167/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 167 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated167/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 167 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 167 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 167/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων: 1) Σ.-Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... 2) Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., 4) Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 6) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ... 8) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 9) Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Π. και κατέθεσαν προτάσεις, 10) Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 11) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Π. και κατέθεσε προτάσεις, 12) Φ. Κ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13) Σ. Φ. του Θ., κατοίκου ..., 14) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 15) Μ. χήρας Χ. Δ. το γένος Χ. Ν., 16) Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 17) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Π. και κατέθεσαν προτάσεις.
Του εναγομένου-εφεσίβλητου-καθ’ ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 12 ενάγων-εκκαλών-καλών Φ. Κ. του Α. απεβίωσε στις 25/3/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό ...2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Φιλιάτων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ό. Κ. χήρα Φ., το γένος Θ. Β., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2004 αγωγή των ήδη εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3674/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8588/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ως άνω ενάγοντες-εκκαλούντες-καλούντες με την από 20/1/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 8588/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 381/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ως άνω εναγόμενο-εφεσίβλητο-καθ’ ου η κλήση με την από 25/4/2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 863/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 381/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 23/6/2014 κλήση των ως άνω εναγόντων-εκκαλούντων-καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγητής δε ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23-6-2014 κλήση των εναγόντων - εκκαλούντων - καλούντων κατά του εναγομένου - εφεσιβλήτου καθού η κλήση, εισάγεται νόμιμα κατά τα άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, η από 8-5-2007 (αρ.κατάθ.4142/2007) έφεση που άσκησαν οι εκκαλούντες κατά του εφεσιβλήτου και της υπ’ αριθμ. 3674/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 16-9-2004 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στρεφόμενοι κατά: α) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." και β) της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... εξέθεταν ότι είχαν συνάψει ο καθένας με τη δεύτερη εναγομένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. , σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που αφορούσε καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το κείμενο της οποίας παρατίθεται στην αγωγή, για να περιγραφούν οι εκτεθείσες από αυτούς και αναληφθείσες από την εναγόμενη Ε.Π.Ε.Υ. επενδυτικές υπηρεσίες. Ότι δυνάμει αυτών των συμβάσεων και των προσθέτων συμβάσεων - προσαρτημάτων που επακολούθησαν και τις συνόδευαν, οι ενάγοντες ανέθεσαν στην αντισυμβαλλόμενη τους εταιρία, έναντι προμήθειας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τριών μηνών, τη διαχείριση διαφόρων χρηματικών ποσών και τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνη, με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους. Ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και ακολούθως η απόφαση περί χορήγησης άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988. Ότι μετά από σχετική αναγγελία των εναγόντων, ο επόπτης εκκαθάρισης προέβη στην επαλήθευση των απαιτήσεών τους και ο καθένας τους αποζημιώθηκε κατά ποσοστό 10% της απαίτησής του που επαληθεύθηκε, λόγω μη επάρκειας των χρηματικών ποσών που κατείχε η υπό εκκαθάριση εταιρία για ικανοποίηση όλων των επενδυτών και στη συνέχεια ο επόπτης εκκαθάρισης παρέπεμψε τις μη ικανοποιηθείσες απαιτήσεις των εναγόντων μαζί με όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 8 του ν. 2533/1997, στην επιτροπή αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ. 6 του ν. 2533/1997, προκειμένου να κριθεί για ποιες από αυτές υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου "Συνεγγυητικού" το εναγόμενο αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της από τους που για όσους ενάγοντες υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ μέχρι το οποίο αυτό ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 2533/1 προσδιορίζεται σε αυτό ακριβώς το ποσό. Ζήτησαν δε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Με την υπ’ αριθ. 3674/2006 απόφασή του, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ. Την απόφαση αυτή πρόσβαλαν οι ενάγοντες ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την από 8-5-2007 έφεσή τους, που μετά από συζήτηση αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 8588/2007 απόφαση του Εφετείου, που δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεχόμενο ότι από το δικόγραφό της δεν προέκυπτε με σαφήνεια, αν επρόκειτο για κύριες επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών που καλύπτονται από το εναγόμενο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2396/1996. Την εν λόγω 8588/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρόσβαλαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες με την από 20-1-2009 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 534/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. Με την από 4-5-2011 κλήση τους οι εκκαλούντες επανάφεραν προς συζήτηση την από 8-5-2007 έφεση και άσκησαν και τον από 17-5-2011 πρόσθετο λόγο αυτής. Η υπόθεση συζητήθηκε στις 13-12-2012 και εκδόθηκε η με αρ. 381/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε αυτή τη φορά το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με την από 25-4-2013 αίτησή του. Επί της αναίρεσης αυτής, εκδόθηκε η 863/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η άνω προσβαλλόμενη 381/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της αναίρεσης κατ’ εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι δε και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με την έκθεση του Εισηγητή (άρθρο 562 αρ. 4 ΚΠολΔ). Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 580§3(γ) ΚΠολΔ, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος θα δικάσει αυτός πλέον την ουσία της υπόθεσης ως δευτεροβάθμιο ή ανάλογα ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Να σημειωθεί επίσης στο σημείο αυτό, ότι με την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη από 23-6-2014 κλήση τους οι εκκαλούντες επανάφεραν προς συζήτηση την από 8-5-2007 έφεσή τους και ανεξαρτήτως του ότι δεν μνημονεύουν ρητά στην άνω κλήση τους και τον από 17-5-2011 πρόσθετο λόγο που έχουν ασκήσει με ιδιαίτερο δικόγραφο, θα συνεκδικασθεί και αυτός αφού η έφεση νοείται ως τοιαύτη στο σύνολό της δηλαδή μαζί και με τους πρόσθετους λόγους της. Δεν νοείται δε, ο διαχωρισμός του πρόσθετου λόγου από την εκδίκαση της κρινόμενης έφεσης. Περαιτέρω, στη δεύτερη αυτή αναιρετική απόφαση αν και δεν ορίζεται ρητά, ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, από την εκτίμηση όμως του όλου περιεχομένου της σαφώς προκύπτει ότι η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της λόγω της παραδοχής του λόγου αυτού αναίρεσης και της εντεύθεν αναιρετικής εμβέλειας αυτού.
Συνεπώς ολόκληρη η έφεση (μαζί με τον πρόσθετο λόγο) αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο ακολούθως παραδεκτά εισήχθη με την παραπάνω κλήση (άρθρ. 581§1&2 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η υποχρέωση αυτή, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας. Τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1.1.1981, δυνάμει της από 28.5.1979 Σύμβασης Προσχωρήσεως της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η οποία κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ 23/1998). Κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θέσπισης νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η υποχρέωση αυτή των κρατών μελών, η οποία απορρέει από Οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 [ήδη 249], τρίτο εδάφιο της Συνθήκης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές απονέμουν στους ιδιώτες. Επομένως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. Κατά το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών. Ως λόγος υιοθέτησης της Οδηγίας αυτής, στο προοίμιο αυτής (σκέψη 4) αναφέρεται "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ότι, προς το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος-μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές". Η παραπάνω Οδηγία καταλαμβάνει: α) κάθε εταιρία διαμεσολάβησης ("επιχείρηση επενδύσεων") στην κεφαλαιαγορά, β) κάθε σχετική υπηρεσία που παρέχεται από την εταιρία διαμεσολάβησης και γ) κάθε μικροεπενδυτή, που καταθέτει χρήματα ή τίτλους προς επένδυση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9 " για τους σκοπούς της παρούσας Οδηγίας, νοείται ως... 1. Επιχείρηση επενδύσεων: η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 2 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, 2. Επενδυτική εργασία: κάθε επενδυτική υπηρεσία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ’ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας [δηλ. η φύλαξη και διαχείριση ενός ή πλειόνων τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β’ του αυτού παραρτήματος]. 