Legislator Case Law & Legislation
167/2012 AI generated

167/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 167/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 167 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 167/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Î...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 167 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 167/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος έχει ήδη παραιτηθεί από το δικόγραφο της από 26/6/2007 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1829/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την δικάσιμο της 10-10-2008, 2) Ά. Γ. του Δ., κατοίκου ..., έως και 23) α. Σ. συζύγου Η. Κ. το γένος Ε. και Σ. Α., β. Σ. Α. του Ε. και Σ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, γ. Μ. Α. του Ε. και Σ., έως και 36) α1. Μ. χήρας Δ. Π. το γένος Χ. και Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίσθηκε, α2. Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., έως και 38) Π. Κ. του Π., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 39) α. Α. χήρας Γ. Μ., έως και 52) Της Ανωνύμου Εταιρίας "Μεντιτερανιαν Αφοι Η. ΑΕ Βιοτεχνίας ενδυμάτων - εσωρούχων - μαγιώ και νημάτων υφασμάτων νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 53) Ν. Τ. του Ι., έως και 79) Δ. Μ. του Γ. ή Χ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, 80) α. Γ. Μ. του Ν. έως και 86) Α. χήρας Δ. Σ., το γένος Α. Κ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 87) Της εν εκκαθαρίσει τελούσης Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." νομίμως εκπροσωπουμένης κατοίκων απάντων των ανωτέρω ..., έως και 89) α. Ε. Σ. του Κ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, β. Ά. συζύγου Π. Ρ., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., γ1. Α. συζύγου Π. Ρ., το γένος Κ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις γ2. Ε. Σ. του Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, γ3. Ι. Σ. του Κ., δ1. Ά. συζύγου Π. Ρ., το γένος Κ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις, δ2. Ε. Σ. του Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, δ3. Ι. Σ. του Κ., 90) α. Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις, β. Ε. Σ. του Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, γ. Α. συζύγου Π. Ρ., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., έως και 104) Α. Σ. του Ζ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, 105) Της Κοινότητας Αγίου Παύλου Χαλκιδικής ήδη Δήμου Καλλικρατείας Χαλκιδικής, και ήδη Δήμου Προποντίδας Χαλκιδικής, που εδρεύει στα Ν.Μουδανιά Χαλκιδικής, στον οποίο έχει υπαχθεί και ο πρώην Δήμος Καλλικράτειας Χαλκιδικής, με τον νόμο του Καλλικράτη, νομίμως εκπροσωπούμενου, έως και 126) Γ. Ζ. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 127) Α. Τ. συζύγου Α., το γένος Η. Β., έως και 140) α) Κ. Λ. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις, β) Χ. Λ. του Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, έως και 164) Π. Β. του Γ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε,

165) α) Η. Γ. του Κ., β) Σ. Γ. του Κ., έως και 173) α) Κ. Σ. ή Σ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις, β) Ε. Σ. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, γ) Α. Β., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσε προτάσεις, 174) α) Α. χήρας Α. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, β) Α. θυγατέρας Α. Μ., γ) Η. Μ. του Α., δ) Ο. και Κ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις, 175) Θ. Γ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 176) Σ. Σ. του Χ., έως και 190) Εις το Λάκκωμα Χαλκιδικής εδρευούσης Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενης, 191) α) Χ. Φ. του Α., β) Ι. Φ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Ο υπό στοιχείο 21,α) αναιρεσείων Ν.- Κ. Κ. του Ν., απεβίωσε την 29-6-2009, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθ. 48/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Θεσσαλονίκης και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: α) Ε. χήρα Ν. Κ. Κ., ως σύζυγος και β) Ι. Κ. του Ν. Κ. και γ) Δ. Κ. του Ν. - Κ., ως τέκνα, κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 23.β) αναιρεσείων Σ. Α. του Ε., απεβίωσε την 17-3-2010, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 119/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Θεσσαλονίκης και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι : α)Α. Α. του Σ., β) Ε. Α. του Σ. και γ) Κ. - Μ. Α. του Σ., κάτοικοι ...,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 36.α) αναιρεσείουσα Μ. χήρα Δ. Π., το γένος Χ. Π., απεβίωσε την 31-5-2011 σύμφωνα με την υπ' αριθ. 160/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Θεσσαλονίκης και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης μοναδικός κληρονόμος αυτής υιός της Π. Π. του Δ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 38 αναιρεσείων Π. Κ. του Π. απεβίωσε στις 16/4/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 29/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Μίκρας Θεσσαλονίκης Μ. Χ., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Π. Κ. του Π. και β) Π. Κ. του Π., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 79 αναιρεσείων Δ. Μ. του Γ. ή Χ., απεβίωσε την 2-7-2010, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 61/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Ν. Καλλικράτειας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, θυγατέρες αυτού: α) Ε. Μ. του Δ. και β) Α. σύζυγος Κ. Κ., το γένος Δ. Μ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 82α αναιρεσείων Ι. Σ. απεβίωσε στις 17/11/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 90/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Καλλικράτειας Χαλκιδικής Σ. Ε., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Κ. χήρα Ι. Σ., το γένος Ν. Π., β) Σ. Σ. του Ι., γ) Γ. Σ. του Ι., δ) Μ. Σ. του Ι. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 85 αναιρεσείουσα Σ. σύζυγος Α. Γ. απεβίωσε στις 12/1/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 41Β/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Τρίγλιας Μ. Π., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Φ. Γ. του Α. και β) Μ. Γ. του Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 86 αναιρεσείουσα Α. χήρα Δ. Σ., το γένος Α. Κ., απεβίωσε στις 14/3/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 21/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Καλλικράτειας Χαλκιδικής Σ. Ε., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Φ. Κ. του Α., β) Α. Κ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 88δ αναιρεσείουσα Μ. σύζυγος Ε. Κ. το γένος Δ. Δ., απεβίωσε στις 31/1/2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 152/2/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Θεσσαλονίκης Ε. Φ., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Θ. Κ. του Ε. και β) Ξ. Κ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχεία 89α, 89γ2, 89δ2, 90β, αναιρεσείουσα Ε. Σ. του Κ., απεβίωσε στις 13/3/2008 σύμφωνα με την από 25/7/2008 βεβαίωση της συμβολαιογράφου Emmanuelle Ducret Yousfi, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Σ. Ε. Λ. Ν. Ε. του Ο., β) Μ. Ο. Φ. Λ. Ν. Ε. του Ο., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 104 αναιρεσείων Α. Σ. του Ζ., απεβίωσε την 30-11-2009 σύμφωνα με την υπ' αριθ. 33/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Καλλικράτειας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, α) Σ. χήρα Α. Σ. ως σύζυγος και β) Ζ. Σ. του Α. γ) Σ. Σ. του Α., ως τέκνα του, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 126 αναιρεσείων Γ. Ζ. του Ι. απεβίωσε στις 5/4/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 32/Γ/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Μίκρας Θεσσαλονίκης Μ. Χ., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ι. Ζ. του Γ., β) Ε. Ζ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 140β αναιρεσείων Χ. Λ. του Ν. απεβίωσε στις 5/4/2008 σύμφωνα με το προσκομισθέν υπ' αριθμό 47/2008 κληρονομητήριο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού α) Κ.-Μ. χήρα Χ. Λ., το γένος Λ. Κ., β) Κ. Σ. του Α., σύζυγος Π. Δ., γ) Α. Ζ. του Δ., δ) Α. Ζ. του Δ. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 164 αναιρεσείων Π. Β. του Γ. απεβίωσε την 22-9-2009, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 77/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Καλλικράτειας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος υιός του Δ. Β. του Π., ο οποίος από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 173β αναιρεσείων Ε. Σ. του Κ., απεβίωσε στις 19/11/2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 115/11/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Θεσσαλονίκης Ε. Φ., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ζ. χήρα Ε. Σ., το γένος Ν., β) Κ. Σ. του Ε., γ) Α. Σ. του Ε. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 174α αναιρεσείουσα Α. χήρα Α. Μ. απεβίωσε στις 5/6/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 38/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Καλλικράτειας Χαλκιδικής Σ. Ε., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. Μ. του Α., β) Η. Μ. του Α., γ) Ό. Σ. του Ι., δ) Κ. Σ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 175 αναιρεσείων Θ. Γ. του Α. απεβίωσε στις 3/6/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 37/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Καλλικράτειας Χαλκιδικής Σ. Ε., και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμό κατάθεσης 5314/1998, 5243/1998, 5091/1998, 509/1998, 388/1999, 634/1999, 162/1990, 66/1999, 161/1999, 154/1999, 130/1999, 121/1999, 106/1999, 11/1999 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2000 μη οριστική και 1924/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11/10/2002 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1014/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε τις ως άνω αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1829/2006 απόφαση του οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/6/2007 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1472/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης δεύτερος, τέταρτος, έκτος και έβδομος και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού κειμένων ακινήτων, αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με δύο αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 15-11-1996. Κατόπιν τούτου η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 παρ.1 του Ν. 2971/2001 και ορίστηκε ότι το τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό.

