Legislator Case Law & Legislation
167/2014 AI generated

167/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 167/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

167/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έναντι όμως των ειδικών διαδόχων του κληρονόμου, όχι δε και των κληρονόμων του, που προηγήθηκαν στη μεταγραφή, ο ειδικός διάδοχος από την εν ζωή δικαιοπραξία του κληρονομουμένου δε θα προτιμηθεί, αφού οι ειδικοί διάδοχοι του κληρονόμου δεν κληρονομούν τις δεσμεύσεις του κληρονομουμένου και γι'αυτό προηγούνται έναντι του αποκτήσαντος από την εν ζωή δικαιοπραξία του κληρονομουμένου όταν αυτός έπεται στη μεταγραφή.

Keywords

AI generated
land law proof of ownership acquisition of possession expropriated property action for recovery of property ownerless property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 167 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 167/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Κ. του Α. και 2)Α. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαβρίλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2114/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6301/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ΑΚ κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού. Εφόσον όμως δεν τάσσεται στο νόμο προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, αυτή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και παράγει έκτοτε πλήρη τα αποτελέσματα της, αρκεί μόνον να μην προηγηθεί αυτής για το ίδιο ακίνητο άλλη μεταγραφή τίτλου μεταβιβαστικού της κυριότητας υπέρ τρίτου προσώπου.

Επομένως αυτή μπορεί να γίνει και μετά το θάνατο εκείνου που μεταβίβασε την κυριότητα και μάλιστα τόσον πριν από την αποδοχή της κληρονομιάς αυτού από τον κληρονόμο του, όσον και μετά την αποδοχή αυτή, ακόμα και μετά τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ, της δηλώσεως του κληρονόμου για αποδοχή της κληρονομιάς, γιατί ο κληρονόμος αυτός δεν αποκτά έναντι εκείνου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση μεγαλύτερα δικαιώματα από εκείνα που είχε εκείνος που κληρονομήθηκε, βαρυνόμενος ως καθολικός διάδοχος του να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τις οποίες, ο κληρονομηθείς είχε εγκύρως αναλάβει εν ζωή.

Προς την εκδοχή δε αυτή δεν αντίκειται ούτε η διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η κτήση ακινήτου με σύμβαση, αλλά ούτε και η διάταξη του άρθρου 1199 ΑΚ, κατά την οποία με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία.

Και αυτό γιατί με την τελευταία διάταξη του άρθρου 1199 ΑΚ που συνάδει προς την καθιερούμενη με το άρθρο 1846 ΑΚ αυτοδίκαιη κτήση της κληρονομιάς από τον κληρονόμο μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198 ΑΚ σκοπήθηκε από το νομοθέτη να παρασχεθεί προστασία στον κληρονόμο και στον κληροδόχο έναντι τρίτων προσώπων και όχι η κτήση από αυτούς με τη διαδοχή δικαιωμάτων περισσοτέρων από εκείνα που είχε ο ίδιος ο κληρονομούμενος.

Έναντι όμως των ειδικών διαδόχων του κληρονόμου, όχι δε και των κληρονόμων του, που προηγήθηκαν στη μεταγραφή, ο ειδικός διάδοχος από την εν ζωή δικαιοπραξία του κληρονομουμένου δε θα προτιμηθεί, αφού οι ειδικοί διάδοχοι του κληρονόμου δεν κληρονομούν τις δεσμεύσεις του κληρονομουμένου και γι'αυτό προηγούνται έναντι του αποκτήσαντος από την εν ζωή δικαιοπραξία του κληρονομουμένου όταν αυτός έπεται στη μεταγραφή.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. στο έγγραφο τη αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση ΑΠ 6/2007, ΑΠ 1226/2008, ΑΠ 1467/2008). Κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (559 αρ 1α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.

Είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας. Δεν αρκεί για το ορισμένο του παραπάνω λόγου η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, καθ' όσον μόνο με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 20/2005.

ΑΠ 1197/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση τους κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δίκασε αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1192, 1198, 1199 και 1206 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τα υπ' αριθμ. ... και .../7-12-2006 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστής - Γκέγκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η Α. συζ. Α. Κ., το γένος Η.

Τ., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στον πρώτο από τους ενάγοντες και τώρα εκκαλούντες γιο της Ι. Κ. και λόγω δωρεάς εν ζωή στο δεύτερο από αυτούς εγγονό της Α. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την κυριότητα ενός οικοπέδου, εκτάσεως 585,22 τ.μ., που βρίσκεται στο Συνοικισμό ... της περιφέρειας του Δήμου Γλυφάδας Αττικής....

Το οικόπεδο αυτό είχε αγοράσει η παραπάνω άμεση δικαιοπάροχος των εκκαλούντων το έτος 1959 από τις Ε. Κ., Ι. Μ. και Φ. Φ., με το υπ' αριθμ. .../31-1-1959 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου..., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 2-5-1959. Με το συμβόλαιο αυτό οι παραπάνω πωλήτριες πώλησαν στην πιο πάνω δικαιοπάροχο των εκκαλούντων το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο του υπ' αριθμ.

