1679/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1679/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 68 και 556 §2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 545/2009).
Full text
Απόφαση 1679 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1679/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Νικολούδη και Γλυκερία Σιούτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΤΕ, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο, ενώ η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-9-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 4-3-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 3269/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 68 και 556 §2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 545/2009).
Εν προκειμένω, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3269/2017 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που κατόπιν συνεκδικάσεως απέρριψε ως απαράδεκτες για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως τις από 4.3.2015 αγωγές της αναιρεσείουσας, με την πρώτη από τις οποίες ζητούσε την ακύρωση της υπ' αριθ. 20/2014 διαιτητικής απόφασης και με τη δεύτερη την αναγνώριση της ανυπαρξία της ίδιας διαιτητικής απόφασης, είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος διότι, και αν ακόμη αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση και πάλι θα απορρίψει τις αγωγές ως εκπρόθεσμα ασκηθείσες. Η δικονομική αυτή ένσταση των αναιρεσίβλητων είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι κατά τα προαναφερόμενα το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την άσκηση δε της αιτήσεως αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για την αναιρεσείουσα συνέπεια. Το ενδεχόμενο να απορριφθούν στην μετ' αναίρεση δίκη οι αγωγές για άλλο λόγο δεν αναιρεί το παρόν έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας αιτήσεως διότι είναι μελλοντικό και αβέβαιο.
Σύμφωνα με το άρθρο 899 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εκείνοι που συνομολόγησαν τη συμφωνία για τη διαιτησία και καθένας που έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 901 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας, β) αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, γ) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής νομιμοποιείται καθένας, που έχει έννομο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 68 ΚΠολΔ.
Το έννομο συμφέρον στις αγωγές αυτές επιτελεί συγχρόνως και νομιμοποιητική λειτουργία οπότε οι δύο αυτές διαδικαστικές προϋποθέσεις αλληλεπικαλύπτονται. Επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει τόσο την ακυρωτική αγωγή, όσο και την αναγνωριστική της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης αγωγή, υπό τον απαράβατο όρο ότι βλάπτεται από τον επικαλούμενο λόγο, κατ' αρχάς ο διάδικος της διαιτητικής δίκης που ηττήθηκε ή ο διάδικος της διαιτητικής δίκης που νίκησε μεν, αλλά έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωσή της, λ.χ.
όταν βλάπτεται από την αιτιολογία της. Επίσης, και κάθε τρίτος μη διάδικος, που δεσμεύεται από τις έννομες συνέπειες της διαιτητικής απόφασης και, για το λόγο τούτο, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει δικαστική ακρόαση και προστα¬σία εναντίον της, αλλά μόνο για τους ακυρωτικούς λόγους του άρθρου 897, και όχι για την ουσία της υπόθεσης, ως προς την οποία μπορεί να ζητήσει δικαστική ακρόαση και προστασία μόνο με τριτανακοπή κατά της διαιτητικής απόφασης.
Νομιμοποιούμενος τρίτος είναι, όχι μόνον εκείνος, υπέρ και κατά του οποίου ισχύει το από τη διαιτητική απόφαση δεδικασμένο (άρθρα 896, 325-329 ΚΠολΔ) και οι λοιπές κύριες συνέπειες της διαιτητικής απόφασης (εκτελεστότητα, διαπλαστική ενέργεια), αλλά και κάθε άλλος, που υφίσταται άμεσες και δυσμενείς αντανακλαστικές συνέπειες απ' αυτήν, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η έννομη θέση του.
Τέτοιος τρίτος είναι και εκείνος, που παρενέβη στη διαιτητική δίκη πρόσθετα υπέρ κάποιου από τους διαδίκους. Κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, στη διαιτητική δίκη δεν είναι κατ' αρχήν παραδεκτή η πρόσθετη υπέρ κάποιου διαδίκου παρέμβαση, διότι η διαιτητική δίκη στηρίζεται στη διαιτητική συμφωνία, όχι μόνον κατά τα αντικειμενικά, αλλά και κατά τα υποκειμενικά της όρια.
