Supreme Court partially allowed appeal against insurance liability judgment for disproportionate damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding car insurance liability. The appellant argued that the awarded damages for moral and non-pecuniary harm were disproportionately low compared to similar cases and violated the principle of proportionality under the Constitution. The Court agreed that the specific amounts failed to meet the standard of proportionality required by law and accepted this ground as valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of First Instance must consider all evidence presented by the parties, and a judgment awarding damages that are manifestly disproportionate to the harm suffered constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1679 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1679/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα, στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-9-2017 αγωγή του Δ. Γ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-12-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 309/28/15-01-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1016/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις, στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης, αποτελούν διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.
με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν πλέον ιδιαίτερο, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011).
Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν, ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται ( ΑΠ 18/2021, ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου και ότι προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης ή ότι παρέστη ο αντίδικος κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό-αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 176/2020, ΑΠ 1077/2010, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1551/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό, λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Π. στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου, η οποία λήφθηκε μετά από κλήτευση των δύο τότε αντιδίκων της, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 11213 Ε73-9-2019 και 4805 Γ73-9-2019 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Α.- Π.
και Χ. Π. αντίστοιχα, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, η οποία (ένορκη βεβαίωση), όπως ισχυρίζεται, ασκούσε καθοριστική επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς την απόδειξη του κονδυλίου της αγωγής της, σχετικά με την απώλεια εισοδήματος για την πρόσθετη εργασία της ως ζαχαροπλάστης - σερβιτόρος στο ξενοδοχείο "...", για το χρονικό διάστημα από 5/7/2016 μέχρι 31/12/2020 επί 11 ημερομίσθια κατά μέσο όρο το μήνα και συγκεκριμένα κατά τις ώρες κατά τις οποίες δεν θα εργαζόταν στο ζαχαροπλαστείο του εργοδότη της Γ.
Π. (ήτοι του ανωτέρω μάρτυρα), με τον οποίο είχε προβεί σε σχετική συμφωνία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, όπως ο εν λόγω μάρτυρας βεβαιώνει στη μη ληφθείσα υπόψη, ως άνω, υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του, συνδέει δε η αναιρεσείουσα το λόγο αυτό αναίρεσης, όπως αναφέρει στο αναιρετήριο, μόνο με το συγκεκριμένο ανωτέρω αγωγικό της κονδύλιο, το οποίο απορρίφθηκε ολικά από το Εφετείο.
Ο ερευνώμενος αυτός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, παραδεκτός και βάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 1016/2020 απόφασης προκύπτει ότι το ..., προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ.
Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Περιστερίου, την οποία η αναιρεσείουσα είχε νόμιμα επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου με τις έγγραφες προτάσεις, που είχε καταθέσει επί των συνεκδικασθεισών εφέσεων αυτής και των αντιδίκων της και ειδικότερα είχε νόμιμα επικαλεστεί την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση με τις από 05-11-2019 έγγραφες προτάσεις της επί της από 07-02-2019 έφεσης των αντιδίκων της (βλ.
σελίδα 74 και 78 των προτάσεών της αυτών), σε συνδυασμό και με τις από 04-11-2019 έγγραφες προτάσεις της επί της από 08-02-2019 έφεσής της (βλ. σελίδα 66, 67 και 78 των προτάσεών της αυτών), όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, η οποία (ένορκη βεβαίωση) είχε δοθεί ύστερα από κλήτευση των αντιδίκων της στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη (εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη), για την πιστοποίηση της οποίας η αναιρεσείουσα επικαλείτο τις ανωτέρω υπ' αριθμ. 11213 Ε'/3-9-2019 και 4805 Γ'/3-9-2019 εκθέσεις επίδοσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, ληφθείσα μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων της, την οποία είχε προσκομίσει προς απόδειξη μόνο του κονδυλίου της αγωγής της σχετικά με την απώλεια εισοδήματος για την πρόσθετη (δεύτερη) εργασία της ως ζαχαροπλάστης - σερβιτόρος στο ξενοδοχείο "...", για το χρονικό διάστημα από 5/7/2016 μέχρι 31/12/2020 είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός, αναφορικά μόνο με το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 Κ.Πολ.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1. 0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, 'Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 421, 422 παρ. 1 και 424 Κ.Πολ.Δ. με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο του κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη (ανυπόστατη) ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ.
ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 32/2002, Ολ. ΑΠ 30/1998, ΑΠ 390/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' και 14 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ.
Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Περιστερίου, την οποία έκρινε ότι αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, λόγω μη ορθής γνωστοποίησης της εξέτασης του μάρτυρα. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ..., δέχθηκε, για το ζήτημα που ερευνάται με τον κρινόμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "....πλην της με αριθμό ...
ένορκης βεβαίωσης του Γ. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα Θ. Κ., η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη διότι δεν λήφθηκε νόμιμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 του Κ Π Δ., δεδομένου ότι δεν έγινε ορθή γνωστοποίηση της εξέτασης του ως μάρτυρα, αφού στην επιδοθείσα κλήση αναφέρεται ότι αυτός θα εξεταστεί ή στις 25-1-2018 ή στις 31-1-2018, πλην όμως στην ένορκη βεβαίωση αναφέρεται ως χρόνος σύνταξής της η 24-1-2018, και ως εκ τούτου, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο".
Από την επισκόπηση της από 17-01-2018 κλήσης της αναιρεσείουσας, που ως διαδικαστικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, προκειμένου να ερευνηθεί ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης, η οποία (κλήση) επιδόθηκε στους αντιδίκους της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι αυτοί κλητεύθηκαν για να παραστούν στην εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα Γ.
