167/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated167/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και πρέπει στον ηττώμενο αναιρεσείοντα να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, να διαταχθεί δε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 167 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 167/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Θεοφιλόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Χ. Σ. το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Κόκκαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 27/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2016 αίτησή του .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 εδ.α), "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11γ) ... και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19) ...
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την έννοια ότι δεν καθίσταται αντιληπτό αναμφιβόλως από την διατύπωση του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι έλαβε υπόψιν τα εν προκειμένω μνημονευόμενα έγγραφα (και δη τα φορολογικού ενδιαφέροντος έντυπα Ε9 ακινήτων του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Α. Φ. για τα χρονικά σημεία 1.1.1997 και 1.1.1995), μη αρκούντος (κατά τον αναιρεσείοντα) του γενικώς εκτιθεμένου, ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως έγγραφα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι αρκεί η γενικόλογη μνεία στην επικεφαλίδα του πορίσματος. Η ανάπτυξη δε αυτού προς "διαφορετική γραμμή πλεύσεως" του αποδεικτικού ιστού, δηλαδή η αποστασιοποίηση απ’ τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν ισοδυναμεί με μη λήψη υπόψιν των εν λόγω εγγράφων, παρά τα όσα αυτός αντιστοίχως αντίθετα καταλογίζει, αβασίμως όμως, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι παραβίασε κατά την εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως, άλλως, εκ πλαγίου με ελλειπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και έτσι υπέπεσε στα σφάλματα υπ’ αρ. 1 και 19 αντιστοίχως του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2.9.1952 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Πετρομιχελάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … με αριθ. μεταγραφής ..., οι Α.
Φ., Κ. Φ. και Ε. Φ., αδελφοί της ενάγουσας, καθώς και η μητέρα τους Ε. Φ., απέκτησαν λόγω αγοράς από την Μ. συζ. Γ. Σ., την συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτικού ακινήτου (αμπέλου σουλτανί) εκτάσεως κατά τον άνω τίτλο κτήσεως 8.000 τ.μ., κειμένου στην κτηματική περιφέρεια ... ... και στην ειδικότερη θέση "...", κατονομαζόμενο από τους διαδίκους ως "κτήμα Σ.".
Στη συνέχεια δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1960 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίου Καρατζά, που συνήφθη μεταξύ των άνω συμβαλλομένων και μεταγράφηκε νόμιμα, οι άνω αγοραστές αντάλλαξαν τμήμα εκτάσεως 500 τ.μ. του ως άνω ακινήτου τους κατά μήκος του βορείου ορίου του, που περιείχε τέσσερις (4) σειρές πρέμνα (κουρμούλες) αμπελιού και έλαβαν από την πωλήτρια άλλο ακαλλιέργητο τμήμα 2/3 του στρέμματος, που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν ως ξηραντήριο σταφίδας (οψιγιάς).
Έτσι τα όρια του άνω ακινήτου (κτήματος Σ.) διαμορφώθηκαν εν τέλει, όπως αυτά εμφαίνονται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιούλιος 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Χ., υπό στοιχεία .... Κατόπιν οι αδελφοί Α., Κ. και Ε. Φ. απέκτησαν λόγω αγοράς από την Κ. συζ. Γ. Δ., το γένος Σ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1961 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ..., την συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτικού ακινήτου, ομόρου βορείως του άνω ακινήτου, εκτάσεως πέντε περίπου στρεμμάτων κατά τον τίτλο κτήσεως, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ... ... ... της Κοινότητας ... ... του τέως Δήμου ...
και στην ειδικότερη θέση "..." και το οποίο συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεως βόρεια με ιδιοκτησία Μ. χήρας Γ. Σ. και Α. Φ. Σ. (ήδη ψιλής κυριότητας Μ. Κ. Φ. και επικαρπίας Γ. συζ. Κ. Φ.), νότια με ιδιοκτησία αδελφών Φ. (άνω "κτήμα Σ."), ανατολικά με ιδιοκτησίες αδελφών Κ. και αδελφών Α. και δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ι. (ήδη ψιλής κυριότητας Μ.
Κ. Φ. και επικαρπίας Γ. συζ. Κ. Φ.), όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιούλιος 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Χ. υπό στοιχεία ..., κατονομαζόμενο από τους διαδίκους ως "κτήμα Δ.". Το έτος 1962 οι αδελφοί Α., Κ. και Ε. Φ. προέβησαν σε άτυπη διανομή, με το 4-11-1962 ιδιωτικό έγγραφο, που υπεγράφη μεταξύ τους και της εν ζωή τότε μητέρας τους Ε.
