167/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2564/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2013 αίτησή της και τους από 3/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated167/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 4/1998). Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 167 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 167/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ι. Κ. Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Πιοτόπουλο και Γεώργιο Ιατρού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2564/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2013 αίτησή της και τους από 3/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 19/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17/10/2013 αίτησης και των από 3/12/2014 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 739/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί ή ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στα έξοδα του αντιδίκου.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. β' του ίδιου κώδικα, το δικαστήριο δεν προχωρεί στην συζήτηση του ενδίκου μέσου ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με το ένδικο αυτό μέσο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την επιβολή της προβλεπόμενης εγγύησης, απαιτείται κατ` αρχήν αίτηση του εναγομένου, καθού η κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο, η οποία προκειμένου για την συζήτηση ενδίκου μέσου υποβάλλεται με τις προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ.
γ Κ.Πολ.Δ) και περαιτέρω η συνδρομή προφανούς κινδύνου ότι ενδεχόμενη καταδίκη του αιτούντος την παροχή έννομης προστασίας στα έξοδα δεν θα καταστεί δυνατό να εκτελεσθεί. Κριτήριο επομένως της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους.
Τέλος προφανής είναι ο κίνδυνος όταν καθίσταται έκδηλος από τα υπάρχοντα στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η διεξαγωγή προς τούτο απόδείξης (ΑΠ 1876/2009, ΑΠ 990/08).
Εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις προτάσεις της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία ποσού 6.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης δίκης, γιατί υπάρχει έκδηλη αδυναμία και προφανής αφερεγγυότητα της αναιρεσείουσας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης κατά τη διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης της στα δικαστικά έξοδα.
Η αίτηση αυτή η οποία τυγχάνει νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη καθ` όσον από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα που τυχόν θα της επιβληθούν για την παρούσα δίκη.Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η ανυπαρξία περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσείουσας εταιρίας και συνακόλουθα η αφερεγγυότητα και αδυναμία αυτής για την αντιμετώπιση των οικονομικών ποχρεώσεών της, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται προφανής κίνδυνος για την εκτέλεση της παρούσης αποφάσεως για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης της σ' αυτά.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εταιρία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, ήτοι τον εξοπλισμό του γραφείου της, τα μηχανήματα ψυκτικών θαλάμων και δύο αυτοκίνητα φορτηγά-ψυγεία, των οποίων (στοιχείων) η αξία ανέρχεται στο ποσό των 30.495 ευρώ, όπως αυτό συνομολογείται από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.
ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Επίσης, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη μη προταθέντα ισχυρισμό παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (Ολ ΑΠ 4/1998). Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων.
Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική συναντούμε, εκτός από τις ενώσεις δύο ή περισσότερων συμβάσεων και τις ανώνυμες συμβάσεις, τις αποκαλούμενες μικτές συμβάσεις. Μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων).
Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές : 1. α) Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου), β) στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή, γ) πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ.
δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κτλ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2.α) Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις, β) στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3.
Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλομένου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής).
Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού" (βλ. Πάνου Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμος 1,2002, σελ. 1626). Ειδικότερα, περίπτωση μικτής σύμβασης και μάλιστα "δίδυμης σύμβασης" συντρέχει όταν οι παροχές, που οφείλει το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο και που ανήκουν σε διαφορετικούς συμβατικούς τύπους, είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που το ένα μέρος οφείλει στο άλλο αφενός μεν την φύλαξη των εμπορευμάτων του τελευταίου που αποθηκεύονταν στις αποθήκες του, παροχή που υπάγεται στην ομαλή αμειβόμενη παρακαταθήκη και διέπεται από τα άρθρα 822-829 του ΑΚ, αφετέρου δε την αντί αμοιβής χερσαία διακίνηση των εμπορευμάτων του τελευταίου σε πελάτες του εντός της χώρας, παροχή που υπάγεται στη σύμβαση εθνικής χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων και στη σύμβαση έργου και διέπεται από τα άρθρα 102-107 του ΕμπΝ και ιδίως από το άρθρο 104 του ΕμπΝ και από τα άρθρα 681 και 694 παρ. 1 εδ.
α' του ΑΚ. Η σύμβαση αυτή δεν αποτελεί σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή, έστω, σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καθόσον κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού αυτού διατάγματος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Δηλαδή με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση , για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010).
Εξάλλου, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, οπότε, δεν αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ` αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος (Ολ.ΑΠ16/2013).
Τέτοια όμως αναλογική εφαρμογή (άρθρο 288 ΑΚ), δεν είναι δυνατή στην ως άνω μορφή μικτής σύμβασης, καθόσον οι υπηρεσίες που συμφωνούνται να παρέχει το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο, δεν έχουν καμιά σχέση ή έστω ομοιότητα με τις ανωτέρω μορφές εμπορικής συνεργασίας, αφού η υποχρέωση του θεματοφύλακα και διανομέα του αντισυμβαλλομένου του αντιπροσώπου, εξαντλείται στα όσα ανωτέρω αναφέρονται και δεν κατευθύνεται ούτε στη διαπραγμάτευση, ούτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ούτε όμως υφίσταται περίπτωση αγοράς προς μεταπώληση προϊόντων, με την οποία αναλαμβάνεται ο επιχειρηματικός κίνδυνος από την πώλησή τους και επομένως στη σύμβαση αυτή δεν μπορεί να έχουν ανάλογη εφαρμογή εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτου και του δανειστού κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπειαν δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ` απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.Α.Π. 927/1982, Α.Π. 524/2008).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του Α.Κ., καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δηλαδή την προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, είναι μεν ευρύτερη της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, τόσο κατά το ότι αναφέρεται σε κάθε δικαίωμα και γενικότερα στην ελευθερία δράσεως και όχι μόνο σε ειδική σχέση μεταξύ προσώπων, όσο και κατά το ότι χρησιμοποιεί διαζευκτικά και άλλα κριτήρια εκτός από την καλή πίστη, όμως, η διάταξη του 288 ΑΚ είναι ευρύτερη, αναφορικά με την έννοια της καλής πίστης, αφενός διότι διέπει και τη συμπεριφορά υποχρέου (οφειλέτη), στην οποία μάλιστα κυρίως αναφέρεται, και αφετέρου κατά το ότι θεωρεί επαρκή οποιαδήποτε αντίθεση στην καλή πίστη και όχι μόνο την "προφανή".
Οι παραπάνω πάντως διατάξεις, όταν ζητείται αναπροσαρμογή της συμβάσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ επικαλύπτονται στο μέτρο που επιβάλλουν περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του δανειστή με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται σ' αυτές, ιδίως δε εκείνο της καλής πίστης. Το σχετικό δικαίωμα, που απορρέει ως αντίθεση προς τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, για αναπροσαρμογή της καθορισθείσας χρηματικής παροχής που απορρέει από μια διαρκή ενοχική σύμβαση (τέτοια μπορεί να συνιστά και η ορισμέμου ή αορίστου χρόνου μεικτή σύμβαση παρακαταθήκης και χερσαίας μεταφοράς πραγμάτων) είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της ενοχικής σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει την καταβαλλόμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα χρηματική παροχή έναντι των παρεχομένων υπηρεσιών από τον δανειστή και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική.
Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση ενοχική σχέση είναι ενεργής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, υποχρέωση αποζημιώσεως επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο, από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη.
Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της ενοχής, επιβάλλεται από το άρθρο 288 ΑΚ ( Ολ.ΑΠ 12-13/2004 ).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας ο προσβληθείς με πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, δικαιούται να απαιτήσει την αποκατάσταση της προσγενόμενης σε αυτόν ζημίας από την προσβολή αυτή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.