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται να διευρυνθούν τα υποκειμενικά όρια της διαιτητικής δίκης μόνο αν συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) ο ήδη προσθέτως παρεμβαίνων είχε συμπράξει στην κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας, στην οποία στηρίζεται η δικαιοδοτική εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου στη δίκη, στην οποία συντελείται η πρόσθετη παρέμβαση, (β) ο προσθέτως παρεμβαίνων δεσμεύεται από τη διαιτητική συμφωνία, όπως λ.χ.
ο ειδικός διάδοχος συμβαλλομένου και (γ) συναινούν στην εκούσια πρόσθετη παρέμβαση μη καλυπτόμενου από τη διαιτητική συμφωνία τρίτου τόσο οι διάδικοι της εκκρεμούς διαιτητικής δίκης, όσο και τα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου. Αν και ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν μετέχει στη διεξαγόμενη διαδικασία ως κύριος διάδικος, αλλ' ως απλό βοηθητικό πρόσωπο, προκειμένου ν' αναπληρώνει τις παραλείψεις του υπερού η παρέμβασή διαδίκου, ωστόσο, από τη στιγμή που άσκησε την παρέμβαση, έπαψε να είναι εντελώς τρίτος για τη δίκη, έτσι που να δεσμεύεται από την απόφαση που εκδίδεται στη δίκη αυτή.
Όμως, η δέσμευσή του από την απόφαση περιορίζεται αποκλειστικά στις σχέσεις του με τον υπερού έγινε η παρέμβαση και δεν επεκτείνεται στις σχέσεις με τον αντίδικο. Η δέσμευση αυτή, γνωστή ως "ενέργεια της παρέμβασης", έχει την έννοια ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν δικαιούται, όσον αφορά τη σχέση αυτού προς τον υπερού παρενέβη διάδικο να ισχυρισθεί ότι η διαφορά, όπως αυτή υποβλήθηκε στο δικαστήριο, κρίθηκε εσφαλμένα από αυτό, ούτε δικαιούται κατ' αρχήν να προτείνει ότι ο διάδικος, υπέρ του οποίου παρενέβη, διεξήγαγε πλημμελώς την δίκη.
Γι' αυτό άλλωστε, καίτοι δεν είναι διάδικος, ο νόμος του παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα (άρθρα 502 § 3, 516 § 1, 542 § 1, 556 § 1), όμως δεν τ' ασκεί αυτοτελώς, αλλ' αποκλειστικά προς το συμφέρον του υπερού η παρέμβαση κύριου διαδίκου. Επομένως, τρίτος, που έχοντας έννομο συμφέρον παρενέβη παραδεκτά σε διαιτητική δίκη υπέρ διαδίκου, η νίκη ή η ήττα του οποίου θα είχε άμεσες αντανακλαστικές συνέπειες και στη δική του έννομη θέση, αν η διαιτητική δίκη αποβεί σε βάρος του διαδίκου αυτού, έχει λόγω της προαναφερόμενης "ενέργειας της παρέμβασης" έννομο συμφέρον και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει τις αγωγές των άρθρων 899 και 901 ΚΠολΔ για να ανατρέψει το σε βάρος -του υπερού παρενέβη διαδίκου- δυσμενές δεδικασμένο της διαιτητικής απόφασης, που αναγκαία επηρεάζει και τη δική του έννομη θέση.
Πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό, όταν η διαιτητική απόφαση προσδίδει νομιμότητα σε (δυσμενείς για τον τρίτο) ενέργειες του διαδίκου που νίκησε, αφού ο τρίτος έχει τελικά υποχρέωση να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τις συνέπειες της απόφασης αυτής, έστω και αν δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου της.
Περαιτέρω, για την κατά κανόνα νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (βλ. και Ολομ ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με την από 4.3.2015 αγωγή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ζητεί την ακύρωση της υπ' αριθ. 20/2014 διαιτητικής απόφασης, ενώ με την από 4.3.2015 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου αγωγή της ζητεί να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της ως άνω διαιτητικής απόφασης, για όσους λόγους επικαλείται.