… Οικοδομικού Τετραγώνου, εκτάσεως 648 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού διαγράμματος του Συνοικισμού ... της περιφέρειας του Δήμου Γλυφάδας, τέως Δήμου Αθηναίων, και συνορεύει .... Το πωληθέν αυτό οικόπεδο, ... ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα της πρώτης και παππού των υπολοίπων από τις παραπάνω πωλήτριες Κ.

Β., στον οποίο είχε περιέλθει, μαζί με τριάντα τρία (33) άλλα οικόπεδα, μετά από εξώδικη διανομή, με το υπ' αριθμ. .../22-1-1936 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου....,που μεταγράφηκε νόμιμα, του παραπάνω κτήματος, του οποίου ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 11/72 εξ αδιαιρέτου, και το οποίο αυτός και οι υπόλοιποι συγκύριοι είχαν κατατμήσει από το έτος 1925 σε διάφορα οικόπεδα.

Ο απώτερος αυτός δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ. Β. απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 22-4-1944 και κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του β.ρ. δικαίου, από την πρώτη από τις παραπάνω πωλήτριες θυγατέρα του Ε. Κ. και από τις δύο άλλες θυγατέρες του Ε. Κ. και Π. Λ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από την καθεμία, οι οποίες αναμείχθηκαν και υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους, στην οποία περιλαμβάνονταν τα ανήκοντα σ' αυτόν 11/72 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου κτήματος με τα οικόπεδα που είχαν περιέλθει σ' αυτόν με το ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο.

Από τις κληρονόμους αυτές απεβίωσαν, χωρίς να αφήσουν διαθήκη, α) η Ε. Κ. στις 5-2-1947 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις δύο πιο πάνω αδελφές της Ε. Κ. και Π. Λ., οι οποίες, με την υπ' αριθμ. .../20-6-1952 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών...., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 23-6-1952, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της αδελφής τους, στην οποία περιλαμβάνονταν το ιδανικό της μερίδιο στην παραπάνω κληρονομιά του πατέρα της Κ.

Β., και β) η Π. Λ. στις 29-9-1954 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες της Ι. Μ. και Φ. Φ., ήτοι τη δεύτερη και την Τρίτη από τις παραπάνω πωλήτριες, οι οποίες, με την υπ' αριθμ. .../19-11-1954 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά .... που μεταγράφηκε νόμιμα στις 15-1-1955, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, στην οποία περιλαμβάνονταν το ιδανικό της μερίδιο στην κληρονομία του πατέρα της Κ.

Β. και της αδελφής της Ε. Κ.. Και στις δύο πιο πάνω πράξεις αποδοχής κληρονομιάς περιέχεται ρητή δήλωση των παραπάνω κληρονόμων ότι εξαιρούνται και δεν περιλαμβάνονται στην καταληφθείσα σ' αυτές κληρονομιά όσα τμήματα και ιδίως οικόπεδα από το προαναφερόμενο και περιγραφόμενο στις πράξεις αυτές κτήμα είχαν εκποιήσει και μεταβιβάσει εν ζωή οι κληρονομηθέντες Κ.

Β., Ε. Κ. και Π. Λ.. Εξάλλου, με το υπ' αριθμ. .../11-7-1939 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Λάτα, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 3-2-1953..., ο απώτερος πιο πάνω δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ. Β. πώλησε και μεταβίβασε εν ζωή στους απώτερους δικαιοπαρόχους του εναγόμενου και τώρα εφεσίβλητου Ο.

Φ. και Ν. Ι., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο του υπ' αριθμ. … οικοδομικού τετραγώνου, εκτάσεως 600 τ.μ., που βρίσκεται στο Συνοικισμό …...Μετά το θάνατο στις 26-4-1951 του εκ των παραπάνω αγοραστών Ν. Ι., το ιδανικό του μερίδιο επί του πωληθέντος πιο πάνω οικοπέδου περιήλθε, συνεπεία εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στο γιο του Θ.

Ι. και τη σύζυγο του Α. Ι. κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή, με την .... δήλωση τους ενώπιον του συμβολαιογράφου ....που μεταγράφηκε νόμιμα. Η σύζυγος του κληρονομουμένου αυτού πώλησε και μεταβίβασε στη συνέχεια το κληρονομικό της μερίδιο επί του ανωτέρω οικοπέδου στον ως άνω γιο της με το .....πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου....που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το πωληθέν δε με το παραπάνω συμβόλαιο στον Ιταλό υπήκοο Ο. Φ. 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω οικοπέδου κατέλαβε, ως εχθρική περιουσία το Ελληνικό Δημόσιο.... Το έτος 1992 το Ελληνικό Δημόσιο πώλησε και μεταβίβασε το καταληφθέν από αυτό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου ως δημόσιο κτήμα στον παραπάνω Θ. Ι., με το υπ' αριθμ. 10/1992 παραχωρητήριο έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα την 6-8-1992 ....