Το νομικό πρόσωπο, εξάλλου, προσβαλλόμενο κατά τα παραπάνω δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον πρόκειται περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προσβάλλοντος από την οποία πλήττεται η πίστη, η φήμη, το επάγγελμα και το μέλλον τούτου. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, ούτε οι συνέπειες της καταγγελίας συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, για την οποία μπορεί να επιδιωχθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς το σκοπό του ανταγωνισμού γενομένη πράξη, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι θεσπίζεται η γενική ρήτρα των χρηστών ηθών, προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι να συντρέχουν σωρευτικά: α) σκοπός ανταγωνισμού κατά τη διενέργεια των προαναφερομένων συναλλαγών, β) ανάπτυξη της ανταγωνιστικής ενέργειας σε μια σχετική αγορά που νοείται κατά τρόπο ευρύ και γ) αντίθεση της ανταγωνιστικής ενέργειας στα χρηστά ήθη.
Ο σκοπός ανταγωνισμού αναλύεται στα εξής επιμέρους στοιχεία: α) σε πράξη ανταγωνισμού, β) σε σχέση ανταγωνισμού. Ως πράξη ανταγωνισμού θεωρείται η αντικειμενικώς ικανή να διευρύνει ή να διατηρήσει τον κύκλο πελατών, ως δε σχέση ανταγωνισμού νοείται δράση δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων σε μια κοινή αγορά, με κοινό στόχο τη σύναψη συναλλακτικών σχέσεων με τρίτους.
Χρειάζεται δηλαδή οι ανταγωνιζόμενοι ν` απευθύνονται στους ίδιους ή σε συγγενείς κύκλους πελατών, χωρίς όμως ν` απαιτείται οι δραστηριότητες των ανταγωνιζομένων να είναι ταυτόσημες ή να προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες ή να βρίσκονται στο αυτό ανταγωνιστικό επίπεδο (οριζόντιο ή κάθετο). Αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, κατά την κρατούσα άποψη, υπάρχει όταν η ανταγωνιστική ενέργεια προσκρούει στο αίσθημα και στις ιδέες του εκάστοτε, κατά γενική αντίληψη, ορθώς, δικαίως και ευφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου εντός του συναλλακτικού κύκλου όπου λαμβάνει χώρα η πράξη ή όταν γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών κατά τις κρατούσες σε δεδομένο χώρο ηθικοαξιολογικές αντιλήψεις του συγκεκριμένου επαγγελματικού κύκλου.
Η παράβαση εξάλλου συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη. Για να χαρακτηριστεί αθέμιτη πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παραβάσεως, η οποία πάντως δεν μπορεί να συμβαίνει μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεως.
Τέλος, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στη διάταξη 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού" (το οποίο έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000 - ΦΕΚ Α'178/3-8-2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 - ΦΕΚ Α'188/2-8-2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009 - ΦΕΚ Α'137/7-8-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) οριζόταν, ότι "Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια επομένως της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας του Ν. 703/1977, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 είναι 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.
Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύνανη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.
Η παράβαση του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση στην ένδικη αγωγή της, όπως παραδεκτά, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκοπείται, η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ Α.Ε." ισχυρίσθηκε ότι συστήθηκε το έτος 1997 και έκτοτε λειτουργεί ως γραφείο μεταφορών.
Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ι. Κ. Α.Ε.", είναι η εμπορική εταιρία του ομίλου ΙΟΝ και διανέμει αποκλειστικά, με τη βοήθεια επιτόπιων αποκλειστικών συνεργατών, σε όλη τη χώρα τα προϊόντα ΙΟΝ. Ότι η εναγομένη με σκοπό διάθεσης της διανομής των ανωτέρω προϊόντων στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης, ανέθεσε σ' αυτήν (ενάγουσα) για πρώτη φορά το έτος 1999, με βάση το από 25-9-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, διάρκειας δύο ετών, την αποθήκευση, συσκευασία και διανομή των εν λόγω προϊόντων στους ανωτέρω νομούς.
Ότι η προαναφερόμενη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, με τη λήξη της, ανανεώθηκε εγγράφως με τη σύναψη νέων ιδιωτικών συμφωνητικών, διάρκειας ενός ή δύο ετών, με τελευταίο απ' αυτά το από 22-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, διάρκειας 2 ετών, ήτοι από 1-10-2008 έως 30-9-2010. Ότι τα ως άνω συμφωνητικά είχαν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο α) η ενάγουσα εταιρία αναλαμβάνει την προσωρινή αποθήκευση, συσκευασία και παράδοση των προϊόντων της ΙΟΝ Α.Ε.
στους πελάτες της εναγομένης εταιρίας στην περιοχή των νομών Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας, β) η μεταφορά των προϊόντων στις αποθήκες της ενάγουσας θα γίνεται με πρακτορείο μεταφορών και με δελτίο αποστολής της εναγομένης, που θα αναφέρει τα είδη και τις ποσότητες των προϊόντων, γ) οι πωλητές της εναγομένης θα αναγράφουν σε κάθε παραγγελία τα στοιχεία και τον κωδικό του πελάτη, τον τόπο και τον χρόνο παράδοσης, καθώς και τα προϊόντα και τις ποσότητες και θα αποδίδονται στην ενάγουσα για προετοιμασία, συσκευασία και παράδοση στους πελάτες, η δε παράδοση των προϊόντων από την τελευταία (ενάγουσα) θα γίνεται με δελτίο αποστολής της, στο οποίο θα αναγράφεται ότι η παράδοση γίνεται κατ' εντολή και για λογαρισμό της εναγομένης και δ) η τιμολόγηση των παραδιδομένων στους πελάτες προϊόντων από την ενάγουσα γίνεται από την εναγομένη με βάση τα δελτία αποστολής της ενάγουσας και τα τιμολόγια αποστέλλονται στους πελάτες με την φροντίδα της εναγομένης, η δε ενάγουσα υποχρεούται να επιστρέφει στην εναγομένη εμπορεύματα που είχε στην αποθήκη της προς διανομή με ημερομηνία λήξης μεγαλύτερης του ενός μηνός αλλά όχι πέραν των τριών μηνών.
Ότι, με βάση τα ως άνω συμφωνητικά, καθορίσθηκε η αμοιβή αυτής (ενάγουσας) για την προσωρινή αποθήκευση, συσκευασία και παράδοση των προϊόντων στους πελάτες της εναγομένης, σε ποσοστό 3,75% υπολογιζομένου επί της τιμολογιακής αξίας των προϊόντων μείον Φ.Π.Α., δηλαδή ονομαστικές αξίες πωλήσεων μείον εκπτώσεις και διαφορές τιμών, αμοιβή η οποία ήταν ιδιαιτέρως χαμηλή σε σχέση με την αύξηση του τζίρου της εναγομένης και συναλλακτική πρακτική και εντιμότητα στον τομέα των τροφίμων.
Ότι αυτή (ενάγουσα), προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αποθήκευσης και διανομής των προϊόντων της εναγομένης, δημιούργησε ανάλογη υποδομή (ήτοι αγορά και εγκατάσταση ψυκτικών θαλάμων, αγορά οχημάτων) πραγματοποιώντας δαπάνες ανερχόμενες στο ποσό των 56.000 ευρώ περίπου, ενώ το έτος 2005, κατόπιν απαίτησης της εναγομένης, αναγκάσθηκε να διακόψει τις λοιπές εμπορικές συνεργασίες της με άλλες εταιρίες προς διανομή εμπορευμάτων.