3. Τίτλοι: οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β’ του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ 4. Επενδυτής: το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών ... 7. Αρμόδιες αρχές: οι αρχές οι οριζόμενες στο άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [...]". Σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, "1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τις οποίες προβλέπει η παρούσα Οδηγία [την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς] [....]". Σημειώνεται ότι οι "αρμόδιες αρχές" που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 της Οδηγίας 93/22, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 αυτής, "να είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικά δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτημένες από την εθνική νομοθεσία". Τέτοια αρμόδια αρχή για την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς είναι κατά το ελληνικό δίκαιο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ (ν. 1969/1991, άρθρα 76 επ.), η οποία έχει γενική αρμοδιότητα επί των θεμάτων της κεφαλαιαγοράς ("Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς", άρθρο 76 παρ. 2 ν. 1969/1991, και " [η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς] ρυθμίζει κάθε θέμα που έχει σχέση με την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και κάθε άλλο θέμα που απορρέει από άλλες διατάξεις"). Ο εθνικός νομοθέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, να αναθέτει σε πρόσωπα που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων που καταρχήν εμπίπτουν στην γενική σφαίρα αρμοδιότητας των εποπτικών αρχών, διότι κατά την κρίση του αυτό συντελεί στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς.
Συνεπώς, δεν αποκλείεται από το κοινοτικό δίκαιο η ανάθεση από τον Έλληνα νομοθέτη της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και της θέσης τους σε εκκαθάριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και παράλληλα η ανάθεση της διαπίστωσης της αδυναμίας των επιχειρήσεων αυτών να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις σε ειδικά όργανά (τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης εν προκειμένω), που διορίζονται και εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όπως προκύπτει από τους ανωτέρω ορισμούς του άρθρου 1 της Οδηγίας 97/9, η εν λόγω Οδηγία παραπέμπει εν μέρει ως προς τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής της στην Οδηγία 93/22 (σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, ό.π.), σύμφωνα με την οποία: Ως επιχείρηση επενδύσεων νοείται κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους, στα πλαίσια του επαγγέλματος του (άρθρο 1 παρ. 2). Ως επενδυτική υπηρεσία νοείται οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α’ του παραρτήματος (της Οδηγίας 93/22) που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β’ του παραρτήματος (της ίδιας Οδηγίας 93/22), και παρέχονται σε τρίτους (άρθρο 1 παρ. 1). Το παράρτημα της Οδηγίας 93/22 ορίζει: ΤΜΗΜΑ Α’ Υπηρεσίες 1. α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β’ , β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β’ , 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β’ , 4. Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β’ ή/και τοποθέτηση της. ΤΜΗΜΑ Β’ Τίτλοι 1. α) Κινητές αξίες [δηλ. οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με, μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή, ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής (άρθρο 1 παρ. 4 Οδηγίας 93/22)].... β) Μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων. 2. Τίτλοι της νομισματαγοράς [δηλ. οι κατηγορίες τίτλων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην νομισματαγορά (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας 93/22)]. 3. Τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. 4. Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA). 5. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο, συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), 6. Προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Συμπεριλαμβάνονται ιδίως, στην κατηγορία αυτή, οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9 καταλαμβάνει κάθε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο καταθέτει κεφάλαια ή τίτλους προς επένδυση σε μία εταιρία διαμεσολάβησης στην κεφαλαιαγορά, στο πλαίσιο σύμβασης αυτού με την εταιρία, μεταξύ άλλων για λήψη και διαβίβαση εντολών του ή για διαχείριση χαρτοφυλακίου του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η παραπομπή από την Οδηγία 97/9 στην Οδηγία 93/22 καλύπτει εν μέρει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας είναι ευρύτερο εκείνου της Οδηγίας 93/22, διότι ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (βλ. σκέψη 8 στο προοίμιο της παραπάνω Οδηγίας όπου αναφέρει ότι "όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων, ότι αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή, κατά τα οποία σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες - επενδυτές δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ..."). Τούτο είναι εύλογο, διότι για την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, ο επενδυτής μπορεί να μην καταθέτει στον διαμεσολαβητή τίτλους, αλλά κεφάλαιο προς επένδυση (για αγορά τίτλων). Αν η πράξη αυτή δεν προστατευόταν από την νομοθεσία, κατ’ ουσίαν για όσο διάστημα ο διαμεσολαβητής κρατούσε κεφάλαια χωρίς να τα επενδύει και κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανακαλείτο η άδεια λειτουργίας του, ο (μικρό)επενδυτής θα παρέμενε απροστάτευτος. Η Οδηγία 97/9 επιβάλλει στα κράτη μέλη να δημιουργήσουν "συστήματα αποζημίωσης" των επενδυτών στην επικράτεια τους. Ειδικότερα "... Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών" (βλ. άρθρο 2 παρ. 1). Η έννοια του "συστήματος" είναι ευρεία και σημαίνει τον οργανωμένο μηχανισμό αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελούμενο ενδεχομένως από περισσότερα "εξαρτήματα" που ενεργούν προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας. Η τελευταία δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα της δομής του μηχανισμού αυτού και των λεπτομερειών λειτουργίας του, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο εν προκειμένω ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των καταλλήλων μέσων επίτευξής του στα κράτη μέλη. Η Οδηγία 97/9, δεσμεύει τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας), αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξής του στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (άρθρο 249, εδάφιο τρίτο, ΣυνθΕΚ). Η Οδηγία 97/9 προβλέπει μια σειρά όρων, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται ως minimum. Έτσι, "το σύστημα αποζημίωσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώνει τους επενδυτές σχετικά με τη διαπίστωση ή απόφαση που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 2 και, εάν οφείλει να τους αποζημιώσει, για την καταβολή της αποζημιώσεως το ταχύτερο δυνατόν [...]" (άρθρο 9 παρ. 1), ενώ "το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφού αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της" (άρθρο 9 παρ. 2). Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας 97/9 επιβάλλεται μία σαφής και άνευ όρων ή αιρέσεων υποχρέωση του συστήματος να καταβάλλει αποζημιώσεις. "Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές όταν: οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μια επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση", οπότε, όπως ορίζει η ίδια διάταξη "Πρέπει να διασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες... κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως". Επομένως, από την Οδηγία προκύπτει ότι μόλις οι "αρμόδιες αρχές" κράτους μέλους ή οι δικαστικές του αρχές, αναλόγως του ποιες θα επιληφθούν πρώτες, διαπιστώσουν την αδυναμία επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της, το σύστημα αποζημιώνει τους πελάτες (μικροεπενδυτές). Τίθεται επομένως ως υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι το σύστημα που έχουν οργανώσει, ανεξαρτήτως του πώς αυτό διαρθρώνεται, είναι σε θέση να αποζημιώνει τους μικροεπενδυτές, όταν επιχείρηση επενδύσεων περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της. Ως προς την διαπίστωση της κατάστασης αδυναμίας των επιχειρήσεων επενδύσεων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις έναντι των πελατών του ο κοινοτικός νομοθέτης αφήνει στα κράτη μέλη να καθορίσουν πως οι "αρμόδιες αρχές" (ήτοι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση του ελληνικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9), θα διαπιστώσουν την εν λόγω αδυναμία, διότι ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των μέσων στον εθνικό νομοθέτη. Η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών δεν απαγορεύεται, επομένως, να προβλέπει την διαπίστωση της αδυναμίας κάλυψης των υποχρεώσεων επιχείρησης επενδύσεων είτε από την ίδια την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή είτε από άλλο όργανο, ειδικά προς τούτο ορισμένο από την εθνική νομοθεσία. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον δεν πρόκειται για δικαστική αρχή, το ειδικό όργανο θα πρέπει να εποπτεύεται από την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή. Η υποχρέωση του εθνικού συστήματος αποζημίωσης να καταβάλει αποζημιώσεις στους επενδυτές και καταθέτες κεφαλαίων προς επένδυση δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, πλην των περιπτώσεων που ρητά ορίζονται στο ίδιο το κοινοτικό δίκαιο που τις προβλέπει. Τέτοιες εξαιρέσεις προβλέπονται στην Οδηγία 97/9. Πρώτον, η Οδηγία 97/9 αποκλείει την καταβολή αποζημίωσης "για απαιτήσεις απορρέουσες από συναλλαγές για τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες..." (άρθρο 3), δηλαδή όταν πρόκειται για "ξέπλυμα χρήματος". Δεύτερον, η Οδηγία 97/9 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευχέρεια "[...] να προβλέψουν ότι ορισμένοι επενδυτές έχουν μειωμένη κάλυψη ή δεν καλύπτονται καθόλου" (άρθρο 4 παρ. 2), στις περιπτώσεις που αναφέρει στο παράρτημα I αυτής "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡ. 2, 1. θεσμικοί επενδυτές και επαγγελματίες επενδυτές [...] 2. Υπερεθνικοί φορείς, κράτη και κεντρικές διοικητικές αρχές, 3. Περιφερειακές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές αρχές, 4. Διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, εταίροι της επιχείρησης επενδύσεων, που ευθύνονται προσωπικά, εταίροι που κατέχουν τουλάχιστον το 5% του κεφαλαίου της επιχείρησης επενδύσεων, πρόσωπα υπεύθυνα για τη διενέργεια του νομικού ελέγχου των λογαριασμών της επιχείρησης επενδύσεων και επενδυτές που έχουν τις ίδιες ιδιότητες σε άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 5. Στενοί συγγενείς και τρίτοι που ενεργούν για λογαριασμό των επενδυτών που αναφέρονται στο σημείο 4. 6. Άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 7. Επενδυτές οι οποίοι είναι υπαίτιοι για ορισμένες εξελίξεις ή έχουν επωφεληθεί από ορισμένα γεγονότα που αφορούν την επιχείρηση επενδύσεων και έχουν προξενήσει τις οικονομικές της δυσκολίες ή έχουν συμβάλει στην επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης. 8. Εταιρίες οι οποίες λόγω του μεγέθους τους δεν επιτρέπεται να συντάσσουν συνοπτικό ισολογισμό [...]" Οι εξαιρέσεις αυτές είναι συγκεκριμένες και πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά. Επομένως, πλην των ως άνω επιτρεπομένων από την Οδηγία εξαιρέσεων, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διασφαλίσουν την καταβολή αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές από τα συστήματα αποζημίωσης, κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας. "Το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφότου αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της. Σε όλως έκτακτες περιστάσεις, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές παράταση της προθεσμίας, για ειδικές περιπτώσεις. Η εν λόγω παράταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες" (άρθρο 9 παρ. 2). Σημειώνεται συναφώς ότι τον κοινοτικό νομοθέτη ενδιαφέρει η ικανοποίηση, επενδυτών από το σύστημα, εφόσον αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της, χωρίς να προσδιορίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη από ποιον αποδεικνύεται το βάσιμο και προσδιορίζεται το ύψος της. Ορίζει ωστόσο η Οδηγία τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της απαίτησης επενδυτή: το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση, κατά την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που αναφέρονται στην παρ. 2, του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας, η οποία καθορίζεται με αναφορά στην αγοραία αξία όπου είναι δυνατόν, των τίτλων που ανήκουν στον επενδυτή και η επιχείρηση αδυνατεί να αποδώσει ή να επιστρέφει" (άρθρο 2 παρ. 4). Προκύπτει αμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 9 παρ. 2 της Οδηγίας εν συνδυασμώ, ότι ο υπολογισμός του ύψους της απαίτησης γίνεται, κατόπιν - όπως εξυπακούεται- από την απόδειξη του βάσιμου της απαίτησης, άπαξ στο όλο σύστημα αποζημίωσης, η δε καταβολή πρέπει να γίνει εντός της τασσομένης αποκλειστικής προθεσμίας, που τρέχει από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδειξης του βάσιμου και υπολογισμού του ύψους της απαίτησης. Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι σκοπός της Οδηγίας 97/9, ο οποίος διέπει και την ερμηνεία των διατάξεων της είναι, μέσω της δημιουργίας συστήματος αποζημίωσης, να διασφαλίσει την ταχεία, απλή και αποτελεσματική προστασία των μικροεπενδυτών. Ενόψει αυτών, η υποχρέωση σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου συνεπάγεται ότι το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, που Θεσπίζεται προς μεταφορά της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, θα πρέπει να ερμηνεύεται προς τον σκοπό επίτευξης του αποτελέσματος στο οποίο αποβλέπει η Οδηγία, δηλαδή την διασφάλιση της ταχείας και με απλές διαδικασίες καταβολής μίας ελάχιστης αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές, ως αποτελεσματικό μέσο προστασίας των ιδίων αλλά και της εμπιστοσύνης τους προς την κεφαλαιαγορά. Περαιτέρω, με το νόμο 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις" επήλθε από την έναρξη της ισχύος του (11-11-1997) αναδιάρθρωση του προβλεπόμενου με το Ν.Δ. 3078 της 7/11-10-1954 "Κοινού Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" που μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", με το διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό", με σκοπό την επαρκέστερη προστασία του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 97/9/Ε.Κ. Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997. Με την Οδηγία αυτή βελτιώθηκαν οι προβλεπόμενοι κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, που είχαν τεθεί με την προηγούμενη σχετική Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, για την προστασία των επενδυτών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία και την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτό. Το Συνεγγυητικό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με χαρακτήρα εξασφαλιστικό και διέπεται ως προς κάθε θέμα, που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, ενώ είναι υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση της εκάστοτε παροχής καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, η συμμετοχή (με τις αναγραφόμενες βέβαια, στο νόμο εξαιρέσεις) κάθε Ε.Π.Ε.Υ. σε αυτό (άρθρα 61 παρ. 2 και 64). Σκοπός του, κατά το άρθρο 63 του ιδίου ως άνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής μη αναστρέψιμης αδυναμίας Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών. Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την … ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από Ε.Π.Ε.Υ. προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεών της προς εντολείς, δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά Ε.Π.Ε.Υ. και ε) η ανάκληση της άδειας σύστασης Ε.Π.Ε.Υ. και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 1806/1988. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή της θέσης της Ε.Π.Ε.Υ. σε ειδική εκκαθάριση, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους, που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση τα παραστατικά και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται στη διάθεση της Ε.Π.Ε.Υ. ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη και τα οποία ο επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό (άρθρο 65 παρ. 7). Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, η αποζημίωση του εντολέα για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά Ε.Π.Ε.Υ., που απορρέουν από πράξεις ή παραλείψεις της, δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το μικρότερο των εξής ποσών: α) της συνολικής απαίτησης του εντολέα, όπως θα προσδιοριστεί με απόφαση του Συνεγγυητικού ή β) του ποσού των 30.000,00 ευρώ, όπως το ποσό αυτό ορίστηκε με την ΥΑ (ΥΠΕΘΟ) 14082/Β.809/2000 (ΦΕΚ Β’ 467). Η λήψη των αποφάσεων που αφορούν τα δικαιώματα αποζημίωσης εντολέων και την αποτίμηση των απαιτήσεών τους, ανατίθεται, από το Διοικητικό Συμβούλιο, σε ειδική επιτροπή αποζημιώσεων, η οποία αποτελείται από πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται από το ΔΣ του Συνεγγυητικού και ο διορισμός τους εγκρίνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ίδιου ως άνω ν. 2533/1997 και για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο ΧΑΑ ή, που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο ΧΑΑ, γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ ή, που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ, δ) από την 26.9.1998 ή από προγενέστερη ημερομηνία, που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων α έως γ της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων α(ι), γ και δ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, που είναι: 1) η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα: αα) κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ) τίτλοι της χρηματαγοράς, γγ) τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ) προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ) δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως, δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων (βλ. εδάφ. α.