Ακολούθως ο Θ. Ι., ως κύριος ολοκλήρου του παραπάνω οικοπέδου, πώλησε και μεταβίβασε αυτό στον εφεσίβλητο-εναγόμενο Ι. Ζ., με το υπ' αριθμ, .../24-5-1996 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..... που μεταγράφηκε νόμιμα. Κατά το μήνα Μάιο του έτους 2007 προέκυψε ότι το οικόπεδο που πωλήθηκε στην άμεση δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Α.

Κ., με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../31-1-1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Επαμεινώνδα Στάμου, από τις προαναφερθείσες κληρονόμους του Κ. Β. και των μεταποβιωσασών θυγατέρων αυτού ταυτίζεται απολύτως και είναι το ίδιο με το οικόπεδο που είχε πωλήσει και μεταβιβάσει εν ζωή ο Κ. Β. στους απώτερους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου Ο.

Φ. και Ν. Ι., με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../11-7-1939 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λάτα, όπως το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Το τελευταίο αυτό πωλητήριο συμβόλαιο μεταγράφηκε, όπως ήδη προεκτέθηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 3-2-1953, δηλαδή μετά τον επελθόντα στις 22-4-1944 θάνατο του πωλητή Κ.

Β. και την υπεισέλευση στην κληρονομιά αυτού των προαναφερόμενων θυγατέρων του Ε. Κ., Ε. Κ. και Π. Λ. και τη μεταγραφή στις 23-6-1952 της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. .../20-6-1952 πράξης αποδοχής της κληρονομιάς της μεταποβιώσασας θυγατέρας του Ε. Κ., ενώ επακολούθησαν τόσο η αποδοχή, με την υπ' αριθμ. .../19-11-1954 συμβολαιογραφική πράξη, της κληρονομιάς της μεταποβιώσασας θυγατέρας του Π.

Λ., όσο και η μεταγραφή στις 2-5-1959 του ως άνω υπ' αριθμ. .../31-1-1959 πωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο το ίδιο οικόπεδο πωλήθηκε στην άμεση δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Α. Κ.. Επομένως η γενόμενη στις 3-2-1953 μεταγραφή του ανωτέρω υπ' αριθμ. .../11-7-1939 πωλητηρίου συμβολαίου επέφερε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, πλήρη τα αποτελέσματα της, ήτοι τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου στους απώτερους πιο πάνω δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου Ο.

Φ. και Ν. Ι., και οι προαναφερθείσες κληρονόμοι του Κ. Β. και των μεταποβιωσασών θυγατέρων αυτού δεν κατέστησαν συγκύριες, συνεπεία των ως άνω κληρονομικών διαδοχών, του οικοπέδου αυτού, έστω και αν αυτές πριν από τη μεταγραφή του εν λόγω συμβολαίου υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους και μετεγραψαν την πράξη αποδοχής της κληρονομιάς της μεταποβιώσασας θυγατέρας του Ε.

Κ., στην οποία δεν περιέχεται το επίδικο οικόπεδο, αφού, όπως προεκτέθηκε, ρητώς εξαιρέθηκαν από την κληρονομιά της τελευταίας όσα οικόπεδα είχε πωλήσει και μεταβιβάσει εν ζωή ο κληρονομηθείς Κ. Β., μεταξύ των οποίων και το επίδικο. Με τα δεδομένο αυτά η ως άνω δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Α. Κ. δεν απέκτησε με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου, κυριότητα επί του επιδίκου οικοπέδου, αφού οι παραπάνω δικαιοπάροχες της δεν ήταν συγκύριες του οικοπέδου αυτού ....

Κατά συνέπεια οι εκκαλούντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου οικοπέδου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των προαναφερθέντων υπ' αριθμ. ... και .../7-12-2006 συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα, εφόσον και η δικαιοπάροχος τους δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1198, 1199 και 1206 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε εν όψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες παρά την προγενέστερη χρονική υπεισέλευση στην κληρονομιά του απώτατου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων των κληρονόμων του και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, τριών θυγατέρων του και τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής από τις απώτερες δικαιοπαρόχους τους της επαχθείσας κληρονομιάς της μεταποβιώσασας αδελφής τους, από εκείνη της μεταγραφής του .../1939 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Πάτα με το οποίο ο - τελευταίος (κοινός δικαιοπάροχος) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το επίδικο ακίνητο στους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου δεν απέκτησαν παραγώγως την κυριότητα του επιδίκου, αφού η μεταγραφή του συμβολαίου αυτού που έγινε την 3-2-1953, μπορούσε να γίνει και μετά το θάνατο του (πωλητή), που συνέβη την 22- 4-1944 όπως και έγινε, οπότε και απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου και μετά την υπεισέλευση στην κληρονομιά του των κληρονόμων του, δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και τη μεταγραφή την 23-6-1952 της πράξης αποδοχής κληρονομιάς της μεταποβιώσασας κληρονόμου του Ε.Κ.

από τις λοιπές κληρονόμους αυτού.

Συνεπώς οι αναιρετικοί λόγοι ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού δε διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέσθηκε το αποδιδόμενο υπαγωγικό σφάλμα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2011 αίτηση των Ι. Κ. και Α. Κ. περί αναιρέσεως της 6301/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