Ότι, λόγω επανειλημμένων ανανεώσεων καθώς και των υποδείξεων της εναγομένης, κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2010, προέβη αυτή (ενάγουσα) σε ενέργειες για την απόκτηση πιστοποιητικών ISO, σε τρόπον ώστε να έχει την εύλογη πεποίθηση περί συνέχισης της συνεργασίας τους, πλην όμως, εντελώς αιφνίδια, αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, την 22-10-2010, ο εμπορικός διευθυντής της εναγομένης της γνωστοποίησε τηλεφωνικώς την μη ανανέωση της μεταξύ τους συνεργασίας.
Ότι η απόφαση αυτή της εναγομένης είχε ως σκοπό να την εκτοπίσει από την αγορά και να την καταστρέψει οικονομικά και πράγματι της προκάλεσε ζημία, ενώ, επί πλέον, προσέβαλε βάναυσα την εμπορική της φήμη και την αξιοπιστία της στην αγορά. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, και μετά τους παραδεκτούς περιορισμούς των αγωγικών αιτημάτων με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει:
Α) το ποσό των 1.270.368,88 ευρώ, άλλως το ποσό των 863.851,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, ως διαφορά, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-9-2010, ανάμεσα στην καταβληθείσα αμοιβή, ήτοι την αμοιβή του 3,75% επί του τζίρου (μείον επιστροφές), και της εύλογης αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 10%, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαιτέρως υψηλού τζίρου των προϊόντων της εναγομένης, άλλως σε ποσοστό 8%, το οποίο (ποσό) ζητεί κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, επικαλλούμενη την ακυρότητα της ανωτέρω ρήτρας περί αμοιβής της ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, και επικουρικώς α) με βάση τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επικαλούμενη ότι πρέπει η περί αμοιβής ρήτρα να προσδιορισθεί από το δικαστήριο με δίκαιη κρίση, β) άλλως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, επικαλούμενη την αντίθεση της ρήτρας περί αμοιβής στις ως άνω διατάξεις, γ) άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 18 α του Ν. 146/1914, επικαλούμενη την ακυρότητα της ρήτρας περί αμοιβής ως καθορισθείσης από την εναγομένη με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχετικής οικονομικής εξάρτησης που είχε αυτή (ενάγουσα) από την εναγομένη και δ) άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, επικαλούμενη την αντίθεση της ρήτρας περί αμοιβής στην ως άνω διάταξη, Β) το ποσό των 176.572,11 ευρώ, άλλως το ποσό των 141.257,69 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδιση της αγωγής, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών από τη λύση της σύμβασης, τα οποία απώλεσε η ενάγουσα λόγω καταχρηστικής και δόλιας καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης και ενώ της είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση για συνέχιση της συνεργασίας τους, το οποίο (ποσό) ζητεί κυρίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού και επικουρικώς α) με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 σε συνδυασμό με 914 ΑΚ, επικαλούμενη παράβαση των διατάξεων αυτών από την εναγομένη, β) άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, επικαλούμενη παράβαση της διατάξεως αυτής από την εναγομένη και γ) άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, επικαλούμενη καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγομένη της σχέσης οικονομικής εξάρτησης που είχε αυτή (ενάγουσα) προς την εναγομένη, συνισταμένη στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής συνεργασίας τους και Γ) το ποσό των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προεκτιθέμενη αδικοπρακτική και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, το οποίο (ποσό) ζητεί κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/2014 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" και επικουρικώς α) με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 932 του ΑΚ, β) άλλως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 919, 932 ΑΚ, γ) άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 και δ) άλλως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ.
Με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής η ενάγουσα εταιρία ζήτησε, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση ποσού 1.270.368,88 ευρώ, άλλως ποσού 863.851,83 ευρώ (υπό στοιχείο Α' αίτημα), ως διαφορά, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-9-2010, ανάμεσα στην καταβληθείσα αμοιβή, ήτοι την αμοιβή 3,75% επί του τζίρου (μείον επιστροφές) και της εύλογης αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 10%, άλλως σε ποσοστό 8%, επικαλούμενη κατά την κύρια βάση της αγωγής της, τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ και συγκεκριμένα την ακυρότητα της ρήτρας περί αμοιβής της (σε ποσοστό 3,75%) ως αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Όμως, η ως άνω αγωγική βάση, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ ελέγχεται μη νόμιμη, γιατί οι έννομες συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η απόλυτη ακυρότητα και όχι η αναπροσαρμογή της σύμβασης. Εξάλλου, η επίκληση από την ενάγουσα, με την ως άνω βάση της αγωγής, της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" (σύμφωνα με την οποία ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δικαιούται εύλογης αμοιβής με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη), προκειμένου να τύχει ανάλλογης εγαρμογής στην ένδικη σύμβαση, τυγχάνει μη νόμιμη, πρωτίστως (και ανεξαρτήτως του εάν οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 τυγχάνουν ή μη ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση) γιατί προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι η έλλειψη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών για την αμοιβή του εμπορικού αντιπροσώπου, στοιχείου που αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίστοιχος των προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 178, 288 ΑΚ, και 5 παρ. 2 εδ. β' του Π.Δ. 219/1991, με το να απορρίψει το Εφετείο τη σχετική αγωγική βάση ως μη νόμιμη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται σχετική αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός, είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητώς λήφθηκε υπόψη ο άνω αγωγικός ισχυρισμος και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.
Επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α'ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής, ως προς ως άνω αίτημά της (καθορισμός εύλογης αμοιβής), που στηριζόταν στον συνδυασμό των άρθρων, 371, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 εδ. β' του Π.Δ. 219/1991, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η τελευταία, ως προς το παραπάνω αίτημά της, είχε έρεισμα μόνο στη διάταξη του άρθρου 371 του ΑΚ, και ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη, αφού, προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η αοριστία της παροχής, στοιχείο, όμως, που, αληθούς υποτιθεμένου της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, στην προκειμένη περίπτωση.
Όμως, και υπό την εκδοχή ότι η αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της είχε έρεισμα και στο συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 371, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 εδ. β' του Π.Δ. 219/1991, η τελευταία ήταν μη νόμιμη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, υπό τα εκτιθέμενα σ'αυτήν, δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β' του Π.Δ. 219/1991, και επομένως, με το να μην απαντήσει το Εφετείο σε μη νόμιμη βάση αγωγής, δεν υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.
α'ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αγωγή, ως προς το ίδιο ως άνω υπό στοιχ. Α' αγωγικό αίτημα (διαφορά μεταξύ καταβληθείσης και εύλογης αμοιβής) επιχειρούμενο με τη δεύτερη επικουρική βάση αυτής να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 288 σε συνδ. με 281 του ΑΚ., είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά το αίτημά της αυτό, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν ζητείται από την ενάγουσα η για το μέλλον αναπροσαρμογή της σύμβασης ως προς το κύριο στοιχείο αυτής που αφορά την αμοιβή της, αλλ' αντιθέτως γίνεται επίκληση σ' αυτήν ότι η σύμβαση λύθηκε με την καταγγελία της εναγομένης και ζητείται η για το χρόνο που ίσχυε αυτή πριν την λύση της αναπροσαρμογή της συμφωνηθείσης μ' αυτήν αμοιβής, ενώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα τροποποίησης της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, είναι διαπλαστικής φύσεως, αποτέλεσμα δε τούτου είναι, ότι βάσει του ανωτέρω άρθρου (288 ΑΚ), το δικαίωμα αναπροσαρμογής να ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση μάλιστα ότι η σύμβαση είναι ενεργής, στοιχείο, όμως, που, αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση.