ι.), 2) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α(ι), 3) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους, που αναφέρονται υπό α(ι) και 4) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων, που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α(ι) ή και η διάθεση τους (βλ. εδαφ. 6), Με την ίδια ως άνω διάταξη ως "κινητές αξίες" νοούνται οι κινητές αξίες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2396/1996, ως "χρηματιστηριακά πράγματα" οι κάθε φύσης κινητές αξίες, οι οποίες εκάστοτε αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο ΧΑΑ (παρ. 25) και ως "χρηματιστηριακές συναλλαγές" οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, που καταρτίζονται στο ΧΑΑ, σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις (παρ. 26). Κατά το άρθρο 2 εδ. 6 και 7 του ν. 2396/1996, με τον οποίο σκοπήθηκε κυρίως η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της υπ’ αρ. 93/22/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών και της υπ’ αρ. 93/6 ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως κινητές αξίες νοούνται : α) Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β) Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, γ) κάθε άλλος τίτλος, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή, που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Ως τίτλοι χρηματαγοράς νοούνται τα χρηματοπιστωτικά μέσα, που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην χρηματαγορά. Με το εδ. 18 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται, ότι χρηματοπιστωτικά μέσα είναι τα μέσα, που ορίζονται στην παρ. 1 α(ι) του παρόντος άρθρου και ότι στην έννοια των χρηματοπιστωτικών αυτών μέσων δεν εμπίπτουν οι διατραπεζικές καταθέσεις. Από όλες τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει, ότι το "Συνεγγυητικό" καταβάλλει αποζημίωση στους πελάτες των Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες διαπιστωμένα αδυνατούν να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, που περιοριστικά και αποκλειστικά αναφέρονται στην παρ. 12 του άρθρου 1 του ν. 2533/1997. Μεταξύ των καλυπτομένων αυτών επενδυτικών υπηρεσιών είναι και η κύρια επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 2396/1996, στην οποία ρητά παραπέμπει η διάταξη του 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997. Από όσα αναλυτικά προεκτέθηκαν προκύπτει ότι το άρθρο 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997 παρέχει χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από την Οδηγία 97/9 και ως εκ τούτου η ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως της ως άνω Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου. Από τα άρθρα 1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 8 παρ. 1 και 3 της Οδηγίας θεωρείται ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία όχι μόνο κάθε πράξη λήψης διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σχέση με τέτοιες επενδυτικές υπηρεσίες. Ενόψει αυτού, κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελατών, δεν απαιτείται να έχει μόνο ως περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν σε σχέση με επένδυση. Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του Ν. 2396/1996 θεσπίστηκαν στο πλαίσιο ενσωμάτωσης της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι στενότερο εκείνου της Οδηγίας 97/9, διότι ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων ,προς επένδυση (ΑΠ 858/2014, 631/2011, 533/2011). Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες σκέψεις και το εκτιθέμενο ιστορικό της αγωγής η ένδικη αγωγή των εκκαλούντων - καλούντων είναι ορισμένη και νόμιμη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της από το παρόν Δικαστήριο.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες - ενάγοντες έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι εκκαλούντες συνήψαν με την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", τις ακόλουθες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που είναι μεταξύ τους πανομοιότυπες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ρήτρα Ι.1. της σύμβασης, η ανωτέρω Ε.Π.Ε.Υ. ανέλαβε να παράσχει στους ενάγοντες υπηρεσίες διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, οι οποίες συνίσταντο ιδίως στις εξής συναλλαγές: "1.1. Πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια, του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξίων εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος (στο εξής : κινητές αξίες). 1.2. Επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές. 1.3. Τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς. 1.4. Διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του Χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών. 1.5. Ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. 1.6. Φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου". Σύμφωνα με τη ρήτρα 1.2. της αυτής σύμβασης "Ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου αναλαμβάνει η Εταιρεία, νοείται κάθε ποσόν, το οποίο ο Πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της Εταιρείας για το σκοπό της διαχειρίσεως αυτού από την τελευταία, και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο Πελάτης στην Εταιρεία για τον σκοπό της διαχειρίσεως αυτού από την τελευταία καθώς επίσης οι κινητές αξίες στις οποίες επενδύεται από την Εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσόν και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του Πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του Πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών (τίτλων) για λογαριασμό του και την ρευστοποίηση των κινητών αξιών του". Επομένως, η ανωτέρω Ε.Π.Ε.Υ. παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία, και πλέον συγκεκριμένα "διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων" κατ’ άρθρο 2 παρ. 1γ’ του ν. 2396/1996, η οποία συνιστά "καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία" κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το φως της Οδηγίας 97/9, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Σύμφωνα με τη ρήτρα
ΙΙΙ.3. της αυτής σύμβασης διαχείρισης χαρτοφυλακίου "Ο Πελάτης δύναται να παρέχει έγγραφες οδηγίες στην Εταιρία για την τήρηση γενικών αρχών στην διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, άλλως η διαχείριση του χαρτοφυλακίου γίνεται από την Εταιρία κατά την κρίση της, με σκοπό την καλύτερη δυνατή απόδοση αυτού". Επιπλέον, συμφωνήθηκε η παροχή εκτεταμένης εξουσιοδότησης προς την Ε.Π.Ε.Υ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη ρήτρα V "1. Ειδικώς ο Πελάτης παρέχει με την παρούσα στην Εταιρεία την εξουσιοδότηση, όπως αυτή δια των αρμοδίων οργάνων της εκπροσωπεί αυτόν έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιρειών, θεσμικών επενδυτών και κάθε είδους επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, για τη διενέργεια κάθε πράξεως η οποία είναι απαραίτητη για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, ιδίως δε δίδουσα προς αυτούς εντολές : 1.1. Για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό του Πελάτη, ως αντιπρόσωπος αυτού, 1.2. Για να αγοράζει ή να πωλεί για λογαριασμό του Πελάτη ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, καθώς και κάθε είδους χρηματοπιστωτικά μέσα, 1.3. Για να αποκτά ή να διαθέτει για λογαριασμό του Πελάτη μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και δικαιώματα συμμετοχής στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εταιριών εκδοτριών τίτλων, συγκροτουσών το χαρτοφυλάκιο αυτού, 1.4. Για να εισπράττει μερίσματα και τόκους των αποτελουσών το χαρτοφυλάκιο αυτού κινητών αξιών, καθώς και το προϊόν ρευστοποιήσεις των ιδίων των κινητών αξιών, 1.5. Για να καταθέτει το προϊόν ρευστοποιήσεως στοιχείων του χαρτοφυλακίου ή τα παραδιδόμενα σ’ αυτήν μετρητά σε τραπεζικούς λογαριασμούς, δυναμένης της Εταιρείας και να προβαίνει σε άνοιγμα στο όνομα του Πελάτη των λογαριασμών αυτών σε τράπεζα της επιλογής της καθώς και να κινεί αυτούς στο όνομα του Πελάτη, ως αντιπρόσωπος του, 1.6. Για να εισφέρει τους συγκροτούντες το χαρτοφυλάκιο τίτλους σε αμοιβαία κεφάλαια για την απόκτηση μεριδίων για λογαριασμό του Πελάτη, 1.7.Για να εκπροσωπεί τον Πελάτη στις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών, των οποίων οι μετοχές συγκροτούν το χαρτοφυλάκιο, 1.8. Για να διενεργεί κάθε πράξη, η οποία κρίνεται από την Εταιρία σκόπιμη ή επωφελής με σκοπό την αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου, 1.9. Για να διενεργεί οποιαδήποτε άλλη πράξη απαραίτητη για την εκτέλεση και περάτωση των συναλλαγών στα πλαίσια της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου. 2. Επίσης παρέχει ο Πελάτης με την παρούσα την εξουσιοδότηση στην Εταιρεία, όπως εκπροσωπεί αυτόν : 2.1. Έναντι οιασδήποτε ανωνύμου χρηματιστηριακής εταιρείας για να οπισθογραφεί για λογαριασμό του Πελάτη, σύμφωνα με το άρθρο 5 και 1 του νόμου 3330/1955, τις ονομαστικές μετοχές κυριότητος του, οι οποίες πωλούνται χρηματιστηριακώς, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα τα αφορώντα στις μετοχές αυτές και γενικώς να ενεργεί και να υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του κάθε πράξη και έγγραφο που είναι αναγκαία για την πώληση και μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών του ή των σχετικών αποθετηρίων εγγράφων καθώς και για την απόκτηση και τη διάθεση χρηματοπιστωτικών μέσων. 2.2. Έναντι οιασδήποτε ανωνύμου εταιρίας ή αναδόχου εκδόσεως για την συμμετοχή, στο όνομα του Πελάτη, στην αύξηση κεφαλαίου και την απόκτηση των εκδιδομένων μετοχών. 2.3. ‘ Έναντι οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου για την κατάρτιση των απαραιτήτων δικαιοπραξιών και γενικώς τη διενέργεια όλων των πράξεων, οι οποίες είναι αναγκαίες για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Πελάτη. 