Περαιτέρω, και στις δύο αγωγές της, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκαν με τις προτάσεις (άρθρο 224 ΚΠολΔ), εκθέτει ότι αυτή και η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία είναι τα μόνα μέλη της κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που ανέλαβε την εκτέλεση δημοσίου έργου, έχοντας ορίσει έναντι του κυρίου του έργου ως κοινό εκπρόσωπό της, κατά το άρθρο 39 του ν. 3669/2008, τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.
Π., ενώ συνδιαχειριστές της αναδόχου Κοινοπραξίας, που λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρεία, είναι ο Γ. Π. και Α. Μ., με εντολή να ενεργούν από κοινού. Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Γ. Π.), εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως κοινός (έναντι του κυρίου του έργου) εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας, πέτυχε παράνομα να την αποκλείσει (την αναιρεσείουσα) από οποιαδήποτε συμμετοχή στη διαχείριση και εκτέλεση του έργου, με σκοπό να εισπράττει ο ίδιος από τον κύριο του έργου τις δόσεις της εργολαβικής αμοιβής, η οποία καταβαλλόταν από το "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας" με επιταγές της τρίτης αναιρεσίβλητης (Τράπεζας της Ελλάδος), που παραδίδονταν στον ως άνω κοινό εκπρόσωπο πρώτο αναιρεσίβλητο (Γ.
Π.), πλην όμως αυτός, αντί να τις καταθέτει στο ταμείο της Κοινοπραξίας για να αποτελέσουν στη συνέχεια αντικείμενο της συνδιαχειρίσεως με τον άλλο συνδιαχειριστή αυτής Α. Μ., αυθαίρετα και εν αγνοία του τελευταίου, τις κρατούσε και τις οπισθογραφούσε προς τον εαυτό του ατομικά, ακολούθως δε τις κατέθετε σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, ιδιοποιούμενος τα ποσά τους.
Ότι, ενόψει αυτών, απηύθυνε προς την ... εξώδικη γνωστοποίηση με την οποία εξέθεσε την ως άνω ζημιογόνα για τα συμφέροντά της ενέργεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ότι το Νομικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδος έκρινε ότι θα έπρεπε η οπισθογράφηση των επιταγών της εργολαβικής αμοιβής να γίνεται και στους δύο ως άνω συνδιαχειριστές της Κοινοπραξίας και για το λόγο αυτό η Τράπεζα αρνήθηκε την πληρωμή των επιταγών τη περιόδου εκείνης.
Ότι, μετά την εξέλιξη αυτή, με το από 10.7.2014 έγγραφο, που καταρτίστηκε μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και του Γ. Π. ατομικά, συμφωνήθηκε η διαιτητική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς σχετικά με την υποχρέωση ή όχι της Τράπεζας της Ελλάδος να πληρώνει, ως πληρώτρια τράπεζα, τις αναφερόμενες στην εν λόγω συμφωνία τραπεζικές επιταγές, τις οποίες εκδίδει ο κύριος του έργου σε διαταγή της αναδόχου Κοινοπραξίας και να τις παραδίδει στον Γ.
Π., ως κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας αυτής. Ότι, κατόπιν αίτησης του πρώτου αναιρεσίβλητου Γ. Π., συγκροτήθηκε το διαιτητικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου παρενέβη πρόσθετα υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος η αναιρεσείουσα εταιρία, η δε παρέμβασή της κρίθηκε παραδεκτή διότι υπήρξε περί αυτού συναίνεση των διαδίκων, εμπεριεχόμενη στην ως άνω διαιτητική συμφωνία.
Ότι εκδόθηκε η υπ' αριθ. 20/2014 διαιτητική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό: α) ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 3 και 4 του ν.3669/2008, την εξουσία εκπροσώπηση της αναδόχου κοινοπραξίας έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών αυτού, σε όλη τη διάρκεια του έργου και για όλα τα θέματα που αφορούν την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης, έχει αποκλειστικά ο νομίμως ορισθείς ως κοινός εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας αιτών Γ.