Φ., φερόμενης ως αγράμματης (οριστικό διανεμητήριο όπως αναγράφεται ο τίτλος του), των περιουσιακών στοιχείων των γονέων τους Γ. και Ε. Φ., δυνάμει της οποίας (άτυπης διανομής), παραδόθηκε στον Α. Φ. μεταξύ άλλων η αποκλειστική νομή διακριτού τμήματος του κτήματος Δ. και ειδικότερα σύμφωνα με το άνω διανεμητήριο το "εις θέσιν ...
άμπελον σουλτανί προς βορράν εξ ημισείας μετά του συνεχόμενου εις νότον", ήτοι το εμφαινόμενο στο συνημμένο στην αγωγή άνω τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Χ. τμήμα με στοιχεία ..., που συνορεύει βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Ε. Φ. και ήδη ιδιοκτησία Σ., νότια με πρώην ιδιοκτησία Κ.
Φ. και ήδη Ε. Φ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Φ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Κ.. Το γεγονός δε ότι το κτήμα Δ. συμπεριελήφθη στην προς διανομή πατρική και μητρική περιουσία, κατά το άνω διανεμητήριο, ενισχύει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι το κτήμα αυτό είχε αποκτηθεί κατόπιν εκποιήσεως της πατρικής περιουσίας, αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να αποτελέσει αντικείμενο της προς διανομή περιουσίας των γονέων των τεσσάρων ως άνω αδελφών (ήτοι των άνω συμβαλλομένων και της ενάγουσας), από την οποία μάλιστα φέρεται να έχει αποκλειστεί η ενάγουσα, χωρίς η τελευταία να φέρεται να έχει συμμετοχή στην άνω προφορική συμφωνία περί διανομής και να έχει υπογράψει το άνω διανεμητήριο, ώστε να προκύπτει η συναίνεση της, ενόψει των ισχυρισμών του εναγομένου περί εξαντλήσεως της κληρονομικής της μερίδας με χρήματα που είχε λάβει σε προγενέστερο χρόνο από τους γονείς της, προκειμένου να αγοράσει σπίτι στην οδό Δαιδάλου στο κέντρο της πόλεως του ..., χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει το ποσό που αυτή έλαβε, αλλά και την αξία της συνολικής περιουσίας των γονέων τους, ώστε να κριθεί αν με το χρηματικό ποσό που έλαβε εξαντλούνταν το μερίδιο της στην πατρική και μητρική περιουσία.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών αδελφών της και κυρίως του Α. Φ., στην αποκλειστική νομή του οποίου είχε περιέλθει το συγκεκριμένο διακριτό τμήμα από το μείζον "Κτήμα Δ.", τουλάχιστον από το έτος 1981 άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου το παρακάτω περιγραφόμενο τμήμα αυτού, καθ’ υπόδειξη των αδελφών της, που της το παραχώρησαν άτυπα και προς εξίσωση της μερίδας της στην αγροτική κληρονομιαία περιουσία, ανεγείροντας μάλιστα επ’ αυτού με έξοδα δικά της και του συζύγου της οικία συνολικού εμβαδού 80,25 τ.μ.
επί οικοπέδου εκτάσεως 258,75 τ.μ. Συγκεκριμένα η ενάγουσα τουλάχιστον από το έτος 1981, ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου ακινήτου που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια ... του Δημοτικού Διαμερίσματος ... ... του τέως Δήμου ... και στην ειδικότερη θέση "...", ήτοι ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 258,75 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Α.
Φ. και ήδη Γ. Φ., νότια με ιδιοκτησία Ε. Φ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Φ. και ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Α. Φ. και ήδη εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Φ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Φ., καθώς εν τω μεταξύ επήλθαν μεταβολές λόγω μεταβιβάσεως, στις όμορες ιδιοκτησίες τμημάτων του κτήματος Δ., η αποκλειστική νομή των οποίων είχε περιέλθει στον Α.