Συνεπώς ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλ' αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και γι' αυτή. Μετά τη μετατροπή του ως άνω τεκμηρίου από αμάχητο σε μαχητό δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, ουδέ παραβιάζεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα.

2. Από τις διατάξεις των αρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3. προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη, του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου καθώς επίσης , εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια (ανεπάρκεια της αιτιολογίας),δηλαδή ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής (ΟλΑΠ 32/1999). Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η "αναιρεσιβαλόμενη υπ' αριθμ. 1829/ 2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απεφάνθη ότι τα μεν υπ' αριθμ. ΚΠ 7, 10, 12, 32, 25, 48, 50, 51, 64, 71, 72, 74, 85, 86, 87, 102, 119, 123, 202, 203, 209α, 210, 211, 208, 213, 223, 229, 258α, 258β, 256, 261, 262, 263, 278, 280, 283, 286, 287, 288, 289, 290, 291, 293, 294, 295, 296, 297, 298, 300, 302, 305, 307, 309, 310, 321, 323, 326α, 326β, 328, 337α, 337β, 335, 343, 350, 332, 345, 346, 352, 353, 357, 358β, 371 β, 371α, 383, 385, 386, 389, 469, 401, 418, 415, 426, 430, 434, 438, 444, 441, 451, 450, 465, 445, 482, 486, 379, 510, 498, 512, 513, 515, 522, 523, 524, 525, 528, 529, 530, 539, 531, 532, 538, 541, 543, 544, 545, 551, 552β, 553, 554, 556, 557, 558, 559, 563, 564, 564α, 565, 573, 566, 583, 308, 267 ακίνητα πρέπει να επιβαρυνθούν με το 100% της αυτοαποζημιώσεως και της αποζημιώσεως υπέρ τρίτων, δηλαδή ορθώς επεβλήθη εις βάρος των ιδιοκτητών των υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες της αποζημιώσεως για όλη την έκταση που αναφέρεται στην έκθεση κτηματογραφήσεως ως αυτοαποζημιούμενη, τα δε απαλλοτριωθέντα υπ' αριθμ. ΚΠ 33, 43, 44, 100, 108, 135, 196, 204, 205, 211, 216, 218, 238, 259, 260, 254, 265, 266, 273, 277, 279, 281, 285, 292, 303, 355, 359, 369β, 369α, 373, 411, 397, 400, 412, 419, 471, 472, 490, 548, 551α, 577, 585, 590, 483 και 497 πρέπει να συμμετάσχουν με ποσοστό επί της αυτοαποζημιούμενης εκτάσεως ανερχόμενο από 10 έως 80%, καθότι η ωφέλεια τους περιορίζεται εν μέρει και επομένως θα πρέπει να περιορισθεί και η αυτοαποζημίωση με την οποία επιβαρύνονται. Ότι για τα εν λόγω ακίνητα οι υπ' αριθμ. 19247 2002 και 1829/ 2006 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης έκριναν ότι μειώνεται η αξία της εναπομεινάσης εκτός απαλλοτριώσεως εκτάσεως και επιδίκασαν αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας των, και ότι είναι αντιφατικό και αντίθετο στις διατάξεις της ΕΣΔΑ περί δικαίας δίκης και περί ισότητας των διαδίκων και τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας και του ίσου μέτρου να αποφαίνεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι ωφελούνται και ότι ορθώς υποχρεώθηκαν σε συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως ως εξής: ΚΠ 33= συμμετοχή 60%, ΚΠ 100= 60%, ΚΠ 108= 70%, ΚΠ 117 = 70%, ΚΠ 135 = 70%, ΚΠ 196 = 30%, ΚΠ 204 = 70%, ΚΠ 205 = 60%, ΚΠ 216 = 70%, ΚΠ 