3. Οι ως άνω εξουσιοδοτήσεις είναι ανέκκλητες για το χρονικό διάστημα ισχύος της παρούσας και μέχρι της εκκαθαρίσεως των συναλλακτικών σχέσεων του Πελάτη με την Εταιρεία, καθόσον αυτές αφορούν και το συμφέρον της Εταιρείας, η οποία ρητώς δηλώνει ότι αποδέχεται τις χορηγηθείσες εξουσιοδοτήσεις". Με την ίδια σύμβαση, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε αορίστου χρόνου, αρχόμενη από της καταβολής του χρηματικού ποσού ή της παράδοσης των περιλαμβανομένων στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του Πελάτη τίτλων, και λήγουσα την ημέρα της γραπτής γνωστοποίησης της καταγγελίας της από οποιονδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη στο άλλο (βλ. ρήτρα VIII.1.), οι ενάγοντες συμφώνησαν επίσης την προμήθεια - αμοιβή της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ. για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους, υπολογιζόμενης σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσής τους και σε ποσοστό 25% επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου τους, βάσει ορισμένου τρόπου υπολογισμού της υπεραπόδοσης επί της αύξησης ορισμένων διεθνών γενικών δεικτών τιμών χρηματιστηρίων (ρήτρα VII της σύμβασης). Πλέον συγκεκριμένα μεταξύ της άνω Ε.Π.Ε.Υ (εφεξής Εταιρία) και: 1) του πρώτου ενάγοντα Σ. - Δ. Μ. καταρτίσθηκε η από 12-1-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην ALPHA BANK το ποσό των 14.966,98 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 12-1-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-1-2001 και λήγουσα την 15-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 20-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.891,65 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 23-4-2001 έως 23-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 27-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.394,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-7-2001 έως 30-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 19-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA ΒΑΝΚ, για το χρονικό διάστημα από 22-10-2001 έως 22-1-2002. Με το Προσάρτημα Α/5 της 5-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.643,08 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6-11-2001 έως 6-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/6 της 15-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.802,64 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 έως 16-2-2002. 2) του δεύτερου ενάγοντα Χ. Μ. καταρτίσθηκε η από 1-9-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 5.500.000 δραχμών, και με το Προσάρτημα Α/1 της 1-9-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 4-9-2000 και λήγουσα την 4-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 6-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.200.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 7-11-2000 έως 7-2-2001. Με το Προσάρτημα A/3 της 8-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.128.931 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 11-12-2000 έως 11-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 13-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 14-3-2001 έως 14-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 13-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.572,85 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 14-2-2001 έως 14-5-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 15-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 18.705,50 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 16-3-2001 έως 16-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 18-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.606,26 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-5-2001 έως 21-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 20-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.300,34 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-6-2001 έως 21-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 21-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 19.513,46 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 22-6-2001 έως 22-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 27-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.277,99 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-8-2001 έως 28-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 27-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.524,02 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-9-2001 έως 28-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/12 της 27-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 19.814,31 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 28-9-2001 έως 28-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/13 της 19-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.966,98 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 22-10-2001 έως 22-1-2002. 3) του τρίτου ενάγοντα Ι. Ά., καταρτίσθηκε η από 29-2-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.075.000 δραχμών, και με το Προσάρτημα Α/1 της 29-2-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 1-3-2000 και λήγουσα την 1-6-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 3-3-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.075.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 έως 6-6-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 8-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.823.721 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 9-6-2000 έως 9-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/4 της 13-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.826.252 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 14-6-2000 έως 14-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/5 της 25-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 26-9-2000 έως 26-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/6 της 10-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 73.367,57 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 11-1-2001 έως 11-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 19-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-4-2001 έως 20-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 19-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.412,33 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-4-2001 έως 20-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 26-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.944,28 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 έως 27-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 26-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 έως 27-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 1-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.190,25 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 2-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/12 της 1-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.803,45 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 2-2-2002. 4) της τέταρτης ενάγουσας Χ. Μ., καταρτίσθηκε η από 18-4-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 29.347,03 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 23-4-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 24-4-2001 και λήγουσα την 24-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 30-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 31-7-2001 έως 31-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 2-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 26.412,33 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 5-11-2001 έως 5-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/4 της 6-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.949,95 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 7-11-2001 έως 7-2-2002. 5) της πέμπτης ενάγουσας Μ. Κ., καταρτίσθηκε η από 1-6-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 56.361,15 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 1-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 5-6-2001 και λήγουσα την 5-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 1-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Πίστεως, για το χρονικό διάστημα από 5-6-2001 έως 5-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 11-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.398,65 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2001 έως 12-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 11-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 59.154,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2001 έως 12-12-2001. 