνω ανεπαρκών παραδοχών, δεν προκύπτει, αν ο αρχικός τέταρτος εναγόμενος, κατά το χρόνο πληρωμής της πρώτης επιταγής, απέκρυψε ή όχι το γεγονός ότι ενεργούσε για λογαριασμό άλλου, και αν, στη συνέχεια, όταν αυτός προσκόμισε την βεβαίωση του συμ/φου, μπορούσε ή όχι να θεωρηθεί η συγκεκριμένη συναλλαγή, ενόψει της απόκρυψης αυτής, ως "ασυνήθης και ύποπτη" και, συνακόλουθα, αν οι προστηθέντες υπάλληλοι έπρεπε ή όχι να προβούν σε περαιτέρω έλεγχο, σε καταφατική δε περίπτωση, να αρνηθούν την πληρωμή της δεύτερης επιταγής, ε) Δεν αιτιολογείται καθόλου εάν, με βάση τα έγγραφα που είχαν στη διάθεσή τους οι προστηθέντες υπάλληλοι της έκτης αναιρεσίβλητης, δικαιολογείτο η πληρωμή των επιταγών στον κομιστή τους αρχικό τέταρτο εναγόμενο και όχι στη φερόμενη ως πωλήτρια του ακινήτου, η οποία θα ήταν η δικαιούχος τους επί πραγματικής πώλησης του ακινήτου.
Και ε) Δεν αιτιολογείται καθόλου η απόρριψη του προβληθέντος με την αγωγή και επαναφερθέντος με την έφεση ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της έκτης αναιρεσίβλητης από υπαιτιότητά τους δεν θεώρησαν ως "ασυνήθη και ύποπτη" τη συναλλαγή, ενόψει του ότι ο αρχικός τέταρτος εναγόμενος εμφανίστηκε ως κάτοικος …, οδός ..., και με τη διεύθυνση αυτή αναφέρεται και στην ανωτέρω βεβαίωση του συμβολαιογράφου, αλλά ο ίδιος στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, που υπέβαλε για να πληρωθεί την πρώτη επιταγή στις ...
δήλωσε κάτοικος επί της οδού ..., αλλά όχι …, αλλά …, καθώς και αν το γεγονός θα έπρεπε ή όχι να τους γεννήσει υπόνοιες για την αληθινή ταυτότητά του και να τους οδηγήσει σε ενδελεχέστερη πιστοποίηση των στοιχείων της. Επομένως, οι δέκατος πέμπτος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο, κατά το σκέλος τους με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, είναι βάσιμοι, μετά δε την παραδοχή τους παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, που στρέφονται κατά της έκτης αναιρεσίβλητης, γιατί αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτή αυτή ως προς τις πρώτη και έκτη αναιρεσίβλητες και να αναιρεθεί ως προς αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.). Οι πρώτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων πρέπει, λόγω της ήττας τους, να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και των δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ τους, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής(άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Στη σχέση αναιρεσειόντων και τετάρτου αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, γιατί ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, που νικά, δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα(άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2021 αίτηση των 1) Σ. Ζ. και 2) Χ. συζ. Σ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3525/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
-Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και των δεύτερης, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων.
-Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς τις πρώτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων. -
Αναιρεί ως προς αυτές την ανωτέρω απόφαση. -
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Και -
Καταδικάζει τις πρώτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