218 = 60%, ΚΠ 238 = 70%, ΚΠ 259 = 65%, ΚΠ 260 = 80%, ΚΠ 254 = 15%, ΚΠ 265 = 80%, ΚΠ 266 = 70%, ΚΠ 273 = 70%, ΚΠ 277 = 70%, ΚΠ 279 = 80%, ΚΠ 281 = 70%, ΚΠ 285 = 70%, ΚΠ 303 = 80%, ΚΠ 359 = 35%, ΚΠ 369β = 60%, ΚΠ 369α = 60%, ΚΠ 373 = 60%, ΚΠ 411 = 80%, ΚΠ 397 = 90%, ΚΠ 400 = 90%, ΚΠ 412 = 60%, ΚΠ 419 = 60%, ΚΠ 471 =10%, ΚΠ 472 =70%, ΚΠ 497 = 60%, ΚΠ 490 = 60%, ΚΠ 497 = 60%, ΚΠ 548 = 20%, ΚΠ 585 = 10%, ΚΠ 510 = 60%, ΚΠ 483 = 80%". Έτσι που διατυπώνεται ο πρώτος. λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Ειδικότερα, αναφορικά με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως δεν παραθέτονται το περιεχόμενο της αιτήσεως προσδιορισμού οριστικής μονάδας αποζημιώσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για κάθε ακίνητο χωριστά, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, όπως περιέχεται στη συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος κανόνας, βάσει εκείνων των παραδοχών και εκείνης της διάγνωσης, εσφαλμένα εφαρμόστηκε και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή.

Ως προς το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για κάθε ακίνητο χωριστά και συνακόλουθα οι ελλείψεις, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής και από που προκύπτουν. Αλλά και στην αποκρουσμένη άποψη ότι είναι ορισμένος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη με αυτόν ανεπάρκεια της αιτιολογίας ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο.

3. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το άρθρο 559 αριθ. 9 και 18 του ΚΠολΔ, γιατί αυτή δεν συμμορφώθηκε σε προηγούμενη αναιρετική απόφαση (αρ. 1014/2004) και άφησε αίτηση αδίκαστη που αναφέρεται στην υποχρέωση ή μη για αυτοαποζημιίωση και αποζημίωση υπέρ τρίτων για ορισμένα ακίνητα, καθώς και στον καθορισμό αποζημίωσης για επικείμενα επί των απαλλοτριωθέντων. Πράγματι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση σε συνδυασμό με το δικόγραφο της αιτήσεως των αναιρεσειόντων για καθορισμό μονάδος αποζημιώσεως, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για τα αιτήματα αυτά και δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω απόφαση το Αρείου Πάγου για τον καθορισμό τιμή μονάδος αποζημίωσης για ορισμένα ακίνητα. Ειδικότερα, παρότι παραπέμφθηκε το θέμα της υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων περί συμμετοχής στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως και της αποζημιώσεως υπέρ τρίτων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί για τα κατωτέρω αναγραφόμενα ακίνητα, αν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση υπέρ τρίτων. Ήτοι ΚΠ 3, ΚΠ 6, ΚΠ 13, ΚΠ 48, 50, 51, ΚΠ 64, ΚΠ 77, ΚΠ 85, 86, 87, 102, ΚΠ 119, ΚΠ 123, ΚΠ 143, ΚΠ 193, ΚΠ 210 ΚΠ 208, ΚΠ 213, ΚΠ 223, ΚΠ 228, ΚΠ 235, ΚΠ 224, ΚΠ 227, ΚΠ 185, ΚΠ 254, ΚΠ 264, ΚΠ 336, ΚΠ 348, ΚΠ 367, ΚΠ 384, ΚΠ 387, ΚΠ 399, ΚΠ 404, ΚΠ 405, ΚΠ 406, 416, ΚΠ 423, ΚΠ 435, ΚΠ 431, ΚΠ 437, ΚΠ 457β, ΚΠ 457α, τ. 514, ΚΠ 549, ΚΠ 591, ΚΠ 593, ΚΠ 594, ΚΠ 456, ΚΠ 460, ΞΖ 577. Επίσης, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 66/1999 αίτηση τους ζήτησαν να καθορισθεί αποζημίωση και για επικείμενα που υπήρχαν εντός