Π., στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου, κατά τις ημερομηνίες της 25ης ή 31ης Ιανουαρίου 2018. Από την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ως άνω μάρτυρα Γ. Π., η οποία επίσης παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι αυτή δόθηκε, χωρίς να παραστούν οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, όχι κατά τις ημερομηνίες της 25ης ή 31ης Ιανουαρίου 2018, που αναγράφονταν στην επιδοθείσα προς αυτούς κλήση, αλλά σε διαφορετική ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 24 Ιανουαρίου 2018, κατά την οποία δεν είχαν κλητευθεί να παραστούν οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη και συνεπώς δεν υπήρχε νόμιμη κλήτευσή τους, όπως απαιτεί η εφαρμοζόμενη στην ένδικη περίπτωση διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για να παραστούν στην εξέταση του ως άνω μάρτυρα, ενώ ο χρόνος εξέτασης του μάρτυρα αποδεικνύεται από την αναγραφόμενη στην ένορκη βεβαίωση ημερομηνία και δεν μπορεί να γίνει δεκτός διαφορετικός χρόνος, που προκύπτει από συνδυασμό άλλων, εκτός της ένορκης βεβαίωσης, εγγράφων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, που είχε ληφθεί για τη συγκεκριμένη δίκη, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, αποτελεί ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση, κρίνοντας ότι έχει ληφθεί κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 671 Κ.Πολ.Δ. ( και όχι των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 421, 422 και 423 Κ.Πολ.Δ., που ήταν στην ένδικη περίπτωση εφαρμοστέες) και ότι ως εκ τούτου αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία (νομική αιτία, ήτοι διάταξη νόμου), που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., κατέληξε σε ορθό διατακτικό και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των άρθρων 559 αριθμός 11 και 14 Κ.Πολ.Δ., όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια και γ) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1106/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, από το οποίο οι ακυρότητες ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ. ΑΠ 2/2001, Ολ. ΑΠ 1/2019, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 1735/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, η οποία συνίσταται στην αξία αυτού, το ποσό της οποίας αποτελεί και την επιδικαστέα, στον κύριο του πράγματος, αποζημίωση, όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1046/2011, ΑΠ 183/1991).
Σε περίπτωση που ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση, για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του, την επελθούσα εξ αιτίας τροχαίου ατυχήματος, δικαιούται είτε να υπολογίσει, στο δικόγραφο της αγωγής του, την αξία των υπολειμμάτων του οχήματος και να αφαιρέσει αυτήν από το συνολικό ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης, είτε να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, στη συνολική της έκταση και να αποδώσει στον υπόχρεο εναγόμενο τα υπολείμματα.
Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την απόδοση σ" αυτόν αυτούσιων των υπολειμμάτων, διότι αυτά αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ζημιωθέντος-ενάγοντος. Δικαιούται, όμως, να υποβάλει ένσταση (συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους), με αίτημα τον περιορισμό της αιτούμενης, από τον ενάγοντα, αποζημίωσης, κατά την αξία των υπολειμμάτων (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.).
Εάν ο ενάγων έχει υποβάλει αίτημα παράδοσης των υπολειμμάτων στον εναγόμενο, τότε το δικαστήριο δύναται να υποχρεώσει τον εναγόμενο στην καταβολή της συνολικής αξίας του αυτοκινήτου, υπό τον όρο παράδοσης σ' αυτόν των υπολειμμάτων. Εάν ο ενάγων έχει αφαιρέσει ήδη εκ των προτέρων, στο δικόγραφο της αγωγής του, την αξία των υπολειμμάτων από το αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης, για την καταστροφή του οχήματος του, ή εάν ο εναγόμενος έχει υποβάλει ένσταση, περί συνυπολογισμού, στην αιτούμενη αποζημίωση, της αξίας των υπολειμμάτων (την οποία πρέπει να προσδιορίζει ακριβώς), τότε το δικαστήριο δύναται να αφαιρέσει από τη συνολική αξία του καταστραφέντος οχήματος, την αξία των υπολειμμάτων και να επιδικάσει το απομένον υπόλοιπο (ΑΠ 1116/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσής της για την ολοσχερή καταστροφή, κατά το ένδικο ατύχημα, του μοτοποδηλάτου της και ειδικότερα υποστηρίζει ότι ενώ είχε ήδη με το δικόγραφο της αγωγής της, δηλώσει ότι προσφέρει στους εναγόμενους τα σωζόμενα μέρη του μοτοποδηλάτου της και επανέλαβε με τις προτάσεις της στο Εφετείο την προσφορά της αυτή, παρ' όλα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ως παραδεκτή και νόμιμη, παρά την αοριστία της, την ένσταση των εναγόμενων περί περιορισμού της αιτούμενης, από την αναιρεσείουσα, αποζημίωσης για το ολοσχερώς καταστραφέν μοτοποδήλατο της, κατά το ποσό της αξίας των υπολειμμάτων του και ακολούθως έκανε δεκτή την ένσταση αυτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και έτσι:
α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 288, 305-306 και 914 Α.Κ., β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, όσον αφορά την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων, λόγω της αοριστίας της και γ) περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ..., δέχθηκε, για το ζήτημα που ερευνάται με τον κρινόμενο τρίτο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης η υπ' αρ.
κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της Θ. Κ., εργοστασίου κατασκευής MODENAS, τύπου KRISS, κυβισμού 120 cc, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2010, είχε αξία, κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης, 1100 ευρώ, υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημιές που προκλήθηκαν σε καίρια σημεία, συνεπεία των οποίων, για την επισκευή της απαιτείται το ποσό των 1.327 ευρώ (για αγορά ανταλλακτικών και εργασιών επισκευής), σύμφωνα με την προσφορά της "...".