6) του έκτου ενάγοντα Σ. Μ., καταρτίσθηκε η από 24-10-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην ALPHA BANK το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 24-10-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 25-10-2000 και λήγουσα την 25-1-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 16-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ. που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τήρησε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 έως 17-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 20-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ. που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 21-11-2000 έως 21-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 18-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 19-1-2001 έως 19-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 22-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.626,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 23-2-2001 έως 23-5-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 28-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.665,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 1-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 25-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 26-4-2001 έως 26-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 29-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία ή διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 30-5-2001 έως 30-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 7-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-6-2001 έως 8-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 1-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-8-2001 έως 2-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/12 της 5-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-9-2001 έως 6-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/13 της 13-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-9-2001 έως 14-12-2001. Με το Προσάρτημα Α/14 της 8-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-11-2001 έως 9-2-2002. 7) του έβδομου ενάγοντα Σταύρου Τόκα, καταρτίσθηκε η από 6-6-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 14.673,51 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 13-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 14-6-2001 και λήγουσα την 14-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.021,17 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 21-9- 2001 έως 21-12-2001. 8) του όγδοου ενάγοντα Α. Κ. καταρτίσθηκε η από 24-11-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 10.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 30-11-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 1-12-2000 και λήγουσα την 1-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 7-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.433,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 έως 8-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 14-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 32.720,89 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 15-6-2001 έως 15-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 33.571,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 21-9-2001 έως 21-12-2001. 9) του ένατου ενάγοντα Δ. Σ., καταρτίσθηκε η από 11-8-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 11-8-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 14-8-2000 και λήγουσα την 14-11-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 11-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 12-9-2000 έως 12-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 16-10-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 6.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 17-10-2000 έως 17-1-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 21-11-2000 έως 21-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 18-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 19-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 23-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 24-1-2001 έως 24-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/7 της 23-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 26-3-2001 έως 26-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/8 της 30-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 23.477,62 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 2-5-2001 έως 2-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/9 της 2-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-7-2001 έως 3-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/10 της 8-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 9-8-2001 έως 9-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 9-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.673,51 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 10-10-2001 έως 10-1-2002. Με το Προσάρτημα Α/12 της 15-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347.03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 έως 16-2-2002. 10) του δέκατου ενάγοντα Ν. Π., καταρτίσθηκε η από 28-7-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 6.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 28-7-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 31-7-2000 και λήγουσα την 31-10-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 17-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 9.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 20-11-2000 έως 20-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 11-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 12-6-2001 έως 12-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 20-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 21-9-2001 έως 21-12-2001. 11) της ενδέκατης ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." καταρτίσθηκε η από 15-2-2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης και η από 14-3-2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, σ’ εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε σε μετρητά στο ταμείο της Εταιρίας το ποσό των 10.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 14-3-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-3-2000 και λήγουσα την 15-6-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 18-4-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-4-2000 έως 19-7-2000. Με το Προσάρτημα Α/4 της 22-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 11.301.628 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 23-6-2000 έως 23-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/5 της 23-6-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 26-6-2000 έως 26-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/6 της 26-7-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.247.145 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 27-7-2000 έως 27-10-2000. Με το Προσάρτημα Α/7 της 18-8-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 14.856.821 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 21-8-2000 έως 21-11-2000. Με το Προσάρτημα Α/8 της 4-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 5-9-2000 έως 5-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/9 της 28-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 12.448.997 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 29-9-2000 έως 29-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/10 της 10-10-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 15.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 11-10-2000 έως 11-1-2001. Με το Προσάρτημα Α/11 της 27-11-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.074.853 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 28-11-2000 έως 28-2-2001. Με το Προσάρτημα Α/12 της 11-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 13.234.982 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 12-12-2000 έως 12-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/13 της 8-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 37.919,02 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-1-2001 έως 9-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/14 της 17-1-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 46.082,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-1-2001 έως 18-4-2001. Με το Προσάρτημα Α/15 της 8-2-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 54.117,30 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-2-2001 έως 9-5-2001. Με το Προσάρτημα Α/16 της 6-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.303,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 7-3-2001 έως 7-6-2001. Με το Προσάρτημα Α/17 της 17-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 39.908,98 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-4-2001 έως 18-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/18 της 24-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.348,59 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-4-2001 έως 25-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/19 της 15-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.234,28 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 16-5-2001 έως 16-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/20 της 13-6-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 52.736,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-6-2001 έως 14-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/21 της 24-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 40.786,13 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-7-2001 έως 25-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/22 της 31-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 52.326,22 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2001 έως 1-11-2001. Με το Προσάρτημα A/23 της 3-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 50.829,65 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 έως 6-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/24 της 22-8-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 61.894,79 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 23-8-2001 έως 23-11-2001. Με το Προσάρτημα Α/25 της 15-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 58.694,06 ευρώ που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 16-10-2001 έως 16-1-2002. Με το Προσάρτημα Α/26 της 29-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 59.294,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2001 έως 1-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/27 της 12-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 57.040,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-11-2001 έως 13-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/28 της 7-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 57.091,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 8-11-2001 έως 8-2-2002. Με το Προσάρτημα Α/29 της 29-11-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 67.249,54 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 30-11-2001 έως 2-3-2002. 