Φ., δυνάμει του προαναφερόμενου διανεμητηρίου. Ως προελέχθη η ενάγουσα από τότε που περιήλθε στην νομή της το επίδικο ακίνητο και πάντως τουλάχιστον από το έτος 1981 ασκούσε πράξεις νομής επ’ αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, χωρίς την εναντίωση κανενός, μέχρι και το έτος 2003. Ειδικότερα το έτος 1981 ξεκίνησε την ανέγερση επ’ αυτού ισόγειας οικίας αποτελούμενης από δυο υπνοδωμάτια, καθιστικό, κουζίνα, λουτρό και εξωτερικό W.C., που ολοκληρώθηκε το έτος 1983 και την οποία χρησιμοποιούσε ως εξοχική κατοικία, που όμως επισκεπτόταν και κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Σε αυτήν φιλοξενούσε την οικογένειά της, ήτοι τα τέκνα και τα εγγόνια της, καθώς επίσης και τα τέκνα του αδελφού της Κ. Φ., Ε., Γ. (εναγόμενο) και Μ. Φ., ενώ η οικία αυτή χρησιμοποιήθηκε για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών από τον γιό της ενάγουσας Μ. Σ., ως κύρια κατοικία. Για την χρήση αυτή του επίδικου ακινήτου και της επ’ αυτού οικίας από το έτος 1981 έως και το έτος 2003, όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ ο αδελφός της Α.
Φ., αλλά αντίθετα εν γνώσει του της παραχώρησε την αποκλειστική νομή επ’ αυτού, αναγνώριζε δε την αδελφή του ως κυρία του διακριτού αυτού επίδικου τμήματος. Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος, χωρίς να έχει συμπληρώσει στο πρόσωπο του εικοσαετία νομής επί του επιδίκου ακινήτου, από το έτος 1962 έως και το έτος 1981, ώστε να καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, μολονότι έλαβε γνώση των παραπάνω διακατοχικών πράξεων της ενάγουσας, υπό τα όμματα του οποίου ελάμβαναν χώρα και ιδιαίτερα της κατασκευής της ως άνω ισόγειας οικίας, ουδέποτε μέχρι το έτος 2003 διαμαρτυρήθηκε, αλλά αποδέχθηκε την πραγματική αυτή κατάσταση.
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο ίδιος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, με αφορμή αίτηση για την άρση της προσβολής του δικαιώματος δουλείας διόδου των εγγονών της ενάγουσας Μ. και Σ. Σ. (κυρίων ομόρου ακινήτου) κατέθεσε ότι "...
Εγώ έπεισα τον αδελφό μου να τους αφήσουν για να κτίσει το σπίτι ο 3ος αιτών (Κ. Σ. - γιός της ενάγουσας) ... Το σπίτι με τη σκάλα που φαίνεται στη φωτογραφία είναι του Χ. Σ. (συζύγου της ενάγουσας), χωρίς συμβόλαιο, μέσα σε δικό μου ακίνητο. Εγώ του είχα πει του Τ. του Σ. να του κάνω συμβόλαιο για να είναι κατοχυρωμένος, όμως μέσα στο συμβόλαιο δεν έβαλε το σπίτι, αλλά μόνο οικόπεδο ... " (βλ.
την ένορκη κατάθεση του στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως σε επίσημο αντίγραφο από 10.12.2001 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου ...). Ότι ο Α. Φ. αναγνώριζε την ενάγουσα αδελφή του ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, τη νομή του οποίου της είχε παραχωρήσει λόγω ατύπου δωρεάς, προκύπτει και από το γεγονός ότι όταν ο ίδιος το έτος 2001 μεταβίβασε στα τέκνα του αδελφού του Κ.
Ε. Φ. και Γ. Φ. (εναγόμενο), δυνάμει των υπ’ αριθ. .../9-4-2001 και .../9-4-2001 συμβολαίων της συμβολαιογράφου ... Ελένης Βαρβεράκη αντίστοιχα, την ψιλή κυριότητα τμημάτων της ιδιοκτησίας του στο κτήμα Δ., που συνόρευαν γύρωθεν και ειδικότερα βορείως και ανατολικώς με το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου η ενάγουσα είχε ανεγείρει την οικία της, ρητά εξαίρεσε από τις άνω μεταβιβάσεις το επίδικο τμήμα των 258,75 τ.μ., το οποίο κατά την διανομή του 1962 είχε περιέλθει στην αποκλειστική νομή και κατοχή του μετά των κατά τα ανωτέρω μεταβιβαζόμενων ακινήτων, ως ενιαίο ακίνητο.
Τα παραπάνω προκύπτουν και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Α. Φ. (ανεψιού της ενάγουσας και εξαδέλφου του εναγομένου και ειδικότερα τέκνο του αδελφού της πρώτης Ε. Φ.), ο οποίος γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως τις εμφανείς διακατοχικές υλικές πράξεις νομής της ενάγουσας και της οικογένειάς της στο επίδικο, καθόσον υπήρξε συγκύριος ιδανικού μεριδίου επί του κτήματος Δ., το οποίο και μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, στις εγγονές της ενάγουσας Μ.