Συνεπώς, συνυπολογιζομένης στο ανωτέρω ποσό και της μείωσης, τουλάχιστον κατά 150 ευρώ, της αξίας της ως άνω μοτ/τας, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, αυτή θεωρείται ολοσχερώς κατεστραμμένη, αφού η επισκευή της είναι οικονομικά ασύμφορη. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 1100 ευρώ, από το οποίο, όμως, πρέπει να αφαιρεθούν 250 ευρώ που αντιστοιχούν στην αξία των υπολειμμάτων της καταστραφείσας μοτ/τας, που η ενάγουσα ωφελήθηκε ....
και περιόρισε τη ζημία της. Ως εκ τούτου, η ζημία που προκλήθηκε σ' αυτήν, μετά την αφαίρεση του άνω ποσού, ανέρχεται στα 850 (1100 - 250) ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το ως άνω όχημα της ενάγουσας υπέστη ολική καταστροφή, ορθά έκρινε τις αποδείξεις, επιδικάζοντας, όμως, σ' αυτήν το ποσό των 1.100 ευρώ, μη δεχόμενο την προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, ως προς την αύξηση της ζημίας της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της από 7-2-2019 έφεσης είναι βάσιμος κατ' ουσίαν".
Κατά το μέρος κατά το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα διατάξεων και ειδικότερα δεν αναφέρεται, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, σε τι συνίσταται και που εντοπίζεται η παραβίαση των ως άνω διατάξεων, ενώ το γεγονός ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το νόμιμο αγωγικό αίτημα της ενάγουσας - αναιρεσείουσας περί προσφοράς - παραδόσεως στους εναγόμενους των σωζόμενων μερών (υπολειμμάτων) του μοτοποδηλάτου της, θεμελιώνει όχι τον παρόντα λόγο, αλλά αυτόν από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, πλην όμως δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον κρινόμενο λόγο, τέτοια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το μέρος κατά το οποίο αποδίδεται με τον κρινόμενο τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η ανωτέρω ένσταση των εναγομένων, που συνιστά, όπως ορθά εκτιμάται, ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, είναι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ήτοι των δικογράφων των από 2-2-2018 προτάσεων των εναγόμενων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της από 7-2-2019 έφεσής τους), επαρκώς ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ., καθόσον αναφέρονται αναλυτικά τα σωζόμενα μέρη του μοτοποδηλάτου της αναιρεσείουσας και δη αμφότεροι οι τροχοί, τα οπίσθια φώτα, ο σκελετός, η σέλα, οι αναρτήσεις και η εξάτμιση και προσδιορίζεται επακριβώς η αξία τους στο ποσό των 500 ευρώ.
Περαιτέρω το Εφετείο, με το την προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (914 σε συνδυασμό με 297 και 298 του ΑΚ), όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για την ολοσχερή καταστροφή κατά το ένδικο ατύχημα του μοτοποδηλάτου της και την προβληθείσα ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους των εναγομένων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο κρινόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Ο τρόπος και η έκταση της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 ΑΚ, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 298 εδ. α' Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδ. α' ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που έγιναν ή που κρίθηκαν αναγκαίες να γίνουν για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι κριτήριο για την υπαγωγή της δαπάνης στο εύρος της αποζημίωσης, που επιβάλλεται από το νόμο ο υπόχρεος να καταβάλει στον παθόντα, για την κάθε είδους ζημία που υπέστη από τον, εξ αιτίας του ατυχήματος, τραυματισμό του, είναι η αναγκαιότητα ή μη αυτής για τον τελευταίο (ΑΠ 12/2020, Α.Π. 1572/2018, Α.Π. 1543/2017, Α.Π. 481/2016, Α.Π. 1935/2013, Α.Π. 2176/2009).
Στην έννοια των νοσηλίων περιλαμβάνεται η δαπάνη για την καταβολή των νοσηλίων σε θεραπευτικό ίδρυμα (νοσοκομείο ή κλινική), η αμοιβή ιατρών, φάρμακα κ.λπ., αρκεί η δαπάνη να μην οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος, οπότε και μόνον θα θεωρηθεί ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ) και θα υπόκειται σε περικοπή (άρθρο 300 ΑΚ - μείωση, λόγω συντρέχοντος πταίσματος).
Ειδικότερα, η ελεύθερη επιλογή θεραπευτικού ιδρύματος (νοσοκομείου δημόσιου ή ιδιωτικού), θεράποντος ιατρού και θεραπευτικής μεθόδου, ανήκει στον ίδιο τον ζημιωθέντα. Δηλαδή, ο παθών από αδικοπραξία δεν είναι υποχρεωμένος, για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο, να αρκεστεί να δεχθεί τις υπηρεσίες, τις οποίες του προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο, από πλευράς θεραπευτικού ιδρύματος και διαθεσίμων σ' αυτό θεραπευτικών μεθόδων και ιατρών, διότι η υποχρέωση του τραυματισθέντος να περιορίσει τη ζημία του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπέρτερη του αγαθού και του δικαιώματος προστασίας της υγείας του.
Επομένως, δικαιούται να ζητήσει τα νοσήλια για την εισαγωγή του σε πλέον δαπανηρό ιδιωτικό θεραπευτήριο, αντί του δημόσιου νοσοκομείου, εφόσον επικαλείται, ότι αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ή για την αποτροπή επιδείνωσης της υγείας του και δεν γίνεται από υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος (ΑΠ 415/2019).
Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση ποσού συνολικά 9.900 ευρώ (και όπως το κονδύλιο αυτό ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή) ως αποζημίωση για την πραγματοποίηση μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επέμβασης προς αποκατάσταση των αναλυτικά αναφερόμενων δύσμορφων ουλών που φέρει στο πρόσωπο, την κοιλιά και τα πόδια εξ αιτίας του τραυματισμού της και των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, επικαλούμενη ότι η επέμβαση αυτή είναι αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της θλιβερής εμφάνισή της που της δημιουργεί έντονο ψυχολογικό και αισθητικό πρόβλημα, ότι η δαπάνη αυτή δεν καλύπτεται υγειονομικά από τον ασφαλιστικό της φορέα (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ότι κατόπιν αυτού θα πρέπει να αποταθεί σε ιδιώτη ιατρό και κλινική και γιατί σε κάθε περίπτωση έχει δικαίωμα να επιλέξει τον τρόπο θεραπείας της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με την ανωτέρω αξίωση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που αφορά σε αποζημίωσή της για την πραγματοποίηση μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επέμβασης, προς αποκατάσταση της αναφερόμενων δύσμορφων ουλών, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξαιτίας του τραυματισμού της και των επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, φέρει δύσμορφες ουλές στο πρόσωπο, την κοιλιά και στο πόδι της, τις οποίες η ίδια προτίθεται να αποκαταστήσει με την υποβολή της σε αισθητική επέμβαση, για την οποία ως τέτοια δεν δικαιούται κανένα ποσό από τον ΕΟΠΥΥ.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, σύμφωνα με την από 22-5-2017 ιατρική βεβαίωση της πλαστικής χειρουργού, Α. Β., αλλά και όπως απεικονίζεται και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, φέρει: α) στο πρόσωπο: γραμμοειδή ουλή 3,5 εκ. στην Α παρειά, αποπλατυσμένη δύσμορφη ουλή μήκους 3,5 εκ. και πλάτους 1 εκ. επί του πώγωνος αριστερά και υπογενείδια αποπλατυσμένη ουλή μήκους 3 εκ.
και πλάτους 1 εκ., επί του πώγωνος αριστερά και υπογενείδια αποπλατυσμένη ουλή μήκους 3 εκ. και πλάτους 1 εκ., β) στην περιοχή του κορμού: υπομφάλια και υπερομφάλια επιμήκη ουλή μήκους 20 εκ. και πλάτους 0,5 εκ. κατά το μεγαλύτερο τμήμα της, δύο οριζόντιες ουλές μήκους 11 και 9 εκ. και πλάτους 0,7 εκ στο Α υποχόνδριο, δύο ουλές, 2 εκ.
εκάστη, από τις παροχετεύσεις στην ίδια περιοχή και ουλή αποπλατυσμένη, μήκους 2,5 εκ. στην περιοχή (Α) λαγονίου, γ) στην επιφάνεια του δεξιού μηρού: επιμήκη ουλή 24 εκ. και πλάτους 0,5 εκ., δύο μικρές στρογγυλές ουλές στην έξω επιφάνεια του δεξιού γόνατος, ουλή 25 εκ. στη πρόσθια επιφάνεια της δεξιά κνήμης και στο ίδιο σημείο 2 ουλές 2 εκ.
εκάστη, δύσμορφη ουλή μήκους 10 εκ. στη ΔΕ κνήμη, μικρές ουλές (Χ5) στην πρόσθια επιφάνεια ΔΕ γόνατος και μηρού και ουλή δίκην ανάστροφου λάμδα με σκέλη μήκους 2 εκ. στην πρόσθια επιφάνεια (Α) μηρού. Σύμφωνα με την ίδια ιατρική βεβαίωση, όλες οι ανωτέρω βλάβες προκαλούν έντονο αισθητικό και ψυχολογικό πρόβλημα στην ενάγουσα και για το λόγο αυτό καθίσταται επιτακτική η επανόρθωση των ανωτέρω βλαβών, με πλαστικές επεμβάσεις στα πιο πάνω σημεία, οι οποίες απαιτούν νοσηλεία τριών ή τεσσάρων ημερών, με κόστος ανερχόμενο για νοσηλεία σε ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, στο συνολικό ποσό των 6.200 ευρώ ήτοι: 900 ευρώ, για τέσσερις ημέρες νοσηλείας, 1.600 ευρώ για έξοδα χειρουργείου (μηχανημάτων και υλικών επέμβασης), 300 ευρώ για φάρμακα, 400 ευρώ για έξοδα νάρκωσης, 300 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 2.100 ευρώ για αμοιβή χειρουργού, 300 ευρώ για αμοιβή βοηθού και 300 ευρώ για μετεγχειρητική περιποίηση ουλών με αναπλαστικές αλοιφές.
Με τα ανωτέρω δεδομένα, σε συνδυασμό με την ηλικία της παθούσας (31 ετών), λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι πρόδηλη η ανάγκη υποβολής της παθούσας στις ως άνω μελλοντικές επανορθωτικές επεμβάσεις, προκειμένου να απαλειφθούν οι δύσμορφες ουλές, οι οποίες, της δημιουργούν, αναμφίβολα και αισθητικό πρόβλημα και είναι δικαιολογημένη η επιθυμία της γι' αυτό, προκύπτει δε ότι έχει και πρόθεση να προβεί στις επεμβάσεις αυτές και τη σχετική δαπάνη.