Το Εφετείο επομένως, το οποίο έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της, κατά το μέρος που με την δεύτερη επικουρική βάση της επιχειρείτο η θεμελίωση αυτού στις άνω διατάξεις του άρθρων 288 και 281 ΑΚ, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος αυτού), καθώς και τον αντίστοιχο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (πρώτος), κατά το δεύτερο μέρος αυτού, καθώς και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ίδια βάση της αγωγής ως προς το αίτημα αναπροσαρμογής της συμβάσεως αναφορικά με τον καθορισμό σ' αυτήν της αμοιβής της ενάγουσας κατά το μέρος που είχε έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ρήτως απορρίπτεται ως μη νόμιμη και η στηριζόμενη στη διάταξη αυτή δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής ως προς το παραπάνω αίτημά της.
Επίσης, το ίδιο ως άνω υπό στοιχ, Α' αγωγικό αίτημα, επιχειρούμενο, με την τρίτη και τέταρτη επικουρικές βάσεις της αγωγής, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 18α του Ν. 146/1914 (άρθρο 2α του Ν. 703/1977) και 919 του ΑΚ, αντιστοίχως, είναι επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο, γιατί η ενάγουσα, με τις ως άνω βάσεις της αγωγής, ζητεί μόνο τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης αμοιβής της και της εύλογης αμοιβής της και δεν ζητεί αποζημίωση, αφού δεν επικαλείται την πρόκληση σ' αυτήν περιουσιακής ζημίας σχετικά με το αιτούμενο ποσό των 1.270.368,88 ευρώ, άλλως 863.851,83 ευρώ, από συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης, εξ αιτίας της οποίας να απώλεσε το ποσό αυτό (υπό την έννοια του διαφυγόντος κέρδους).
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις (άρθρα 2α Ν. 703/1977 και 919 ΑΚ), με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης.
Περαιτέρω, η αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία Β' και Γ' αγωγικά αιτήματα αυτής περί αποζημιώσεως κατά το ποσό των 176.572,11 ευρώ, άλλως το ποσό των 141.257,69 ευρώ για απωλεσθέντα από την ενάγουσα διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών από τη λύση της σύμβασης, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης αντίστοιχα, επιχειρούμενα, με την κύρια βάση της αγωγής, να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", είναι μη νόμιμη , αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή), δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθύνης της εναγομένης, αντικειμενικά και υποκειμενικά, οι οποίες ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού (άρθ. 1 Ν. 146/1914), σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Και τούτο διότι, οι διάδικες εταιρίες δεν είναι ανταγωνίστριες, αφού δεν ασκούν την ίδια ή συναφή επιχειρηματική δραστηριότητα, καθόσον, σύμφωνα πάντα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η εναγομένη διατηρεί επιχείρηση εμπορίας των προϊόντων του ομίλου της ΙΟΝ (σοκολάτες, γκοφρέτες, κακάο κλπ), ενώ η ενάγουσα είναι μεταφορική εταιρία που διανέμει τα προϊόντα αυτά στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης, διατηρώντας αποθηκευτικούς χώρους για την εξυπηρέτηση της δραστηριότητάς της αυτής, ούτε, όμως, γίνεται οποιαδήποτε επίκληση με την αγωγή, ότι η εναγομένη για όσο χρόνο διαρκούσε οι μεταξύ τους σύμβαση διακινούσε με δικά της μέσα τα προϊόντα αυτά ή χρησιμοποιούσε προς τούτο τρίτα πρόσωπα, ενώ η μετά την λύση της επίδικης σύμβασης λόγω παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής και η ανάθεση σε τρίτον από την εναγομένη της διανομής των προϊόντων της στους παραπάνω νομούς, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, αφού πλέον κανένας συμβατικός δεσμός δεν συνέδεε τους διαδίκους, ώστε να συντρέχει περίπτωση αντίθεσης προς τις συμβατικές δεσμεύσεις, με σκοπό τον ανταγωνισμό.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το παραπάνω αίτηματά της, κατά το μέρος που με την κύρια βάση της επιχειρείτο η θεμελίωση αυτών στις άνω διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης.
Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που έκρινε αυτή παραδεκτή και νόμιμη, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΝΟΜΕΑΣ Α.Ε." συστήθηκε το έτος 1997 με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, όπου διατηρεί επιχείρηση μεταφορών, διακίνησης και διανομής ειδών γενικού εμπορίου, αναλαμβάνοντας και την προσωρινή αποθήκευση των προς διανομή προϊόντων των πελατών της.
Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία Αφοί Ι. Κ. Α.Ε., είναι εμπορική επιχείρηση με αντικείμενο την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διάθεση σε όλη τη Ελλάδα των προϊόντων σοκολάτας, κακάο, γκοφρέτας και λοιπών ζαχαρωδών της εταιρίας "ΙΟΝ Α.Ε. Βιομηχανίας και Εμπορίου Κακάο και Σοκολάτας", που εδρεύει στο Νέο Φάληρο Πειραιώς.
Για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και την εξυπηρέτηση των πελατών της, η εναγομένη καταρτίζει συμβάσεις με τρίτους επιτόπιους συνεργάτες της ανά την Ελλάδα, οι οποίοι αναλαμβάνουν αρχικά την προσωρινή αποθήκευση σε κατάλληλες εγκαταστάσεις τους και, στη συνέχεια, τη συσκευασία και διανομή των ανωτέρω προϊόντων.
Ειδικότερα, δυνάμει του από 25-9-1999 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, διάρκειας δύο ετών, ήτοι από 1-10-1999 έως 30-9-2001, η ενάγουσα ανέλαβε την προσωρινή αποθήκευση (απόθεση), συσκευασία και παράδοση των προϊόντων της ΙΟΝ Α.Ε. σε πελάτες της εναγομένης και για λογαριασμό της στους Νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης έναντι αμοιβής, η οποία συμφωνήθηκε σε ποσοστό 3,75% επί της τιμολογιακής αξίας των παραδιδομένων από αυτήν προϊόντων μείον ΦΠΑ και επιστροφών.
Η ανωτέρω ορισμένου χρόνου σύμβαση παρατάθηκε διαδοχικώς με τα από 25-9-2001, 26-9-2003, 15-9-2005, 25-9-2005, 25-9-2006 και 25-9-2008, ορισμένου χρόνου ιδιωτικά συμφωνητικά, από τα οποία το τελευταίο είχε διάρκεια δύο ετών, ήτοι από 1-10-2008 έως 30-9-2010, ενώ όριζε ρητώς ότι η διάρκειά του δύναται να παραταθεί μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων.
Σε όλα τα ιδιωτικά συμφωνητικά αναφερόταν ότι η ενάγουσα αναλάμβανε, μεταξύ άλλων υποχρεώσεων, να φροντίζει με επιμέλεια τα προϊόντα, τα οποία αποθήκευε στις εγκαταστάσεις της στο Ηράκλειο Κρήτης, με σκοπό την ασφαλή και καλή συντήρηση και προστασία τους, ιδίως δε να διατηρεί τα προϊόντα σε συγκεκριμένη θερμοκρασία και να παρακολουθεί τις ημερομηνίες λήξεως του αποθέματος εκάστου κωδικού προϊόντος, να συσκευάζει και να παραδίδει κατ'εντολή της εναγομένης τα προϊόντα και τις ποσότητες αυτών σύμφωνα με τις παραγγελίες που γινόταν από τους πελάτες της εναγομένης, να εκδίδει δελτία αποστολής με τη σημείωση ότι η παράδοση γίνεται κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης, να παραλαμβάνει από τους πελάτες τυχόν επιστροφές προϊόντων και να επιστρέφει εγκαίρως στην εναγομένη τα προϊόντα που έχει στην αποθήκη της προς διανομή το αργότερο ένα μήνα πριν την ημερομηνία λήξη τους.