12) του δωδέκατου ενάγοντα, Φ. Κ., θανόντος ήδη την 25-3-2012 και συνεχίζουσας μετά την βιαία διακοπή της δίκης, η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, σύζυγός του Ό. Κ. (βλ. και ΑΠ 863/2014), καταρτίσθηκε η από 11-9-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 15-9-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 18-9-2000 και λήγουσα την 18-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 22-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 5.246.257 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 27-12-2000 έως 27-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 2-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του πόσου των 15.992,32 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-4-2001 έως 3-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 9-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 16.532,02 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 10-7-2001 έως 10-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 16-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 17.753,18 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 17-10-2001 έως 17-1-2002. 13) του δέκατου τρίτου ενάγοντα Σ. Φ., καταρτίσθηκε η από 9-6-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 5.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 9-6-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 12-6-2000 και λήγουσα την 12-9-2000. Με το Προσάρτημα Α/2 της 18-9-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχειριστικού ποσού των 5.000.000 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 19-9-2000 έως 19-12-2000. Με το Προσάρτημα Α/3 της 27-12-2000 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 10.000.000 δρχ., που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 28-12-2000 έως 28-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/4 της 3-4-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 4-4-2001 έως 4-7-2001. Με το Προσάρτημα Α/5 της 10-7-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-7-2001 έως 11-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/6 της 17-10-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 29.347,03 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 18-10-2001 έως 18-1-2002. 14) του δέκατου τέταρτου ενάγοντα Μ. Κ., καταρτίσθηκε η από 12-2-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Εργασίας το ποσό των 20.542,92 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 14-2-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 15-2-2001 και λήγουσα την 15-5-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 21-5-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.865,74 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 22-5-2001 έως 22-8-2001. Με το Προσάρτημα Α/3 της 28-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.915,63 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Εθνική Τράπεζα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 1-10-2002. 15) της δέκατης πέμπτης ενάγουσας Μ. χήρας Χ. Δ., καταρτίσθηκε η από 18-12-2000 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 7.000.000 δρχ., και με το Προσάρτημα Α/1 της 21-12-2000 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 22-12-2000 και λήγουσα την 22-3-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 28-3-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 30.022,31 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην Τράπεζα Εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 29-3-2001 έως 29-7-2001. 16) του δέκατου έκτου ενάγοντα Ε. Φ., καταρτίσθηκε η από 4-6-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Τράπεζα Πίστεως το ποσό των 29.347,03 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 5-6-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 6-6-2001 και λήγουσα την 6-9-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 12-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 31.248,23 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-9-2001 έως 13-12-2001. Και 17) του δέκατου έβδομου ενάγοντα Α. Κ., καταρτίσθηκε η από 6-7-2001 σύμβαση, σ’ εκτέλεση της οποίας ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό που τηρούσε η Εταιρία στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 23.477,62 ευρώ, και με το Προσάρτημα Α/1 της 6-7-2001 η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου ορίσθηκε τρίμηνη αρχόμενη την 9-7-2001 και λήγουσα την 9-10-2001. Με το Προσάρτημα Α/2 της 10-9-2001 ανατέθηκε στην Εταιρία η διαχείριση του ποσού των 20.757,23 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε αυτή στην ALPHA BANK, για το χρονικό διάστημα από 11-9-2001 έως 11-12-2001.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι στα ανωτέρω κεφάλαια που διέθεταν οι εκκαλούντες τα διέθεταν προς επένδυση, δηλ. κατατέθηκαν προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.α (i) του ν. 2396/1996 και όχι για τη διαχείρισή τους από την Ε.Π.Ε.Υ. ανεξαρτήτως της μικρής χρονικής διάρκειας των επιμέρους συμβάσεων, κατά τους ανωτέρω ειδικότερους όρους και μάλιστα για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Ενισχυτικό τούτου είναι και το ότι όσα εκ των προαναφερθέντων χρηματικών ποσών δεν κατατίθεντο σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η Εταιρεία, κατατίθεντο σε μετρητά στο ταμείο αυτής και εκδίδονταν προς τούτο οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης που αναγράφονταν, όπως και τα καταθετήρια των τραπεζών, στα σχετικά προσαρτήματα, που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της κάθε σύμβασης και παρέμεναν εκεί μέχρι να επενδυθούν κατά την κρίσης της Ε.Π.Ε.Υ. σε επενδυτικά μέσα που αυτή εκτιμούσε ως κατάλληλα και πρόσφορα κατά την κάθε περίπτωση εκάστου ενάγοντα - εκκαλούντα. Οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν στην άνω Ε.Π.Ε.Υ. οποιαδήποτε οδηγία προφορική ή έγγραφη, για τον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, ο οποίος αποφασιζόταν από αυτήν κατά την απόλυτη κρίση της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ρήτρα III.3. των επίμαχων συμβάσεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθ. 7/234/27-12-2001 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της υπόψη Ε.Π.Ε.Υ, τέθηκε αυτή υπό εκκαθάριση, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 4 και 4α του ν. 1806/1998, και διορίσθηκε επόπτης της εκκαθάρισης, ενώ με την υπ’ αριθ. …/2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. στις 12-2-2002, ανακλήθηκε η υπ’ αριθ. …/29-6-1998 απόφαση περί χορήγησης άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. Οι ενάγοντες ανήγγειλαν νομίμως κι εμπροθέσμως τις απορρέουσες από τις ως άνω συμβάσεις διαχείρισης απαιτήσεις τους στον ορισθέντα εκκαθαριστή προσκομίζοντας και τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα. Ο εκκαθαριστής προέβη στην επαλήθευση των απαιτήσεων των εναγόντων : για τον πρώτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 42.352,62 ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα ως προς το ποσό των 57.981,45 ευρώ, για τον τρίτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 53.942,97 ευρώ, για την τέταρτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 31.730,94 ευρώ, για την πέμπτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 69.777,35 ευρώ, για τον έκτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 58.605,39 ευρώ, για τον έβδομο ενάγοντα ως προς το ποσό των 14.413,79 ευρώ, για τον όγδοο ενάγοντα ως προς το ποσό των 28.827,59 ευρώ, για τον ένατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 31.167,10 ευρώ, για τον δέκατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 22.620,22 ευρώ, για την ενδέκατη ενάγουσα ως προς το ποσό των 216.654,63 ευρώ, για τον δωδέκατο ενάγοντα ως προς το ποσό των 13.720,79 ευρώ, για τον δέκατο τρίτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 21.662,69 ευρώ, για τον δέκατο τέταρτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 17.413,23 ευρώ, για την δέκατη πέμπτη ενάγουσα ως προς το ποσό των 23.087,45 ευρώ, για τον δέκατο έκτο ενάγοντα ως προς το ποσό των 28.827,59 ευρώ και για τον δέκατο έβδομο ενάγοντα ως προς το ποσό των 18.898,66 ευρώ. Βάσει της παραπάνω επαλήθευσης των απαιτήσεων κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής κατέβαλε στον καθένα από τους ενάγοντες το 10% της επαληθευθείσας απαίτησης του, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 7 του ν. 1806/1988, επειδή το χρηματικό ποσό που η υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε.Υ κατείχε για λογαριασμό των επενδυτών δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση τους.