των απαλλοτριωθέντων και για τα οποία η 1924/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν καθόρισε τιμή μονάδος, με την αιτιολογία ότι μπορούν να μεταφερθούν. Η 1014/2004 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αναίρεσε, κατά τα ανωτέρω, την εν λόγω απόφαση κατόπιν αιτήσεως των και για το θέμα αυτό και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθόρισε τιμή μονάδος για αυτά, δηλαδή: 1) ΚΠ 108 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων), η αναιρεσιβαλλόμενη αποφαίνεται ότι το κτίριο που στεγάζει την επιχείρηση όγκου 595μ3 υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 40%. Παραλείπει όμως να καθορίσει την αξία του άνω κτιρίου προκειμένου να βρεθεί η τιμή (τελική συνολική) αποζημιώσεως και να εκτελεσθεί η απόφαση. 2. ΚΠ 259 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων). Η απόφαση δέχεται ότι υπάρχουν 4 κτίρια με όγκο α) 585μ3, β) 160μ3, γ) 720μ3, και δ) 150μ3, για το τέταρτο κτίριο παραλείπει να καθορίσει αξία κατά μ3, ενώ για τα τρία πρώτα καθορίζει 200ευρώ, 230ευρώ και 180 ευρώ αντίστοιχα. 3. ΚΠ 277 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων). Δεν καθόρισε τιμή για δύο χαλύβδινα υπόστεγα εμβαδού 144τμ και 36τμ αντίστοιχα και εξ τεμάχια αντλιών καυσίμων ηλεκτρονικών. Επίσης ουδέν αναφέρει για τις εξ αντλίες υγρών καυσίμων. 4) ΚΠ 359 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων). Δεν καθόρισε μείωση της αξίας του εκτός απαλλοτριώσεως εδάφους και των επ αυτού επικειμένων. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόρισε μείωση της αξίας μόνον για δύο κτίσματα του ενός 90τ.μ. και του άλλου 150τμ, το οποίο εσφαλμένως το αναφέρει εμβαδού 60τ.μ.. Εκτός όμως των ανωτέρω κτισμάτων υπάρχουν και άλλα τρία που εξυπηρετούν το κυρίως κτίριο και γενικά την επιχείρηση, ήτοι ένα εμβαδού 240τμ ισόγειο, δύο πλινθόκτιστα ενωμένα, εμβαδού 27,00 μ2 και ένα περίπτερο εμβαδού 8,75μ2, για τα οποία παρέλειψε η αναιρεσιβαλλόμενη να καθορίσει μείωση της αξίας τους. Επίσης παρέλειψε να αποφανθεί για τα συστατικά και παραρτήματα των ακινήτων εάν έχουν ή όχι μείωση της αξίας τους. 5) ΚΠ 373 (επιχείρηση εκθέσεως επίπλων). Η αναιρεσιβαλλόμενη αποφαίνεται ότι το κτίριο που στεγάζεται επί του ακινήτου έχει αξία 120 ευρώ κατά μ3 και υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 30% παρέλειψε όμως να καθορίσει τον όγκο του κτιρίου, ο οποίος ανέρχεται σε 667,41 μ3. Επίσης παρέλειψε να αποφανθεί για την μείωση της αξίας των συστατικών και παραρτημάτων. 6) ΚΠ 466 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων). Δεν καθόρισε μείωση της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως κειμένων κτισμάτων, ήτοι μιας αποθήκης 105τμ, ενός πλυντηρίου 9 τ.μ. και ενός ισογείου κτίσματος 70τ.μ. που εξυπηρετούσαν το βενζινάδικο που έκλεισε. Επίσης παρέλειψε να αποφανθεί για το εάν έχουν μείωση της αξίας τους τα συστατικά και παραρτήματα. 7) ΚΠ 472 (επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων). Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν καθόρισε την αξία πέντε αντλιών, αλλά τριών μόνον.8) ΚΠ 577 (επιχείρηση αναψυκτηρίου). Η αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να αποφανθεί για τη μείωση της αξίας των συστατικών και παραρτημάτων των κειμένων εκτός της Ζώνης απαλλοτριώσεως και τα οποία εξυπηρετούν το κυρίως κτίριο. Δεν καθορίζει τιμή στο αμιαντοσκεπές κτίσμα. ΚΠ 530 δεν αναφέρει τον αριθμό της ιδιοκτησίας στην οποία ανήκει ο αγωγός ύδρευσης, η οποία είναι η ΚΠ 530 ιδιοκτησία. ΚΠ 135, ΚΠ 238, ΚΠ 260, ΚΠ 254, ΚΠ 266, ΚΠ 483. Για τα ανωτέρω εξ (6) ακίνητα δεν αποφαίνεται αν τα επί των ανωτέρω ακινήτων κείμενα επικείμενα, συστατικά και παραρτήματα των κτιρίων που κείνται εντός και εκτός της ζώνης απαλλοτριώσεως υφίστανται μείωση της αξίας των ή όχι". Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

4. Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, με επίκληση, και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Κατ' ακολουθία των ως άνω εκτεθέντων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδείξεις που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για τις δαπάνες και αμοιβές αδειών ανεγέρσεως μελετών-εγκρίσεων επιχωματώσεων και εκσκαφών των ακινήτων με ΚΠ 51, 71, 72, 100, 108, 135, 211, 216, 218, 238, 254, 258σ, 259, 260, 265, 266, 272, 273, 275, 277, 281, 285, 292, 303, 321, 359, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως, για το ορισμένο του λόγου αυτού, τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία.

5. Για την ίδια ως άνω αξίωση αποδίδεται και η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. Επί του θέματος αυτού οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ως εξής: "Αποδείχτηκε ότι οι αιτούντες πραγματοποίησαν τις ανωτέρω εργασίες (επιχωματώσεις, εκσκαφές) στα απαλλοτριούμενα ακίνητα και δαπάνησαν, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Αποδείχτηκε ακόμη ότι δεν απαιτήθηκε η εκτέλεση άλλων εργασιών, καθώς επίσης έκδοση αδειών-μελετών-αμοιβής γι' αυτές και για το λόγο αυτό τα, αντιθέτως υποστηριζόμενα, με σχετικό αίτημα των αιτούντων, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα". Και ό λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ανεπάρκεια της αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή είναι σαφές. Ας σημειωθεί ότι δεν γίνεται επίκληση, στην αίτηση αναιρέσεως ο αριθμός καμιάς σχετικής άδειας και αποδείξεως σχετικής με τις ως άνω δαπάνες, υπό την έννοια ότι δεν εκτίθεται το περιεχόμενο κανενός, αποδεικτικού μέσου αναφορικά με τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. , και 19 του ΚΠολΔ.

6. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ, γιατί αυτή άφησε αδίκαστη αίτηση. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το κονδύλιο των εκσκαφών και μπαζομάτων για τα υπ' αριθμ. ΚΠ 71,72, 108, 135, 258Α, 265, 266, 272, 273, 281, 285, 303, 321, 373, 412, 427, 466 και 472 ακίνητα, μη καθορίσασα ποσότητα και δαπάνη εκσκαφών και μπαζομάτων Πράγματι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρεσειόντων για το καθορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως που επισκοπείται παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για το κονδύλιο αυτό. Επομένως ως προς τα σημεία αυτά είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως.

7. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, .καθόσον αφορά τα κτίρια που ευρίσκονται επί των ακινήτων με αριθ. ΚΠ 100, 108, 117, 135, 211, ,246, 218, 238, 259, 260, 254, 265, 266, 273, 277, 279, 281; 285, 292,. 303, 359, 373, 466, 472, 483, 577, ότι υφίστανται μείωση της αξίας τους, διότι είτε τα καταλαμβάνει το όριο ασφαλείας των 20 μέτρων από το κέντρο του Servis Road είτε των 45 μέτρων από το κέντρο του κεντρικού δρόμου είτε διότι βρίσκονται εντός κόμβου και δεν έχουν τις νόμιμες αποστάσεις από την διασταύρωση είτε διότι ο αύλειος χώρος μεταξύ του κτιρίου και του ορίου της απαλλοτριώσεως που παραμένει, ο οποίος δεν επαρκεί για την κίνηση και λειτουργία των επιχειρήσεων και επομένως τα κτίρια αυτά υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά 70% έως 20% αναλόγως της αποστάσεως από το όριο της απαλλοτρίωσης. Συγχρόνως αποφαίνεται ότι τα διαλαμβανόμενα λεπτομερώς στην αίτηση συστατικά και παραρτήματα των κτιρίων με αριθ. ΚΠ 100, 108, 117, 135, 216, 218, 259, 265,273, 277, 279, 281,285, 292, 303 και 472, τα οποία τα εξυπηρετούν, ουδεμία μείωση έχουν. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττουν πράγματι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, αφού, όπως προκύπτει από την ανάπτυξη των λόγων αυτών, οι αποδιδόμενες αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανάγονται σε ελλείψεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που προκύπτει από αυτές σχετικά με τη μείωση ή μη της αξίας τμημάτων των εκτός απαλλοτριώσεως ακινήτων τους, καθώς και για το ύψος αυτής, θεωρώντας ότι αυτή είναι μεγαλύτερη εκείνης που καθιέρωσε το Εφετείο. Επομένως οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 355 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Επίσης, για την αυτοψία στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 19 παρ.9 εδ. δ και 20 παρ. 6 εδ. α του Ν. 2882/2001, όπου ορίζεται ότι "εάν υπάρχει ανάγκη αυτοψίας, διεξάγεται...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ώστε η κρίση με την οποία δέχεται ή απορρίπτει σχετικό αίτημα δεν ελέγχεται αναιρετικά και μάλιστα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προϋποθέτουν ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα όχι δικονομικού αλλά ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων να διατάξει αυτοψία, με την αιτιολογία ότι "λόγω της επάρκειας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και επειδή δεν κρίνεται αναγκαία η με τις ίδιες αισθήσεις επί την επίδικη". Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι έσφαλε το Εφετείο με την παράλειψη με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να διατάξει αυτοψία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα ως άνω άρθρα, η διάταξη αυτοψίας δεν είναι υποχρεωτική για το Εφετείο, αλλά εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια και, άρα, η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.

10. Από το άρθρο 18 παρ.4 του ν. 2882/2002 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι : α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαία, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, στ) Στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ΚΑΑΑ ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός), και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων).

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράσταση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και για την παράσταση του ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Σ, 9 παρ.1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/80, όπως τούτο διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/89, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή, την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 1593/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου το Εφετείο καταδίκασε το υπόχρεο σε αποζημίωση στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ήτοι : α) στην αμοιβή του δικηγόρου για τις παραστάσεις και στις δύο δίκες τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, μετά των εξόδων εκ 400 ευρώ και β) ενιαία για τις δίκες προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού ποσοστό 3% της οριστικής αποζημιώσεως κάθε δικαιούχου. Οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, δηλαδή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τον οποίο δεν προσδιορίζει ενάριθμα. Ανεξαρτήτως όμως από το απαράδεκτο λόγω αοριστίας είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού οι υπ' αριθμ. 275/2000 και 1924/2002 αποφάσεις του Εφετείου εξαφανίστηκαν ύστερα από αίτηση των αναιρεσειόντων με την υπ' αριθμ,1014/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και έτσι οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από τη συζήτηση από τις αποφάσεις αυτές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 4 του Συντάγματος, 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971, 18 παρ. 4, 29 παρ. 1, 2 ν. 2882/2001, 100, 103, 107, 109, 110 και 111 ν.δ. 3026/1954 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ένατος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο έπρεπε να προσδιορίσει την αμοιβή της δικηγόρου σε ποσοστό 5%, για το ότι η υπόθεση δικάστηκε στο Εφετείο δύο φορές (ΑΠ 741/2006). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος που αναφέρεται στους δεύτερο και τέταρτο λόγους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων που νίκησαν και οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1829/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων που νίκησαν, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και τους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δικαστική δαπάνη του αναιρερεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