Επίσης, σε όλα τα ιδιωτικά συμφωνητικά αναγραφόταν ότι η διάρκεια της σύμβασης μπορεί να παραταθεί μόνο με έγγραφή συμφωνία των συμβαλλόμένων-διαδίκων. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, η ενάγουσα αρχικώς παραλάμβανε τα προϊόντα, τα οποία η εναγομένη της έστελνε από τον Πειραιά με δικά της έξοδα (εναγομένης), και τα αποθήκευε προσωρινά στις κατάλληλα διαμορφωμένες για το σκοπό αυτό εγκαταστάσεις της στο Ηράκλειο Κρήτης.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα, αφού λάμβανε τις παραγγελίες από την εναγομένη, συσκεύαζε σε δέματα την ποσότητα της παραγγελίας, τα μετέφερε και τα παρέδιδε στους πελάτες της εναγομένης στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης με τη συνοδεία δικού της δελτίου αποστολής, το οποίο η ενάγουσα εξέδιδε ως μεταφορέας, και στο οποίο ευκρινώς αναγραφόταν ότι εκδίδεται κατόπιν εντολής και για λογαριασμό της εναγομένης.
Μετά την παράδοση των προϊόντων από την ενάγουσα, η εναγομένη εξέδιδε προς τους πελάτες της και τους έστελνε τιμολόγιο, οι δε πελάτες πλήρωναν το τιμολόγιο στους πωλητές-υπαλλήλους της εναγομένης, οι ποίοι μετέβαιναν στο κατάστημα κάθε πελάτη και εισέπρατταν το εκάστοτε τίμημα. Η εναγομένη, με τη σειρά της, κατέβαλε τακτικά στην ενάγουσα την ως άνω συμφωνημένη αμοιβή της και η ενάγουσα εξέδιδε αντίστοιχα προς την εναγομένη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αιτιολογία την είσπραξη αμοιβής για τα παραδοθέντα από αυτήν προς τους πελάτες της εναγομένης προϊόντα, χωρίς ποτέ, σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αυτή (ενάγουσα) να εκφράσει εγγράφως οιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίρρηση σχετικά με το ύψος της αμοιβής της.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι διάδικοι κατάρτισαν μία μικτή και συγκεκριμένα "δίδυμη" σύμβαση, με βάση την οποία η ενάγουσα όφειλε στην εναγομένη αντί της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί, δύο ατομικώς ισοδύναμες και νομικώς κύριες παροχές δηλαδή α) την αντί αμοιβής φύλαξη των εμπορευμάτων της εναγομένης που αποθηκεύονταν στις αποθήκες της ενάγουσας, παροχή που υπάγεται στην ομαλή αμειβόμενη παρακαταθήκη και διέπεται από τα άρθρα 822 έως και 829 ΑΚ και β) την αντί αμοιβής χερσαία διακίνηση των εμπορευμάτων της εναγομένης σε πελάτες της στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης, παροχή που υπάγεται στη σύμβαση εθνικής χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων και στη σύμβαση έργου και διέπεται από τα άρθρα 102 έως και 107 του ΕμπΝ (ίδίως από το άρθρο 104 του ΕμπΝ), καθώς και από τα άρθρα 681, 694 παρ. 1 εδ.
α'του ΑΚ. Ειδικότερα, για την πρώτη ως άνω παροχή πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή υπάγεται στην ομαλή αμειβόμενη παρακαταθήκη και όχι στη μίσθωση χώρου (των αποθηκών της ενάγουσας), δεδομένου ότι συμφωνημένη και οφειλόμενη παροχή της ενάγουσας προς την εναγομένη ήταν η φύλαξη των εμπορευμάτων της τελευταίας με προσωπικό της ενάγουσας και όχι απλή παραχώρηση της χρήσεως των αποθηκών της ενάγουσας προς την εναγομένη, η δε ενάγουσα είχε απόλυτη εποπτεία του χώρου των αποθηκών της, καθώς και τη δυνατότητα επεμβάσεως και μεταβολής της θέσεως των εμπορευμάτων της εναγομένης εντός των αποθηκών.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην όλη διαδικασία εξεύρεσης πελατών, προώθησης των προϊόντων, λήψης παραγγελιών και είσπραξης του τιμήματος από τους πελάτες, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε αναλάβει κάποιον άλλο επιχειρηματικό κίνδυνο, πέραν αυτού που αφορούσε την αποθήκευση και την μεταφορά των προϊόντων.
Συνεπώς, η επίδικη σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή, έστω, σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως η ενάγουσα, η οποία επαναφέρει τον ισχυρισμό αυτό με σχετικό λόγο έφεσης. Και τούτο, γιατί εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαρισμό του αντιπροσωπευμένου.
Δηλαδή, με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), την, συνήθως για ορισμένη γεωγραφική περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Εξάλλου, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Όμως, όπως αποδείχθηκε, οι ανεξάρτητες υπηρεσίες, τις οποίες παρείχε η ενάγουσα εταιρία, δεν είχαν καμία σχέση ή έστω ομοιότητα με τις ανωτέρω μορφές εμπορικής συνεργασίας, γιατί η ενάγουσα όχι μόνο δεν αγόραζε ή μεταπωλούσε προϊόντα, αλλά και ούτε αναλάμβανε τον επιχειρηματικό κίνδυνο από την πώλησή τους.
Σαφής ως προς όλα τα ανωτέρω είναι και η κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ίδιου του μάρτυρα της ενάγουσας, Ι. Μ.. Εξάλλου, το γεγονός ότι τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά προέβλεπαν την υποχρέωση της ενάγουσας, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, να μη συνεργάζεται άμεσα ή έμμεσα με ανταγωνιστικές εταιρίες, δεν μπορεί να μεταβάλει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης, αφού μία τέτοια απαγόρευση είχε απλώς την έννοια της μη συνεργασίας της ενάγουσας με ανταγωνιστικές της εναγομένης εταιρίες, δηλαδή η ενάγουσα όφειλε να μην μεταφέρει μόνο προϊόντα κακκάο, σοκολάτας, γκοφρέτας και ζαχαρωδών άλλων εταιριών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά αποτελεί μικτή και μάλιστα "δίδυμη" σύμβασαη, με βάση την οποία η ενάγουσα όφειλε στην εναγομένη τις προαναφερόμενες δύο ατομικώς ισοδύναμες και νομικώς κύριες παροχές (δηλαδή την αντί αμοιβής φύλαξη των εμπορευμάτων της εναγομένης που αποθηκεύονταν στις αποθήκες της και την αντί αμοιβής χερσαία διακίνηση των εμπορευμάτων της εναγομένης σε πελάτες της στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης), δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου (δεύτερου κατά το πρώτο σκέλος του) της έφεσης της ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία μέχρι και το έτος 2004 συνεργαζόταν και με διάφορες εταιρίες αποθηκεύοντας και μεταφέροντας τα προϊόντα τους, όπως τούτο συνομολογείται από την ίδια με το δικόγραφο της αγωγής της και κατατέθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από το μάρτυρά της.
Όμως, από το έτος 2005 η ενάγουσα έλαβε την απόφαση μόνη της, και όχι επειδή το απαίτησε η εναγομένη, να ασχολείται αποκλειστικά με την αποθήκευση και μεταφορά των προϊόντων της εναγομένης, αφού δεν είχε μεριμνήσει να διαθέτει τον απαραίτητο, μεγαλύτερο του υπάρχοντος, χώρο αποθήκευσης και το αναγκαίο, επί πλέον, προσωπικό και εξοπλισμό (ήτοι οδηγούς και αυτοκίνητα-φορτηγά), ώστε να μπορεί να μεταφέρει και άλλου είδους εμπορεύματα.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τον μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα, εάν ήθελε, μπορούσε να διακινεί και άλλα προϊόντα, μη ανταγωνιστικά με αυτά της εναγομένης, σημείωσε, όμως, ότι μια τέτοια απόφαση της ενάγουσας έπρεπε να συνδεθεί με καινούργιες επενδύσεις, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "...για να πάρουμε μία (άλλη) εταιρία και να διακινούμε ένα άλλο προϊόν χρειαζόμαστε άλλο αυτοκίνητο, άλλο οδηγό, άλλο δρομολόγιο, άλλη αποθήκη...", τις οποίες (επενδύσεις), τελικώς, όπως αποδείχθηκε, αυτή (ενάγουσα) δεν πραγματοποίησε.
Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ενάγουσα από το έτος 2005 και μετέπειτα "επαναπαύθηκε" στην εμπορική συνεργασία της με την εναγομένη και δεν συνέχισε την συνεργασία της και με άλλες εταιρίες (μη ανταγωνιστικές με την εναγομένη) προς διακίνηση των προϊόντων τους, όπως είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να πράξει, μη εμποδιζόμενη από τη σύμβασή της με την εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η πρώτη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε την 27-9-1999 και είχε διάρκεια δύο ετών, ήτοι από 1-10-1999 έως την 30-9-2001. Έκτοτε, ακολούθησαν άλλες συνολικά έξι έγγραφες συμβάσεις, ορισμένης διάρκειας εκάστη, ενός ή δύο ετών, σε όλες δε τις συμβάσεις αυτές αναγραφόταν ότι η διάρκεια της σύμβασης μπορεί να παραταθεί "μόνο δι' εγγράφου συμφωνίας των συμβαλλομένων". Επομένως, με βάση τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, μετά την πάροδο της εκάστοτε συμφωνηθείσας ημέρας λήξης της σύμβασης η σύμβαση θα έληγε αυτοδικαίως, εκτός και αν ανανεωνόταν εγγράφως. Η τελευταία σύμβαση καταρτίσθηκε την 22-9-2008 και είχε διάρκεια δύο ετών, ήτοι από την 1-10-2008 έως την 30-9-2010.
Συνεπώς, μετά την πάροδο της 30ης-9-2010 η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έληξε αυτοδικαίως. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η αρχική σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου λόγω των αλεπάλληλων ανανεώσεων και ότι, ως εκ τούτου, η εναγομένη προέβη σε αδικαιολόγητη καταγγελία αυτής, είναι μη νόμιμος, αφού η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας σε μια σύμβαση αορίστου χρόνου δεν προβλέπεται γενικά από το νόμο, με εξαίρεση α) την περίπτωση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμέμου χρόνου, όπου υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη (βλ.
Π.Δ. 81/2003) και β) την περίπτωση του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπου στο άρθρο 8 παρ. 2 πράγματι ορίζεται ότι "Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν και μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρίνου", πλην όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, πρωτίστως γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη σύμβαση δεν έχει το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως αποδείχθηκε, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε ορισμένο χρόνο λήξης, μετά την πάροδο του οποίου δεν εξακολούθησε η εκτέλεσή της, ενώ δεν προβλεπόταν αυτόματη ούτε στην πράξη έλαβε χώρα αλυσιδωτή ανανέωσή της. Είναι, βέβαια γεγονός ότι η ενάγουσα προκειμένου να αναλάβει την αποθήκευση και την μεταφορά των προϊόντων της εναγομένης προέβη σε έξοδα και δαπάνες για τη διαμόρφωση χώρου κατάλληλου προς αποθήκευση και για τον εφοδιασμό της με τον απαιτούμενο τεχνικό εξοπλισμό (μηχανοργάνωση, αυτοκίνητα κλπ), πλην όμως τούτο έγινε με απόφαση της ενάγουσας, η οποία προφανώς έκρινε ότι τη συνέφερε οικονομικά η συνεργασία της με την εναγομένη, η οποία (συνεργασία) διήρκεσε για έντεκα έτη.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με οποιοδήποτε τρόπο, διά των νομίμων αντιπροσώπων αυτής ή διά των πωλητών-υπαλλήλων της, διαβεβαίωσε την ενάγουσα, είτε τους νομίμους εκπροσώπους αυτής, είτε τους υπαλλήλους της, ότι η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν και μετά την 30-9-2010. Εξάλλου, η ενάγουσα στις αρχές του έτους 2010 προέβη στην αγορά ενός μικρού φορτηγού-ψυγείου για τις ανάγκες της διακίνησης των εμπορευμάτων της όχι γιατι είχε τη ρητή διαβεβαίωση της εναγομένης περί ανανέωσης της συνεργασίας τους, αλλά γιατί ήλπιζε και προσέβλεπε σε αυτήν, δεδομένου ότι πλέον η ενάγουσα ασχολείτο με τη διακίνηση μόνο των προϊόντων της εναγομένης.
Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε η ενάγουσα ότι, λόγω της υπόδειξης από την εναγομένη το μήνα Μάϊο του έτους 2010 να προβεί σε ενέργειες για απόκτηση πιστοποιητικού ISO 9001:2008 και ISO 22000:2005, της είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση περί συνέχισης της συνεργασίας τους. Όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέτρεψε την ενάγουσα να αποκτήσει τις ανωτέρω πιστοποιήσεις συμμόρφωσης με το Διεθνές Πρότυπο ISO, αλλ' απλώς την 11-5-2010 της απέστειλε ένα "ερωτηματολόγιο αυτοαξιολόγησης", προκειμένου να συμπληρωθεί από την τελευταία και να της επιστραφεί.
Δηλαδή, η εναγομένη απέστειλε το ερωτηματολόγιο στην ενάγουσα απλώς και μόνο προς συμπλήρωση στο πλαίσιο της αξιολόγησης και της τακτικής επιθεώρησης της δικής της εταιρίας (εναγομένης) για διασφάλιση και πιστοποίηση του συστήματος διαχείρισης ασφάλειας τροφίμων της εναγομένης. Χαρακτηριστική, μάλιστα, είναι η απάντηση στην με αριθμό (4) ερώτηση του σχετικού ερωτηματολογίου, επί της οποίας απαντά ότι δεν είναι σε διαδικασία λήψης του εν λόγω πιστοποιητικού και ότι δεν προτίθεται να ξεκινήσει διαδικασία εφαρμογής των σχετικών συστημάτων, γεγονός που εμμέσως, πλην σαφώς, υποδηλώνει ότι η ενάγουσα δεν είχε υποστεί πιέσεις για την απόκτηση ISO.
Και, πράγματι, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε σε οιαδήποτε διαδικασία πιστοποίησης στο όνομά της. Τέλος, σημειώνεται ότι από τα τέλη του μηνός Μαίου του έτους 2010 το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας ενημερώθηκε από τον Περιφερειακό Προϊστάμενο Πωλήσεων της εναγομένης εταιρίας (και μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) Φ.
Μ. περί επικείμενης διακοπής της συνεργασίας τους. Επίσης, δεν αποδείχθηκε από οιοδήποτε στοιχείο ότι η μη ανανέωση της συνεργασίας των διαδίκων έγινε εκ μέρους της εναγομένης με σκοπό την οικονομική καταστροφή της ενάγουσας και την εκτόπισή της από τον σχετικό χώρο της αγοράς, ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε οιοδήποτε όφελος ή άλλου είδους κίνητρο για να πλήξει οικονομικά την ενάγουσα.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της επίδικης σύμβασης (ήτοι το έτος 2010) υπήρξαν παράπονα από πελάτες της εναγομένης για πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας ως προς το χρόνο παράδοσης των προϊόντων σ'αυτούς, γεγονός για το οποίο την ενημέρωσε αρμοδίως η εναγομένη.