και Σ. Σ., ενώ περί το έτος 1981 εργαζόταν για τον σύζυγο της ενάγουσας. Αυτός αναφέρει στην κατάθεσή του σχετικά με την ανέγερση της ένδικης οικίας ότι η ανέγερσή του ξεκίνησε τέλη του 1981 και ολοκληρώθηκε περί το 1983, ότι κατά το χρόνο εκείνο εργαζόταν στο σύζυγο της ενάγουσας (θείας του) και έζησε τη διαδικασία (της κατασκευής της), ότι ερχόταν ο εργολάβος και πληρωνόταν κανονικά και οι εργάτες και ότι η κατασκευή της έγιναν αποκλειστικά και μόνο με δαπάνες της ενάγουσας, ενώ σε άλλη περικοπή της κατάθεσής του αναφέρει ότι όλοι γνωρίζουν όχι μόνο η οικογένεια, όχι μόνο οι φίλοι και οι μακρύτεροι συγγενείς, αλλά και οι γείτονες ότι το συγκεκριμένο σπίτι ανήκε στη Μ.
Σ. και ότι μόνο η θεία του και τα παιδιά της νεμόταν και κατείχαν το ένδικο ακίνητο μέχρι το 2003 που έγινε το συμβόλαιο (εκείνο με το οποίο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο). Το γεγονός ότι η οικία επί του ένδικου ακινήτου ανεγέρθηκε από την οικογένεια της ενάγουσας ενισχύεται και από τις καταθέσεις του εργολάβου Ε.
Β. α) ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... κατά τη συνεδρίαση της 10-12-2001 που εξετάστηκε ένορκα στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων για την άρση της προσβολής δικαιώματος δουλείας διόδου των εγγονών της ενάγουσας Μ. και Σ. Σ., κατάθεση που περιέχεται στα από 10-12-2001 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω Ειρηνοδικείου, β) ενώπιον του αυτού ως άνω Ειρηνοδικείου κατά τη συνεδρίαση της 4-2-2003 που επίσης εξετάστηκε ένορκα στα πλαίσια δίκης με αφορμή αγωγή περί ομολογήσεως δουλείας που είχαν εγείρει οι ως άνω εγγονές της ενάγουσας, κατάθεση που περιέχεται στα από 4-2-2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω δικαστηρίου και γ) κατά την από 22-4-2004 προανακριτική ένορκη κατάθεσή του στα πλαίσια της ανοιγείσης ποινικής δίκης κατόπιν μηνύσεως της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου για την πράξη της κλοπής.
Ο ανωτέρω αναφέρει στις άνω καταθέσεις του ότι ο ίδιος ως εργολάβος κατασκεύασε την ένδικη οικία το έτος 1981, ως εργολάβος οικοδομών για λογαριασμό της οικογένειας της ενάγουσας, ότι το 1981 που πήγε στη περιοχή για να κτίσει την ένδικη οικοδομή του υπέδειξαν οι τότε εναγόμενοι (Α. Φ., Γ. Φ. - αδελφή του εναγομένου, Μ.
Φ.- αδελφός του εναγομένου και Γ. Φ.- εναγόμενος) το ακίνητο της Σ. (ενάγουσας). Τα αυτά καταθέτει και ο μάρτυρας της ενάγουσας Ε. Χ., ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, ο οποίος στην υπ’ αριθ. ...2009 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... αναφέρει ότι το 1981 τον φώναξε ο σύζυγος της ενάγουσας Χ. Σ. και έφτιαξε την ηλεκτρολογική εγκατάσταση σε ένα εξοχικό σπίτι που έκτιζε σε ένα μετόχι μετά το…, πληρώθηκε απ’ αυτόν και πήγε μετά αρκετές φορές ακόμη για βλάβες (ηλεκτρολογικές) και ξαναπήγε το 2001 που άρχισε να κάνει επισκευές ο γιός της ενάγουσας Τ., ότι δεν είδε κανένα ποτέ να αμφισβητεί την οικία και ότι ξέρει καλά ότι το σπίτι το έκτισαν η ενάγουσα και ο σύζυγος της, εκείνοι τον πλήρωσαν και εκείνοι το χρησιμοποιούσαν.