Ωστόσο, ενόψει του ισχύοντα κανόνα ότι αποδίδονται μόνο εκείνα τα έξοδα νοσηλείας που θεωρούνται εύλογα, το απαιτούμενο, σύμφωνα με την άνω βεβαίωση της πλαστικού χειρουργού, συνολικό ποσό των 9.900 ευρώ, το οποίο, προφανώς, αντιστοιχεί σε ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα υψηλών οικονομικών αξιώσεων, κρίνεται υπερβολικό, λαμβάνοντας υπόψη και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της εφεσίβλητου (ιδιωτική υπάλληλος), καθόσον εάν η τελευταία έπρεπε να αντιμετωπίσει εξ ιδίων την κατάσταση και να επωμιστεί τη σχετική δαπάνη, θα επέλεγε για τις σχετικές επεμβάσεις, οπωσδήποτε - αν όχι δημόσιο νοσοκομείο - μία ιδιωτική κλινική μέσων οικονομικών αξιώσεων, με απαιτούμενη δαπάνη περί τις 6.000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τα προεκτεθέντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στην ενάγουσα, το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό των 9.900 ευρώ, για την πιο πάνω αιτία, έσφαλε στην κρίση του, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού εβδόμου λόγου έφεσης των εναγομένων". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, ενώ δέχθηκε α) ότι η αναιρεσείουσα φέρει τις αναφερόμενες στην αγωγή της δύσμορφες ουλές στο πρόσωπο, την κοιλιά και στο πόδι, β) ότι είναι πρόδηλη η ανάγκη υποβολής της παθούσας - αναιρεσείουσας σε μελλοντικές επανορθωτικές επεμβάσεις, προκειμένου να απαλειφθούν οι δύσμορφες ουλές, οι οποίες, της δημιουργούν, αναμφίβολα και αισθητικό πρόβλημα, γ) ότι η ίδια έχει πρόθεση να αποκαταστήσει τις δύσμορφες ουλές αυτές, με την υποβολή της σε αισθητικές επεμβάσεις και δ) ότι οι επεμβάσεις αυτές δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό της φορέα, ΕΟΠΥΥ, από τον οποίο δεν δικαιούται κανένα ποσό για την αιτία αυτή, ακολούθως επιδίκασε στην αναιρεσείουσα ένα μέρος από το αιτούμενο για την αιτία αυτή ποσό, με την παραδοχή ότι το επιπλέον κρίνεται υπερβολικό, όχι γιατί οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια της παθούσας - αναιρεσείουσας, αλλά γιατί αντιστοιχεί σε ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα υψηλών οικονομικών αξιώσεων, που δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσείουσας, ως ιδιωτικής υπαλλήλου, η οποία εάν επωμιζόταν τη σχετική δαπάνη θα επέλεγε, εάν όχι δημόσιο νοσοκομείο - μία ιδιωτική κλινική μέσων οικονομικών αξιώσεων και έτσι με την αιτιολογία αυτή επιδίκασε στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω μικρότερο ποσό, ως εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της τελευταίας και όχι την αναγκαιότητα ή μη πραγματοποίησης όλης της εν λόγω αιτούμενης δαπάνης και χωρίς παραδοχή ότι το μεγαλύτερο αιτούμενο ποσό οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 298 του Α.Κ. [οι δύο τελευταίες διατάξεις δεν αναφέρονται αριθμητικά, πλην όμως από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018) ], καθόσον έλαβε υπόψη ως κριτήριο για την υπαγωγή της αιτούμενης, για την προεκτιθέμενη αιτία, συνολικής δαπάνης, στο εύρος της αποζημίωσης, που επιβάλλεται να καταβάλει η υπόχρεη - αναιρεσίβλητη στην παθούσα - αναιρεσείουσα, όχι την αναγκαιότητα ή μη πραγματοποίησης της εν λόγω δαπάνης για την τελευταία, αλλά αυτή που αντιστοιχεί στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσείουσας, που όμως δεν συνιστά κριτήριο και στοιχείο του πραγματικού των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, ο κρινόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου από τον αριθμό 20 του εν λόγω άρθρου, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο, καθόσον καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ιδίου λόγου από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, που έγινε δεκτός.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων και πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 68/2020).
Αντίθετα δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 879/2019, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 545/2017, ΑΠ 149/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 20, 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμ. πρωτ. 154040/12.4.2017 πιστοποιητικού εξέτασης του Γ.Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", δεν έλαβε υπόψη τρία αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, δηλαδή το με αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό εξέτασης του Γ.Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", το με αριθμ. πρωτ... πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου νοσοκομείου και την από 6-12-2016 μαγνητική τομογραφία του ιατρού ακτινολόγου Γερ. Χάσπαρη, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή την έκβαση της δίκης, όσον αφορά το απορριφθέν αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης για την πραγματοποίηση δύο (2) μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων στο δεξιό της γόνατο και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αγωγικού κονδυλίου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με την ανωτέρω αξίωση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που αφορά σε αποζημίωσή της για την πραγματοποίηση μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων στο δεξιό της γόνατο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η ενάγουσα επικαλούμενη την από 26-4-2017 ιατρική έκθεση του Νικολάου Γρανίτσα, ορθοπεδικού χειρουργού, ζητεί να της επιδικασθεί το ποσό των 3.950 ευρώ για μελλοντική επέμβαση χειρουργικής αρθοσκόπησης, καθώς και το ποσό των 7.755 ευρώ για μελλοντική χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής γόνατος, αφού προηγουμένως και στις δύο περιπτώσεις αφαιρεί το ποσό που θα επιδοτηθεί από τον ΕΟΠΥΥ.
Πλην, όμως, της ως άνω ιατρικής βεβαίωσης δεν προσκομίζεται κανένα άλλο έγγραφο από δημόσιο νοσοκομείο από το οποίο να προκύπτει, στο παρόν χρονικό σημείο, η αναγκαιότητα υποβολής της στις δύο ως άνω μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η ενάγουσα προσκομίζει το αρ. πρωτ. ...
πιστοποιητικό εξέτασης του Γ. Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" που υπογράφει ο Δ/ντής του Ορθοπεδικού Τμήματος Α. Κ., στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα χρειαστεί πιθανότατα επανορθωτική χειρουργική του αρθρικού χόνδρου γόνατος (ΔΕ), χωρίς, όμως, απ' αυτό και μόνο να προκύπτει η αναγκαιότητα υποβολής της στις δύο αυτές μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο απέρριψε τα ως άνω αιτούμενα κονδύλια, ως προώρως ασκηθέντα, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, απορριπτόμενου μετά ταύτα ως ουσία αβάσιμου του πρώτου λόγου της από 8-2-2019 έφεσης της εκκαλούσας".
Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και προκειμένου να καταλήξει στο προεκτεθέν απορριπτικό αποδεικτικό της πόρισμα, όσον αφορά το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης της αναιρεσείουσας (για την πραγματοποίηση μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων στο δεξιό της γόνατο), παρά την αρχική γενική έκφρασή της ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και ενόψει της ειδικότερης αναφορά της, όσον αφορά το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο, ότι "πλην, όμως, της ως άνω ιατρικής βεβαίωσης δεν προσκομίζεται κανένα άλλο έγγραφο από δημόσιο νοσοκομείο από το οποίο να προκύπτει, στο παρόν χρονικό σημείο, η αναγκαιότητα υποβολής της στις δύο ως άνω μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις", καταλείπονται ισχυρές αμφιβολίες και δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για την κατάστρωση του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το εν λόγω αγωγικό αίτημα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα από δημόσιο νοσοκομείο, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση στο Εφετείο η αναιρεσείουσα και ειδικότερα το με αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικό εξέτασης του Γ.Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" (παρά την αναφορά του σε άλλο αγωγικό κονδύλιο) και το με αριθμ. πρωτ... πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, τα οποία ήταν κρίσιμα, για την απόδειξη του ως άνω αγωγικού αιτήματος. Επομένως, ο προκείμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ιδίου λόγου από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που έγινε δεκτός.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015 ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη Δ. Γ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με ουδεμία βαρύνεται συνυπαιτιότητα ως προς το ατύχημα αυτό, ακολούθως αναφορικά με τον τραυματισμό της αναιρεσείουσας και τις εξ αυτού συνέπειες στην κατάσταση της υγείας της και τις αγωγικές αξιώσεις της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 Α.Κ.
και χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 Α.Κ., δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: "Η Θ. Κ., αμέσως μετά τον τραυματισμό της, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εκδορές προσώπου, θλαστικό τραύμα πώγωνος, εκδορές πρόσθιου και πλάγιου θωρακοιλιακού τοιχώματος, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα μηριαίου δεξιά, ανοικτό κάταγμα επιγονατίδος, με τραύμα 10 εκατ.
και οστεοχόνδριο έλλειμμα έσω facet και διατομή έσω καθεκτικών συνδέσμων επιγονατίδας, συντριπτικό κάταγμα υψηλής ενέργειας δεξιού κνημιαίου plateau με απογονατισμό κλειστό έσω επιφάνειας γόνατος - γαστροκνημίας, συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος, κάκωση δεξιάς ποδοκνημικής και αριστερού γόνατος, ενδοκοιλιακή αιμορραγία λόγω ρήξης σπλήνας, ρήξη ύπατος στην υποδιαφραγματική επιφάνεια αυτού μήκους 2 εκ.
περίπου, αιμάτωμα στομάχου, αιμάτωμα στη ρίζα του μεσεντερίου, οπισθοπεριτονιακό αιμάτωμα αριστ. πλάγιας ζώνης, απορογονισμός 2 εκατ. περίπου στο εγκάρσιο κόλο. Η ενάγουσα υποβλήθηκε άμεσα σε πρώτο χειρουργείο στο οποίο έγινε αναρρόφηση αιματηρού περιτοναϊκού υγρού, σπληνεκτομή με απολίνωση της σπληνικής αρτηρίας και σπληνικής φλέβας, διάνοιξη επιπλοϊκού θυλάκου, απολίνωση αριστερών γαστροεπλοϊκών αγγείων και τουλάχιστον τριών βραχειών γαστρικών αγγείων, συρραφή του απορογονισμού του εγκάρσιου, τοποθέτηση και καθήλωση παροχέτευσης βαρύτητας αριστερά υποδιαφραγματικά, συρραφή χειρουργικού τραύματος, συρραφή τραύματος αριστεράς πλάγιας κοιλιακής χώρας και συρραφή πώγωνος, ενώ αρχικά τοποθετήθηκε εξωτερική οστεοσύνθεση μηριαίου - κνήμης.
Παρέμεινε στη χειρουργική κλινική μέχρι την 9-7-2015 οπότε και εισήχθη στο ορθοπεδικό τμήμα του Νοσοκομείου, στο οποίο υποβλήθηκε την 13-7-2015 σε ανοικτή ανάταξη εσωτερικής οστεοσύνθεσης με ανατομική πλάκα μηριαίου και ανατομική πλάκα έξω κνημιαίου κονδύλου με εξωτερικό στήριγμα με πλάκα 3 DCP. Παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι την 24-7-2015 και εξήλθε με οδηγίες για επανάληψη του εμβολιασμού κάθε πέντε έτη και μεγάλη προφύλαξη από λοιμώξεις λόγω της σπληνεκτομής, συνεχής παρακολούθηση αιματολογικής εικόνας, αποφυγή βαριάς εργασίας, χρήση ζώνης κοιλίας για προφύλαξη από μετατραυματική κοίλη, αντιπηκτική αγωγή, πρόγραμμα φυσικοθεραπειών, διατροφή υψηλής θερμιδικής αξίας, αναγκαιότητα βοήθειας από τρίτο πρόσωπο τουλάχιστον για τρεις μήνες λόγω αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, σε δεύτερο χρόνο υποβολή της σε μαγνητική τομογραφία γόνατος και χειρουργική αντιμετώπιση συνδεσμικής κάκωσης γόνατος, καθώς και σε δεύτερο χρόνο, λόγω οστικού ελλείμματος, στη μετάφυση της κνήμης θα κριθεί αναγκαίο η τοποθέτηση αυτόλογου μοσχεύματος.