Συνεπώς, υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, η μη ανανέωση της προαναφερόμενης σύμβασης από την πλευρά της εναγομένης δεν συνιστά ούτε παράνομη και καταχρηστική ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά άσκηση νομίμου δικαιώματός της, οπότε τα σχετικά αιτήματα της ενάγουσας για αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 919 και 932 ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Επίσης, η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ούτε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης καταδεικνύει, δεδομένου ότι δεν υπήρχε αδυναμία της ενάγουσας, υπό το πρίσμα όλων των συνθηκών της επίδικης περίπτωσης, να εξεύρει ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρισής της με τη διακίνηση προϊόντων άλλων εταιριών, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη διακίνηση αυτή τις υφιστάμενες αποθήκες της και τον υπάρχοντα εξοπλισμό της (όπως τα δύο αυτοκίνητα-φορτηγά).
Εξάλλου, η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης (να ανανεώσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα) εξυπηρετούσε το εύλογο και απολύτως θεμιτό οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της, ενόψει του ότι ανέθεσε σε άλλη εταιρία την παροχή των ίδιων υπηρεσιών έναντι μικρότερης αμοιβής, που καθορίστηκε σε ποσοστό 3,50% επί της τιμολογιακής αξίας των παραδιδομένων απ' αυτήν προϊόντων μείον Φ.Π.Α.
και επιστροφών. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και, αφού δεν αποδείχθηκε αδικοπραξία της εναγομένης, ούτε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης, τα σχετικά αιτήματα της ενάγουσας για αποζημίωση (λόγω διαφυγόντων κερδών) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 2α του Ν. 703/1977 (ήδη 18 του Ν. 146/1914) είναι ουσιαστικά αβάσιμα>>.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την από 10-7-2012 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος που απευθύνετο κατά των κεφαλαίων της εκκαλουμένης, τα οποία και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει ως μη νόμιμα ή κατ' ουσίαν αβάσιμα και συγκεκριμένα: Α) το υπό στοιχ.
Α'αγωγικό αίτημα περί διαφοράς αμοιβής, ως προς την κύρια βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ και ως προς την τρίτη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, Β) το υπό στοιχ. Β'αγωγικό αίτημα περί αποζημίωσης, ως προς τη κύρια βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", ως προς την πρώτη επικουρική βάση του εκ των διατάξεων των άρθρων 281, 288 σε συνδυασμό με το 914 ΑΚ και ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ και Γ) το υπό στοιχ.
Γ'αγωγικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης, ως προς την κύρια βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, ως προς την πρώτη επικουρική βάση του εκ των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και ως προς την τέταρτη επικουρική βάση του εκ των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ. Περαιτέρω, έκρινε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος που απευθύνετο κατά των κεφαλαίων της εκκαλουμένης απόφασης, τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντα διαφορετικά, ως προς αυτά, που κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, είχε απορρίψει ως μη νόμιμα ή κατ' ουσίαν αβάσιμα και συγκεκριμένα:
Α) το υπό στοιχ. Α'αγωγικό αίτημα περί διαφοράς αμοιβής, ως προς την πρώτη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως 371 ΑΚ, ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση του εκ των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και ως προς την τέταρτη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ, Β)το υπό στοιχ. Β'αγωγικό αίτημα περί αποζημίωσης, ως προς την τρίτη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 και Γ) το υπό στοιχ.
Γ'αγωγικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης, ως προς την τρίτη επικουρική βάση του εκ της διατάξεως του άρθρου 2α του Ν. 703/1977. Ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τα αμέσως ανωτέρω κεφάλαιά της, κράτησε και ερεύνησε την ένδικη αγωγή ως προς τα τελευταία και απέρριψε αυτήν ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, σύμφωνα με όσα ανωτέρω δέχθηκε, ως προς την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλονται οι ακόλουθες αναιρετικές αιτιάσεις: 1) Ότι το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το να μη δεχθεί την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2, 3 του π.δ. 219/1991, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται στο αγωγικό δικόγραφο με επαναφορά του ισχυρισμού της αυτού ενώπιόν του με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, δεδομένου ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης, ασφάλισης, διαχείρισης και διακίνησης-διανομής εμπορευμάτων (σύμβαση logistics), όπως ήταν η επίδικη, είναι διαρκής σύμβαση διαμεσολαβητικού εμπορίου.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη με την κρίση της ότι η επίδικη σύμβαση δεν κατέστη αορίστου χρόνου υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια γιατί α) δεν εφάρμοσε αναλογικά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του π.δ. 219/1991, απορρίπτοντας έτσι τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η επίδικη σύμβαση logistics ήταν αορίστου χρόνου, β) δεν εφάρμοσε αναλογικά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, με συνέπεια να απορρίψει τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η επίδικη σύμβαση, η οποία αποτελείτο από διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, μετετράπη, σύμφωνα με την άνω διάταξη, σε μία σύμβαση αορίστου χρόνου και γ) δεν εφάρμοσε αναλογικά την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, μολονότι δέχεται ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων επίδικες ορισμένου χρόνου συμβάσεις (μονοετούς ή διετούς διάρκειας), μετά την λήξη εκάστης (όπως και της τελευταίας) μεσολαβούσε διάστημα έξι (6) ημερών, εντός του οποίου η σύμβαση εξακολουθούσε να εκτελείται και επομένως η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, αλλ' αντιθέτως προς αυτά, απέρριψε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό της ενάγουσας, περί μετατροπής των ορισμένης διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων, σε μία σύμβαση αορίστου χρόνου, με περαιτέρω επακόλουθο η μη αναλογική εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, να επηρεάσει δυσμενώς, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε ότι αφορά τα κονδύλια των διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ερειδόμενα στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914, 919, 932 ΑΚ και 18α Ν. 146/1914 (πρώην άρθρο 2α Ν. 703/1977), τα οποία απορριφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, λόγω της μη ορθής παραδοχής ότι η σύμβαση ως ορισμένου χρόνου έληξε, ενώ επρόκειτο για καταγγελία της καταστάσας αορίστου χρόνου επίδικης σύμβασης με υπαιτιότητα της εναγομένης, 2) ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη αγωγικό ισχυρισμό μη προταθέντα, ότι δηλ.
η ενάγουσα επικαλέστηκε τη ευθεία εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2, 3 του π.δ. 219/1991 ισχυριζόμενη ότι η υπό κρίση σύμβαση logistics είχε χαρακτήρα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ενώ ο προβληθείς αγωγικός ισχυρισμός αναφέρετο στο ότι οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 3 του π.δ. 219/1991, είχαν εφαρμογή κατ' αναλογία δικαίου και όχι ότι η ένδικη σύμβαση ήταν τοιαύτη εμπορικής αντιπροσωπείας και 3) ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στις αναιρεστικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον απέρριψε με την πλεοναστική-επάλληλη αιτιολογία της τα αιτήματα των διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που είχαν έρεισμα στο άρθρο 18α του Ν. 146/1914 (πρώην 2α του Ν. 703/1977), διότι με τις προεκτεθείσες παραδοχές της α) προέβη σε ψευδή ερμηνεία της προπαρατεθείσας διάταξης, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα το πραγματικό της διάταξης αυτής απαιτεί και β) διότι διέλαβε ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος περί μη αντίθεσης στο άρθρο 18α του Ν. 146/1914 της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης συναπτόμενης με τη διακοπή της σύμβασης, δηλ.
σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθισταμένου έτσι αδυνάτου του αναιρετικού ελέγχου περί ορθής εφαρμογής του παραπάνω άρθρου σε συνδυασμό με τα άρθρα 297, 298, 932 ΑΚ, καθόσον αφορά τα αγωγικά αιτήματα των διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού, αα) δεν αναφέρει και δεν εξειδικεύει αν οι ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις σχετικά με τη διακίνηση προϊόντων άλλων εταιριών μετά τη διακοπή της σύμβασης, αφορούν σοκολατοειδή προϊόντα άλλων σοκολατοβιομηχανιών ή αφορά άλλες εταιρίες με άσχετα προϊόντα και β) δεν αναφέρει αν αυτές οι άλλες εταιρίες διακινούσαν τα προϊόντα τους με το σύστημα logistics, δηλ.
δεν είχαν συνεργάτη στη σχετική από εδαφική άποψη αγορά, για τη διακίνηση των προϊόντων τους. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης (τέταρτος των προσθέτων λόγων), αναφορικά με την υπό στοιχ. α'πλημμέλεια, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούσαν την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1, 3 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικής αντιπροσωπείας" στην επίδικη σύμβαση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι διάδικοι κατάρτισαν μία μικτή και συγκεκριμένα "δίδυμη" σύμβαση, με βάση την οποία η ενάγουσα όφειλε στην εναγομένη αντί της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί, δύο ατομικώς ισοδύναμες και νομικώς κύριες παροχές δηλαδή α) την αντί αμοιβής φύλαξη των εμπορευμάτων της εναγομένης που αποθηκεύονταν στις αποθήκες της ενάγουσας και β) την αντί αμοιβής χερσαία διακίνηση των εμπορευμάτων της εναγομένης σε πελάτες της στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης, παραχές που υπάγονται κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, η μεν πρώτη, στην ομαλή αμειβόμενη παρακαταθήκη και διέπεται από τα άρθρα 822 έως και 829 ΑΚ, η δε δεύτερη στη σύμβαση εθνικής χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων και στη σύμβαση έργου και διέπεται από τα άρθρα 102 έως και 107 του ΕμπΝ, καθώς και από τα άρθρα 681, 694 παρ. 1 εδ.
α'του ΑΚ. Ενόψει δε των όσων αναφέρονται στην μείζοντα σκέψη, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν δικαιολογούσε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991, μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του εν λόγω διατάγματος, καθόσον οι υπηρεσίες που συμφώνησαν να παρέχει η ενάγουσα στην εναγομένη, δεν έχουν καμιά σχέση ή έστω ομοιότητα με τις ανωτέρω μορφές εμπορικής συνεργασίας, ήτοι του εμπορικού αντιπροσώπου ή αποκλειστικού διανομέα, με στοιχεία ομοιότητας προς αυτά του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η ενάγουσα από την επίδικη σύμβαση, εξαντλούνταν σ' αυτές του θεματοφύλακα και διανομέα και δεν κατευθύνονταν ούτε στη διαπραγμάτευση, ούτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης, ως αντιπροσωπευομένης από την ενάγουσα, ούτε όμως υφίστατο περίπτωση αγοράς προς μεταπώληση προϊόντων, με την οποία η ενάγουσα αναλάμβανε τον επιχειρηματικό κίνδυνο από την πώλησή τους, στοιχεία τα οποία στην πρώτη περίπτωση προσδιορίζουν την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και στην δεύτερη, αυτή της αποκλειστικής διανομής, στην οποία δεν αποκλείεται η αναλογική εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης.
Ομοίως, αβάσιμος και αποριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς το υπό στοιχ. β'σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και ερεύνησε τον προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό "ότι οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 3 του π.δ. 219/1991, είχαν εφαρμογή κατ' αναλογία δικαίου στην επίδικη σύμβαση", και όχι ότι η σύμβαση αυτή συνιστούσε τοιαύτη εμπορικής αντιπροσωπείας, για την οποία εφαρμόζονταν ευθέως οι διατάξεις του π.δ. 219/1991.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (τέταρτος των προσθέτων λόγων), ως προς το υπό στοιχ. γ' σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αφενός μεν δεν πληρούσαν το πραγματικό του άρθρου 2α του Ν. 703/1977 (ήδη άρθρο 18α του Ν. 146/1914), αφετέρου δε, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς ενδοιασμούς αιτιολογίες, που καθιστούσαν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς το αίτημα αυτής για την επιδίκαση στη ενάγουσα διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που είχε έρεισμα στην άνω διάταξη (άρθρο 2α του Ν. 703/1977 και ήδη άρθρο 18α του Ν. 146/1914), την οποία και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς τα παραπάνω αιτήματά της, με έρεισμα στην προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 2α του Ν. 703/1977 και ήδη άρθρο 18α του Ν. 146/1914), οι παραδοχές του Εφετείου ότι <<δεν αποδείχθηκε από οιοδήποτε στοιχείο ότι η μη ανανέωση της συνεργασίας των διαδίκων έγινε εκ μέρους της εναγομένης με σκοπό την οικονομική καταστροφή της ενάγουσας και την εκτόπισή της από τον σχετικό χώρο της αγοράς, ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε οιοδήποτε όφελος ή άλλου είδους κίνητρο για να πλήξει οικονομικά την ενάγουσα.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της επίδικης σύμβασης (ήτοι το έτος 2010) υπήρξαν παράπονα από πελάτες της εναγομένης για πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας ως προς το χρόνο παράδοσης των προϊόντων σ'αυτούς, γεγονός για το οποίο την ενημέρωσε αρμοδίως η εναγομένη....
Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης, να μην ανανεώσει την μεταξύ αυτής και της ενάγουσας συνεργασία, δεν συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης, δεδομένου ότι δεν υπήρχε αδυναμία της ενάγουσας, υπό το πρίσμα όλων των συνθηκών της επίδικης περίπτωσης, να εξεύρει ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρισής της με τη διακίνηση προϊόντων άλλων εταιριών, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη διακίνηση αυτή τις υφιστάμενες αποθήκες της και τον υπάρχοντα εξοπλισμό της (όπως τα δύο αυτοκίνητα-φορτηγά).
Εξάλλου, η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης (να μην ανανεώσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα) εξυπηρετούσε το εύλογο και απολυτως θεμιτό οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της, ενόψει του ότι ανέθεσε σε άλλη εταιρία την παροχή των ίδιων υπηρεσιών έναντι μικρότερης αμοιβής, που καθορίστηκε σε ποσοστό 3,50% επί της τιμολογιακής αξίας των παραδιδομένων απ' αυτήν προϊόντων μείον Φ.Π.Α.
και επιστροφών>>. Είναι δε σαφείς και χωρίς ενδοιασμούς οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ότι μετά τη λήξη της ορισμένης διάρκειας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και την μη ανανέωση αυτής με άλλη ορισμένου χρόνου για τον προαναφερόμενο λόγο (πλημμελής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της ενάγουσας), μπορούσε η αναιρεσείουσα, ως επαγγελματίας του είδους αυτού, έχοντας τους κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους και τον ανάλογο εξοπλισμό (αυτοκίνητα κλπ), να αναζητήσει άλλες ισοδύναμες λύσεις σχετικά με τη διακίνηση των πάσης φύσεως προϊόντων άλλων εταιριών, συνεχίζοντας έτσι την επαγγελματική της δραστηριότητα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αιτιολογεί για τη θεμελίωση του πραγματικού του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, αν η διακίνηση των προϊόντων των άλλων εταιριών θα αφορούσαν όμοια προϊόντα με αυτά της αναιρεσίβλητης, ούτε ποιες εταιρίες διακινούσαν τα προϊόντα τους στην περιφέρεια των νομών Ηρακλείου και Λασιθίου Κρήτης κατά τον τρόπο που διακινούσε αυτά η αναιρεσίβλητη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-10-2013 αίτηση και οι από 03-12-2014 πρόσθετοι λόγοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διανομέας Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 739/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2013 αίτηση και τους από 03-12-2014 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διανομέας Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 739/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