Ομοίως και η μάρτυρας της ενάγουσας Σ. Ψ., που εργαζόταν ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο της οικογένειάς της αναφέρει στην υπ’ αριθ. 503/2009 ένορκη βεβαίωσή ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... ότι η ενάγουσα έμενε στην ένδικη οικία κυρίως τον Αύγουστο, όταν ήταν εγκατεστημένη εκεί όλη η οικογένεια για να τρυγήσουν τα σταφύλια, πηγαίνανε όμως και κατά τη διάρκεια του χειμώνα που δεν έμενε εκεί η ενάγουσα για να αερίσουν το σπίτι, να το καθαρίσουν για να συντηρείται και να μην υπάρχουν φθορές στο κλειστό σπίτι.
Στην υπ’ αριθ. 32/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης εξάλλου, που εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της υπ’ αριθ. 382/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε την αγωγή των εγγονών της ενάγουσας Μ. και Σ. Σ. περί ομολογήσεως δουλείας, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν την ως άνω έφεση, αναφέρεται ρητά ότι "Το έτος 1981 σε τμήμα του ακινήτου Δ.
ανεγέρθηκε οικοδομή, στην οποία εγκαταστάθηκε η Μ. Σ...." Τα παραπάνω δεν έρχονται σε αντίθεση, ούτε και μπορούν να αντικρουσθούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου. Ειδικότερα ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυράς του Ι. Γ. αναφέρει ότι την ένδικη οικία κατασκεύασε ο Α.
Φ. με δικές του δαπάνες και ότι ουδέποτε είχε δει την ενάγουσα ή την οικογένειά της στο επίδικο κτήμα και ότι επιπλέον ο παραπάνω χρησιμοποιούσε την ως άνω οικία από το 1981 έως το 2003. Τα όσα όμως καταθέτει έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα σε ανύποπτο χρόνο είχε ισχυριστεί αλλά και καταθέσει (στα πλαίσια άλλης δίκης) ο ίδιος ως άνω φερόμενος ως δικαιοπάροχος του εναγομένου Α.
Φ., ήδη αποβιώσας, ο οποίος όχι μόνο δεν αρνείται την παρουσία της οικογένειας της ενάγουσας στο ένδικο ακίνητο, αλλά αντίθετα αναγνωρίζει ότι η ένδικη οικία ανεγέρθηκε από αυτήν. Επιπλέον δεν καταθέτει τίποτα σχετικό με την άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον Α. Φ., αλλά περιορίζεται μόνο στο να μνημονεύσει την εκ μέρους του τελευταίου ανέγερση και χρήση γενικώς και αορίστως της επίδικης οικίας.
Αντίθετο εξάλλου συμπέρασμα, περί του ότι δηλαδή δεν ενεργούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου η ενάγουσα δεν μπορεί να συναχθεί από τις υπ’ αριθ. .../2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... Ε. Κ., Μ. Δ. και Μ. Φ.. Οι δυο πρώτοι εξ αυτών, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων στην περιοχή του επιδίκου, αναφέρουν γενικά και αόριστα ότι τα γειτονικά ακίνητα ήταν των τριών αδελφών Φ., την ενάγουσα δεν την γνωρίζει ο πρώτος εξ αυτών, ενώ ο δεύτερος αναφέρει σχετικά ότι όπως είχε ακούσει η ενάγουσα είχε πάρει το μερίδιο της (εννοεί από την πατρική περιουσία) γιατί της είχαν αγοράσει ένα σπίτι στην οδό ...
και ότι ο Α. Φ. το 1982 άρχισε να χτίζει ένα σπίτι δίπλα στο δικό του ακίνητο και δίπλα στην αποθήκη που είχε, το έφτιαχνε σιγά- σιγά, χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια για να το τελειώσει, ότι το έχτισε με δικά του χρήματα και ότι δεν έχει ακούσει όσα χρόνια πηγαίνει στην περιοχή, αλλά ούτε και γείτονες με τους οποίους μιλάει έχει ακούσει, ότι έχουν να κάνουν στο σπίτι τα αδέλφια του αλλά πολύ περισσότερο η ενάγουσα αδελφή του, που όπως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα κατά τα προαναφερθέντα κατέθεσε ο ίδιος ο ήδη αποβιώσας Α.ς Φ., σε προγενέστερο χρόνο αναφορικά με την ένδικη οικία, αλλά και η σύζυγος του Μ.