Η Θ. Κ. έκτοτε παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρω νοσοκομείου, ακολούθησε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών και διατροφή υψηλής θερμιδικής αξίας και βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια [...] μέχρι και την υποβολή της σε επέμβαση αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης που πραγματοποιήθηκε την 12-10-2016, όταν και νοσηλεύτηκε δύο ημέρες.
Εξήλθε την 13-10-2016 με οδηγίες για αναρρωτική άδεια ενός μηνός, αντιπηκτική αγωγή, αλλαγή τραύματος κάθε δύο ημέρες, κοπή ραμμάτων σε 15 ημέρες. Στη συνέχεια, μετά από τακτική παρακολούθηση της στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου, της συστήθηκε συνολικά αναρρωτική άδεια μέχρι 13-4-2017, όμως εξεταζόμενη στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου την 11-4-2017 από το Δ/ντη του Ορθοπεδικού Τμήματος, Α.
Κ., διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα όλο αυτό το διάστημα βαδίζει με βακτηρίες και είναι σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας λόγω της αξονικής απόκλισης του γόνατος σε βλαισότητα, της βλάβης του αρθρικού χόνδρου και της συνδεσμικής βλάβης του γόνατος από τον αρχικό τραυματισμό, ότι θα χρειαστεί νέα χειρουργική επέμβαση που θα αφορά την κατά το εφικτό συνδεσμική αποκατάσταση του δεξιού γόνατος και πιθανότατα επανορθωτική χειρουργική του αρθρικού χόνδρου του γόνατος και ότι η ασθενής μπορεί να χρειαστεί οστεοτομία, δηλαδή ευθυγράμμιση του μηριαίου οστού με χειρουργική επέμβαση λόγω της αξονικής παρέκκλισης του γόνατος σε βλαισότητα, καθώς επίσης και ότι η κατάσταση της ασθενούς δεν προβλέπεται να αποκατασταθεί πλήρως [...].
Στην από 26-4-2017 ιατρική έκθεση του χειρουργού ορθοπεδικού Ν. Γ., ο τελευταίος, αφού επανεξέτασε την ενάγουσα, αναφέρει ότι η ασθενής παρουσιάζει χωλότητα στη βάδιση, αδυναμία παρατεταμένης ορθοστασίας, ανόδου καθόδου κλίμακας και εκτέλεσης βαθέως καθίσματος, απώλεια της πλήρους έκτασης του δεξιού γόνατος κατά 15° και της κάμψης κατά 40°, πλάγια αστάθεια του γόνατος κατά τη βάδιση, βλαισότητα γόνατος μικρού βαθμού ανισοσκελία, ατροφία δεξιού τετρακέφαλου μυός και ατροφία δεξιάς γαστροκνημίας.
Η μαγνητική τομογραφία ανέδειξε έλλειμμα οστικό και χόνδρου κνήμης και ρήξη έσω μηνίσκου. Ο ανωτέρω ιατρός διαπίστωσε ότι συνιστάται αρθροσκόπηση και αρθροσκοπικός καθαρισμός της αρθρώσεως από τις αρθριτικές αλλοιώσεις, ότι αυτό θα επιφέρει μία μικρή παράταση της ζωής της αρθρώσεως, όμως στο άμεσο μέλλον θα πρέπει να υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική γόνατος, ότι κατά την επέμβαση αυτή θα αλλάξει η φθαρμένη επιφάνεια και θα τοποθετηθεί μόσχευμα, επέμβαση που προκρίνεται ως η καλύτερη δυνατή λύση για το μέλλον και όχι η οστεοτομία, καθώς και ότι η επέμβαση αυτή θα πρέπει να γίνει όταν η ασθενής θα υποφέρει από συνεχές άλγος κατά τη βάδιση άνω των 300 μ, και θα είναι αναγκαίο να υποβληθεί στην εν λόγω επέμβαση (ολική αρθοπλαστική) πριν την ηλικία των 45 ετών.
Επίσης, αναφέρει ότι δεν θα μπορεί να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση της υγείας της και θα έχει λόγω των ορθοπεδικών προβλημάτων ποσοστό αναπηρίας 15%, λόγω της μερικής αδυναμίας κατά το ως άνω ποσοστό από την καταπόνηση του δεξιού κάτω άκρου της σε εργασίες που δεν απαιτούν συνεχή ορθοστασία, ενώ σε εργασίες που απαιτούν συνεχή ορθοστασία θα έχει απόλυτη αδυναμία εκτέλεσής τους.
Το ίδιο ποσοστό αναπηρίας αναφέρει και ο χειρουργός ορθοπεδικός Δ. Μ., που εξέτασε τη Θ. Κ., την 26-6-2017 και αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση το ως άνω ποσοστό μερικής αναπηρίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί κάτω από αυτό [...]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του ατυχήματος και της σπληνεκτομής στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 31 ετών περίπου, και της εξ αυτής μόνιμης μερικής αναπηρίας της, επηρεάζεται δυσμενώς η μελλοντική οικονομική της κατάσταση και η επαγγελματική και κοινωνική της εξέλιξη, δεδομένου ότι, η σπληνεκτομή αν και δεν παρεμποδίζει τη φυσιολογική της ζωή (με την προϋπόθεση ότι θα επαναλαμβάνει κάθε πενταετία τους εμβολιασμούς), εν τούτοις, η έλλειψη του οργάνου αυτού (σπλήνας) θα επηρεάζει δυσμενώς την άμυνα του οργανισμού της, καθιστώντας αυτήν περισσότερο ευπρόσβλητη σε ασθένειες σε σχέση με τους υγιείς συνομήλικους της.