Συνεπώς, παρέμεινε η εκκαθαρισθείσα απαίτηση του πρώτου ενάγοντα για ποσό 38.117,36 (42.352,62 - 4.235,26) ευρώ, του δευτέρου ενάγοντα για ποσό 52.183,31 (57.981,45 - 5.798,14) ευρώ, του τρίτου ενάγοντα για ποσό 48.548,70 (53.942,97 - 5.394,20) ευρώ, της τέταρτης ενάγουσας για ποσό 28.557,90 (31.730,94 - 3.171,30) ευρώ, της πέμπτης ενάγουσας για ποσό 62.799,70 (69.777,35 - 6.977,70) ευρώ, του έκτου ενάγοντα για ποσό 52.744,85 (58.605,39 - 5.860,54) ευρώ, του έβδομου ενάγοντα για ποσό 12.972,41 (14.413,79 - 1.441,38) ευρώ, του όγδοου ενάγοντα για ποσό 25.944,90 (28.827,59 - 2.882,70) ευρώ, του ένατου ενάγοντα για ποσό 28.050,40 (31.167,10 - 3.116,70) ευρώ, του δέκατου ενάγοντα για ποσό 20.358,20 (22.620,22 - 2.262,10) ευρώ, της ενδέκατης ενάγουσας για ποσό 194.989,20 (216.654,63 - 21.665,50) ευρώ, του δωδέκατου ενάγοντα για ποσό 12.348,80 (13.720,79 - 1.372,00) ευρώ, του δέκατου τρίτου ενάγοντα για ποσό 19.496,50 (21,662,69 - 2.166,20) ευρώ, του δέκατου τέταρτου ενάγοντα για ποσό 15.671,90) (17.413,23 - 1.741,30) ευρώ, της δέκατης πέμπτης ενάγουσας για ποσό 20.778,71 (23.087,45 - 2.308,75) ευρώ, του δέκατου έκτου ενάγοντα για ποσό 25.944,80 (28.827,59 - 2.882,80) ευρώ, του δέκατου έβδομου ενάγοντα για ποσό 17.008,80 (18.898,66 - 1.889,90) ευρώ. Ακολούθως ο επόπτης εκκαθαριστής της άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ. 8 του ν. 1806/1988, ενημέρωσε και υπέβαλε κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας στην προβλεπόμενη από την παρ. 6 του άρθρου 68 του ν. 2533/1997 Επιτροπή Αποζημιώσεων του εναγομένου "Συνεγγυητικού", για τις υποβληθείσες και επαληθευθείσες απαιτήσεις των εναγόντων, που δεν ικανοποιήθηκαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, προκειμένου αυτή ν’ αποφασίσει για ποιές από αυτές υπάρχει υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" για καταβολή της εκ του νόμου αποζημίωσης στον καθένα εντολέα ισόποσης με το υπόλοιπο της απαίτησής τους, και μέχρι του ποσού των 30.000,00 ευρώ ανά εντολέα, εφόσον το ύψος της απαίτησής τους υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ (άρθρο 66 παρ.1 του ν. 2533/1997, σε συνδ. με Απ. ΥΠΕΘΟ 14082/Β.809/4-4-2000). Το "Συνεγγυητικό" με τις από 20-9-2004 επιστολές του απευθυνόμενο προς τους ενάγοντες ενημέρωσε αυτούς ότι για τις αναγγελθείσες και επαληθευθείσες απαιτήσεις τους κατά της ανωτέρω υπό εκκαθάριση τελούσας Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν υπάρχει υποχρέωση του προς καταβολή αποζημίωσης διότι οι εν λόγω απαιτήσεις τους δεν προέρχονται από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2533/1997, επενδυτικές υπηρεσίες, κατέταξε δε ως μόνους δικαιούχους αποζημίωσης τον πρώτο ενάγοντα για το ποσό των 245,97 ευρώ, τον έκτο ενάγοντα για το ποσό των 5.653,89 ευρώ, την ενδέκατη ενάγουσα για το ποσό των 4.792,80 ευρώ και τον δέκατο έβδομο ενάγοντα για το ποσό των 5.521,97 ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη και σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, τα παραπάνω κεφάλαια κατατέθηκαν από τους ενάγοντες στην άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία και συνεπώς, καλύπτονται από την Οδηγία 97/9, η οποία είναι σαφής και ορισμένη και υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου στο βαθμό που αυτές αντιτίθενται στην παρεχόμενη προστασία της παραπάνω Οδηγίας. Τα κεφάλαια αυτά δεν ήταν απαραίτητο να έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι αυτά δόθηκαν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, συνεπώς, καλύπτονται αποζημιωτικώς από το "Συνεγγυητικό" από τη στιγμή που περιέρχονται στην κατοχή της Ε.Π.Ε.Υ., χωρίς να τίθεται από το νόμο ως όρος η εκτέλεση μιας τουλάχιστον χρηματιστηριακής συναλλαγής ή η ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιο των τίτλων αυτής. Εξάλλου ο καθορισμός, με τα προσαρτήματα των εγγράφων συμφωνιών των εναγόντων με την άνω Ε.Π.Ε.Υ., περιορισμένης (τρίμηνης) διάρκειας διαχείρισης του κεφαλαίου, ανανεούμενης, ουδόλως στερεί τα κεφάλαια αυτά του χαρακτηρισμού τους ότι δίδονταν και ήταν κεφάλαια προς επένδυση, προσδίδοντας και σε αυτά, το χαρακτήρα της αρχικής κύριας συμφωνίας ως σύμβασης εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, με το αρχικά καταβληθέν κεφάλαιο. Έτσι με τις συμβάσεις αυτές ουδόλως επηρεάζεται η νομική θέση του εναγομένου ως καθ’ υποκατάσταση υπόχρεου προς αποζημίωση των εναγόντων, λόγω μη εκπλήρωσης των προς αυτούς συμβατικών υποχρεώσεων της αντισυμβαλλόμενης Α.Ε.Π.Ε.Υ. και υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Επομένως, αφού οι ενάγοντες και όλες οι συμβάσεις που συνήψαν με την αντισυμβαλλόμενή τους Α.Ε.Π.Ε.Υ., κατέθεσαν δε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά στην ως άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκ μέρους της προς αυτούς και αφού και η εν λόγω κατοχή των ποσών αυτών συνιστά καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, το εναγόμενο υποχρεούται να αποζημιώσει αυτούς. Κατ’ ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη δεχόμενο ότι η κατάθεση των χρημάτων αυτών δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία και παραλείποντας να ερμηνεύσει τις διατάξεις του ν. 2533/1997 και του ν. 2396/1996, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας 97/9, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 249 εδ. γ’ της ΣυνθΕΚ, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1γ’ , παρ.1 α(i), παρ.6γ’ και παρ. 18 του ν. 2396/1996 και 4 παρ. 1 του ν. 2076/1992, όπως αντικ. με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 2937/2001, 65 παρ. 7 και 8, 68 παρ. 5-6 ν. 2533/1997, 4α παρ. 8 του ν. 1806/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2651/1998.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί κατά το άρθρο 535§1 ΚΠολΔ και εκδικασθεί εκ νέου από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους οι εκκαλούντες ενάγοντες παραπονούνται για την άνω εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τη συνακόλουθη με αυτά απόρριψη της ένδικης αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό και ακολούθως να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο "Συνεγγυητικό" να καταβάλει: στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός της, το ποσό των 27.367,94 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 12.431,90 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό 24.863,79 ευρώ, στον ένατο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 26.881,57 ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 19.509,94 ευρώ, στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, στην συνεχίζουσα την βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του δωδέκατου ενάγοντος Ό. χήρα Φ. Κ. (βλ. υπ’ αριθμ. 863/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου), κατόπιν περιορισμού του αιτήματος του, το ποσό των 11.634,18 ευρώ, στον δέκατο τρίτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 18.684,07 ευρώ, στον δέκατο τέταρτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 15.018,91 ευρώ, στην δέκατη πέμπτη ενάγουσα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός της, το ποσό των 19.912,93 ευρώ, στον δέκατο έκτο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 24.863,79 ευρώ, και στον δέκατο έβδομο ενάγοντα, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός του, το ποσό των 10.778,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων - εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας θα επιβληθούν εις βάρος του εφεσιβλήτου - εναγομένου, κατά παραδοχή του νομίμου περί τούτου αιτήματος τους (άρθρα 183 και 176 του ΚΠολΔ), κατά οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 8-5-2007 έφεση και τον από 17-5-2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ’ αριθ. 3674/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση όσον αφορά το εφεσίβλητο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...".
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 16-9-2004 αγωγής.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." να καταβάλει : 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 2) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 3) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 4) στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 27.367,94 ευρώ, 5) στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 6) στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 7) στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 12.431,90 ευρώ, 8) στον όγδοο ενάγοντα το ποσό 24.863,79 ευρώ, 9) στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 26.881,57 ευρώ, 10) στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των 19.509,94 ευρώ, 11) στην ενδέκατη ενάγουσα το ποσό των 30.000,00 ευρώ, 12) στην συνεχίζουσα την βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του δωδέκατου των εναγόντων Ό. χήρα Φ. Κ. το ποσό των 11.634,18 ευρώ, 13) στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το ποσό των 18.684,07 ευρώ, 14) στον δέκατο τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 15.018,91 ευρώ, 15) στην δέκατη πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 19.912,93 ευρώ, 16) στον δέκατο έκτο ενάγοντα το ποσό των 24.863,79 ευρών και 17) στον δέκατο έβδομο ενάγοντα το ποσό των 10.778,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εφεσίβλητο - εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων - εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (14.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