Φ. η οποία, αντικρούοντας την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα στην υπ’ αριθ. .../2014 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Μαναβάκη αναφέρει κατηγορηματικά ότι ο σύζυγος της αγαπούσε πολύ την αδελφή του και την ήθελε κοντά τους στο μετόχι και γι’ αυτό της είπε να χτίσει και αυτή ένα σπίτι στο μετόχι, ότι για το σπίτι της Μ.
συμφώνησαν και οι τρεις αδελφοί, ο Α., Κ. και Β., ότι το σπίτι της Μ. χτίστηκε κοντά στο δικό τους σπίτι, που ήταν απλή αγροικία και ότι ποτέ όσο ζούσε μαζί με το σύζυγο της, αυτός αμφισβήτησε ότι το σπίτι ήταν της Μ.. Τέλος τα όσα σχετικά καταθέτει ο μάρτυρας του εναγομένου Μ. Φ. του Ε., στην υπ’ αριθ. .../2014 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., ανατρέπονται πλήρως από την ένορκη βεβαίωση του ίδιου του πατέρα του Ε.
Φ. ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Μαναβάκη, που ελήφθη προς αντίκρουση των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων, η οποία κρίνεται πιο πειστική, καθόσον είχε άμεση σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ των αδελφών αναφορικά με την συνιδιοκτησία τους στην περιοχή αυτή και ο οποίος αναφέρει ότι το σπίτι στο μετόχι το έχτισαν η αδελφή του η Μ. (ενάγουσα) με τον άντρα της, όλοι οι αδελφοί είχαν συμφωνήσει να το χτίσει, ότι το σπίτι ήταν δικό της, δεν ήταν ποτέ του αδελφού τους του Α., ότι ο γιός του ο Α.
είπε την αλήθεια (εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και ότι ο γιός του Μ. (μάρτυρας κατά τα άνω στην υπ’ αριθ. .../2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...) όταν χτίστηκε το σπίτι της Μ.ς ήταν τεσσάρων χρονών. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έχει αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου τμήματος του κτήματος Δ., όπως αυτό παραπάνω περιγράφεται, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκούσε επ’ αυτού τις παραπάνω αποδειχθείσες υλικές διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίας, χωρίς την εναντίωση κανενός τουλάχιστον από το έτος 1981 έως και το έτος 2003, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη αποκτάται κυριότητα σε τμήμα οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία οικοπέδου μη αρτίου.
Ως εκ τούτου, εφόσον ο Α. Φ. κατά το χρόνο που μεταβίβασε το ένδικο ακίνητο στον εναγόμενο με το ρηθέν υπ’ αριθ. .../17-9-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ελένης Βαρβεράκη, δεν ήταν κύριος αυτού, ο εναγόμενος απέκτησε παρά μη κυρίου, και συνεπώς ο ισχυρισμός (ένσταση) ιδίας κυριότητας που παραδεκτά προέβαλε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, ήτοι λόγω αγοράς από τον κύριο αυτού Α.
Φ., δυνάμει του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και αφού απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την άνω ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στο διατακτικό της, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος- εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του και των πρόσθετων λόγων αυτής, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".
V. Οι επισκοπηθείσες παραδοχές αναδεικνύουν την αβασιμότητα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, δοθέντος, ότι δεν έχουν παραβιασθεί ευθέως ή πλαγίως οι προρρηθείσες διατάξεις, με την ειδικότερη μνεία, ότι: Η ανοικοδόμηση επί τη βάσει της πολεοδομικής νομοθεσίας και η συμφώνως προς τα αντίστοιχα θέσφατα συμμόρφωση της αναιρεσίβλητης, υπό την καθοριστικότητα του συντελεστή δομήσεως, (μη αγνοουμένων και των οικονομικών δυνατοτήτων), δεν συνιστά έρεισμα βασιμότητος των ισχυριζομένων υπό του αναιρεσείοντος, ότι τα (258,75 τ.μ. - 80,25 τ.μ., επί των οποίων, ως άνω, κτίσθηκε η οικοδομή=) 178,5 τ.μ. του επιδίκου οικοπέδου, (που είναι η άκτιστη επιφάνεια αυτού), αφέθηκαν ιδιοκτησιακώς εκτεθειμένα, ήτοι μη υπό της αναιρεσίβλητης χρησικτηθέντα, κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως και λεπτομερώς, υπό του Εφετείου δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και πρέπει στον ηττώμενο αναιρεσείοντα να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, να διαταχθεί δε η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2016 αίτηση του Γ. Φ. περί αναιρέσεως της 27/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