Legislator Case Law & Legislation
167/2018 AI generated

167/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 167/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Legislator headnote

AI generated

167/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναλυτικά, ο υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά, ιδιωτικών κλινικών, οίκων ευγηρίας και άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 167 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 167/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1579/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3262/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΑΙΒ/ 8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας (ΦΕΚ Β' 526/8-9-1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940, άρθρο 1 παρ. 1, υγειονομικός έλεγχος είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως ή των ποτών, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον γενικότερα.

Αναλυτικά, ο υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά, ιδιωτικών κλινικών, οίκων ευγηρίας και άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων.

Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα και γενικά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (ξενοδοχεία ύπνου, αίθουσες δημοσίων θεαμάτων, κομμωτήρια, κουρεία, λουτρά, χώροι υγιεινής και κυλικεία υπαιθρίων δημόσιων θεαμάτων, όπως θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, αθλητικών γηπέδων, καθώς και σε κάθε είδους κατασκηνώσεις κ.λπ.).

Ακόμη, κατά το άρθρο 14 παρ.1 της ίδιας απόφασης, που αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β'/11-11-92), "όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων, ιών και παρασίτων".

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ' αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα αυτοί που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή που παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με το χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 2066/2013).

2. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή των οφειλομένων μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, διότι η έλλειψη αυτή αποτελεί ένσταση του εναγομένου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως ουσία αβάσιμης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 17-8-2010 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης και διαχείρισης των ακτών ... ..., με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 17-8-2010 έως 31-7-2011, προκειμένου να της προσφέρει τις υπηρεσίες του ως γενικός διευθυντής, με ειδικότερα καθήκοντα την εποπτεία των εργαζομένων στους τομείς, μεταξύ άλλων, της εξυπηρέτησης του κοινού, της τροφοδοσίας, της καθαριότητας, της φύλαξης του χώρου, της ασφάλειας των λουομένων, της είσπραξης του αντιτίμου των εισιτηρίων, της συγκέντρωσης και αποστολής των χρημάτων του ταμείου και της διοργάνωσης αθλητικών εκδηλώσεων.

Ότι, βάσει της ιδιότητάς του ως γενικού διευθυντή και των παραπάνω καθηκόντων του, δεν ήταν υποχρεωμένος για το έγκυρο της ένδικης σύμβασης εργασίας να είναι εφοδιασμένος με το προβλεπόμενο από τις ως άνω διατάξεις βιβλιάριο υγείας, αφού δεν ερχόταν σε άμεση επαφή με τα είδη πώλησης της επιχείρησης και με το κοινό, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης ασθένειας από την οποία τυχόν αυτός θα έπασχε.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση του ενάγοντος δεν έπασχε από ακυρότητα εξ αυτού του λόγου και απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της εργασιακής σύμβασης, εκ του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας.

Κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη για το λόγο αυτό, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, διότι αν και ήταν ορισμένου χρόνου είχε γίνει χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.400 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8-9-2010 έως 31-7-2011.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι με την ανέλεγκτη αναιρετικώς παραδοχή του ότι ο αναιρεσίβλητος "λόγω της φύσεως της εργασίας του, ως γενικού διευθυντή, δεν ερχόταν σε άμεση επαφή με τα είδη πωλήσεως της επιχειρήσεως της εφεσίβλητης και με το κοινό, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης ασθένειας από την οποία τυχόν αυτός θα έπασχε", ορθώς αποφάνθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίστατο υποχρέωση για την κατοχή βιβλιαρίου υγείας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι αβάσιμος.

3. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στον προβληθέντα ισχυρισμό ή, στη δεύτερη περίπτωση, μη λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ' αυτόν (ΑΠ 7/2015, ΑΠ 1096/2008).

Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικά και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο ή ΣΣΕ ή ΔΑ, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Από τις αποδοχές αυτές, όμως, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια.

Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα αυτού ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύθηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (ΑΠ 1105/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος τα έγγραφα, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξή τους με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής συγκεκριμένου εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλ. ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1067/2010).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, η αναιρεσείουσα - εναγομένη αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο απέρριψε α) την κατ' άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της περί συμψηφισμού των αποδοχών που έλαβε ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από άλλη απασχόλησή του, ως αόριστη και β) το κατά τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ αίτημά της περί επίδειξης και προσκομιδής από τον αναιρεσίβλητο των φορολογικών του δηλώσεων και των αντιστοίχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2011 και 2012, καθώς και της αναλυτικής κατάστασης ενσήμων ΙΚΑ ή οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, στον οποίο ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγομένη, με τις προτάσεις της κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με αυτές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε και τον ισχυρισμό (ένσταση) αυτολεξεί ότι, "για την αδόκητο περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι κατήγγειλε (δηλ.

η ίδια η αναιρεσείουσα εναγομένη) και, μάλιστα, ακύρως τη σύμβαση εργασίας του αντιδίκου και ότι αυτός νομίμως και βασίμως αξιώνει μισθούς υπερημερίας, δικαιούται να προτείνει σε συμψηφισμό οτιδήποτε τυχόν ωφελήθηκε ο αντίδικος από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη ή εργοδότες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αρχής γενομένης όχι την 01-09-2010, όπως αναληθώς και παραπλανητικώς ισχυρίζεται ο αντίδικος, αλλά την 07-09-2010".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση ως αόριστη, ακολούθως δε απέρριψε και το αίτημα περί επίδειξης των άνω εγγράφων ως συναπτόμενο με την αόριστη άνω ένστασή του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως κατ' ορθή εκτίμηση αιτιάται ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η προβληθείσα από την εναγομένη-αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθείσα με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένταση από το άρθρο 656 εδ.

β' ΑΚ, είναι αόριστη διότι, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ωφέλεια του ενάγοντος στο επίμαχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας της εργοδότριας εναγομένης, το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε σε συγκεκριμένο εργοδότη και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε ο ενάγων εργαζόμενος.

Περαιτέρω, εξαιτίας της αοριστίας αυτής, είναι αόριστο και το αίτημα της εναγομένης, όπως ορθά κατ' εκτίμηση δέχθηκε το Εφετείο, να υποχρεωθεί ο ενάγων να προσκομίσει και επιδείξει ακριβή αντίγραφα των υποβληθεισών φορολογικών δηλώσεων του εισοδήματός του και των αντιστοίχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας φορολογικής αρχής για τα οικονομικά έτη 2011 και 2012, όπως και αντίγραφο της αναλυτικής κατάστασης ενσήμων του άνω διαστήματος, είτε του ΙΚΑ είτε οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον της για την απαιτούμενη επίδειξη, δηλ.

δεν προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο η ένσταση από το άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ, για την απόδειξη της οποίας ζητεί τα έγγραφα αυτά (ΑΠ 1067/2010).

Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 3262/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιανουαρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