Κυρίως, η ενάγουσα δεν θα δύναται πλέον να ασκεί - χωρίς να εκτίθεται σε κίνδυνο της υγείας της - επάγγελμα σε χώρους που συνωστίζεται κόσμος, όπως αυτό του μπουφετζή που εκτελούσε πριν τον τραυματισμό της στο προαναφερόμενο ξενοδοχείο, διότι θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος λοιμώξεων, για τις οποίες θα πρέπει να παρακολουθείται ιατρικά και να λαμβάνει αντιβίωση.
Επίσης, η μερική αυτή ανικανότητά της, επηρεάζει αρνητικά τη ψυχοσύνθεσή της, αφού διαρκώς στη ζωή της θα υπάρχει ο φόβος της προσβολής από λοιμώξεις. Περαιτέρω, η ενάγουσα έχει αποκτήσει μόνιμη μερική αναπηρία, σε ποσοστό 15%, στο δεξί κάτω άκρο της και η κατάσταση της υγείας του ποδιού της, όπως τούτο προεκτέθηκε και προκύπτει και από τους ιατρούς των δημόσιων νοσοκομείων [...].
Οι ορθοπεδικοί ιατροί, Ν. Γ. και Δ. Μ., αναφέρουν ότι λόγω της μετρίου βαθμού δυσκαμψίας του δεξιού γόνατος - αρθρίτιδα και βλαισογονία έχει μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 15% και η κατάσταση αυτή δεν είναι αναστρέψιμη ούτε με την υποβολή της στις προτεινόμενες χειρουργικές επεμβάσεις, επιβεβαιώνοντας στο σημείο αυτό τους ιατρούς του προαναφερόμενου δημοσίου νοσοκομείου, που αναφέρουν ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του δεξιού της ποδιού.
Η δυσκαμψία που παρουσιάζει κατά τη βάδιση η ενάγουσα την καθιστούν ανίκανη να εκτελεί εργασίες που απαιτούν ορθοστασία και διαρκή βάδιση όπως τέτοιες απαιτεί το επάγγελμα του παρασκευαστή γλυκισμάτων. Επιπλέον, η κατάστασή της την αποτρέπει από δραστηριότητες που απαιτούν πολύωρη βάδιση, άνοδο και κάθοδο κλίμακας, άρση βαρών και έντονη αθλητική δραστηριότητα.
Το Δικαστήριο, για το θέμα της μόνιμης μερικής αναπηρίας της ενάγουσας στο δεξί κάτω άκρο της, από το σύνολο των αποδείξεων, έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, ώστε να μην υπάρχουν κενά και αμφίβολα στοιχεία. Για την αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών επιπτώσεων στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική εξέλιξη της ενάγουσας, τόσο λόγω της μόνιμης μερικής αναπηρίας από τη σπληνεκτομή, όσο και από την σε ποσοστό 15% μόνιμη μερική αναπηρία στο δεξί κάτω άκρο της, πρέπει να της επιδικαστεί ως αποζημίωση, το ποσό των 20.000 ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που επιδίκασε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, για την πιο πάνω αιτία, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου εν μέρει, ως ουσία βάσιμου, του σχετικού ένατου λόγου της από 7-2-2019 έφεσης και απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου της από 8-2-2019 έφεσης, με τον οποίο ζητείται μεγαλύτερο ποσό του ήδη επιδικασθέντος με την εκ-καλουμένη απόφαση.
Περαιτέρω, εκτός από την περιουσιακή της ζημία, η ενάγουσα από τη σε βάρος της αδικοπραξία υπέστη και ηθική βλάβη για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, το είδος και τη βαρύτητα των σωματικών βλαβών της ενάγουσας και τις μετατραυματικές συνέπειες του, όπως περιγράφεται παραπάνω, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη αυτή κατά τη νοσοκομειακή, όσο και κατά την κατ' οίκον νοσηλεία της και θα υφίσταται στο μέλλον, το είδος και την έκταση της μερικής αλλά μόνιμης αναπηρίας της, την ηλικία της (31 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος, της μη πλήρους αποκατάστασης της υγείας της και του γεγονότος ότι θα πρέπει να υποβάλλεται στο μέλλον σε εξετάσεις λόγω της έλλειψης της σπλήνας της, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών (φυσικών προσώπων), κρίνει ότι το ποσό που δικαιούται για την προαναφερθείσα αιτία, ανέρχεται σε 30.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο, με βάση τα παραπάνω στοιχεία (ΑΚ 932).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που επιδίκασε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την πιο πάνω αιτία, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου εν μέρει ως ουσία βάσιμου του σχετικού δεκάτου λόγου της από 7-2-2019 έφεσης και απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού πέμπτου λόγου της από 8-2-2019 έφεσης, περί επιδίκασης μεγαλυτέρου ποσού του ήδη επιδικασθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το επιδικασθέν ως άνω χρηματικό ποσό, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, αφορά απαίτηση που εξαρτάται από τη εύλογη κρίση του δικαστή και, επομένως, συντρέχουν ειδικές περιστάσεις για την επιβολή τόκου υπερημερίας". Με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (και αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., το Εφετείο, της επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως εύλογη χρηματική παροχή για τη, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, αναπηρία της, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας στο ποσό των 30.000 ευρώ και το ποσό της εύλογης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ, στο ποσό των 20.000 ευρώ, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέστη η αναιρεσείουσα και με την επίδραση, που έγινε επίσης ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα έχει στο μέλλον της αναιρεσείουσας, η ανωτέρω αναπηρία, την οποία όπως δέχθηκε, έχει υποστεί από το ένδικο ατύχημα, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της ηλικίας της (ετών 31) κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού τα ανωτέρω ποσά των 30.000 και 20.000 ευρώ, που της επιδικάστηκαν, αντίστοιχα, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο ερευνώμενος έκτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια της, την υπ' αριθμ. 1016/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