Π., οι πράξεις του οποίου δεσμεύουν την Κοινοπραξία έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών αυτού. Επίσης, β) ότι στην εκπροσωπευτική εξουσία αυτού περιλαμβάνεται και η εξουσία είσπραξης του εργολαβικού ανταλλάγματος, γ) ότι η απόσβεση της υποχρέωσης του φορέα του έργου για πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος δεν επέρχεται με μόνη της έκδοση από το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας, σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας, τραπεζικής επιταγής και την παράδοση αυτής στον αιτούντα, ως εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, αλλά με την είσπραξη από τον αιτούντα του ποσού της επιταγής, δ) ότι ο εκπρόσωπος αυτός έχει δικαίωμα να οπισθογραφεί, προς σκοπό είσπραξής τους, τις επιταγές που εκδίδει το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας, κατ' εντολή του φορέα του έργου, για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού η οπισθογράφηση αυτή, που αποβλέπει στην είσπραξη των επιταγών, εμπίπτει στην εκπροσωπευτική εξουσία του αιτούντος, ως κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας και δεν ανάγεται στις σχέσεις της κοινοπραξίας με τρίτους, ε) ότι, συνεπώς νομίμως αυτός, με την ανωτέρω ιδιότητα, οπισθογράφησε προς την Εθνική ...
και κατέθεσε προς είσπραξη σε ατομικό του λογαριασμό κατάθεσης στην ίδια τράπεζα τις με αριθμούς …251-0 και …350-2 επιταγές, ποσού 871.252,25 ευρώ και 14.500 ευρώ, αντίστοιχα, τις οποίες είχε εκδώσει το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας για την πληρωμή του 5ου λογαριασμού του έργου, στ) ότι συνακόλουθα η γενόμενη οπισθογράφηση των παραπάνω επιταγών από την Κοινοπραξία προς την Εθνική ...
με μόνη την υπογραφή του αιτούντος ήταν κατά πάντα έγκυρη και ισχυρή, η δε θέση της πληρώτριας Τράπεζας της Ελλάδος ότι η οπισθογράφηση ήταν μη κανονική δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο νόμο και ζ) ότι υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαίωμα της καθ' ης (πληρώτριας) να ελέγξει την τυπική νομιμοποίηση του αιτούντος ως οπισθογράφου των επίμαχων επιταγών(άρθρα 3, 19, 23 και 35 του ν.5960/33) και να μην πληρώσει αυτές ασκείται, έναντι του αιτούντος, καταχρηστικά.
Ότι, κατόπιν των ανωτέρω, δέχθηκε την αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, απέρριψε την πρόσθετη υπέρ της πληρώτριας τράπεζας πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η καθής η αίτηση "... ΑΕ" υπέχει υποχρέωση, ως πληρώτρια τράπεζα, να πληρώσει στον αιτούντα, ως κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, τις επίδικες επιταγές, καθώς και τις επιταγές που θα εκδοθούν μελλοντικά σε διαταγή της κοινοπραξίας για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ότι ακολούθως ο πρώτος αναιρεσίβλητος, νομιμοποιούμενος από την ανωτέρω διαιτητική απόφαση, προέβη στην είσπραξη όλων των επιταγών που εκδόθηκαν για την εργολαβική αμοιβή συνολικού ύψους 19.928.216 ευρώ, το οποίο υπεξαίρεσε καταθέτοντας στη συνέχεια τα ποσά των επιταγών σε ατομικό του λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ζημιά της περιουσίας της Κοινοπραξίας και περαιτέρω της ίδιας της αναιρεσείουσας που ως μέλος της είχε αξίωση απολήψεως του 50% των κερδών.
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αφού συνεκδίκασε τις δύο ως άνω αγωγές, τις απέρριψε ως απαράδεκτες με τη σκέψη ότι, με βάση τα εξιστορούμενα σ' αυτές, η ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον και κατ' ακολουθίαν δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να ζητήσει την ακύρωση και την αναγνώριση της ανυπαρξίας της ένδικης διαιτητικής απόφασης, διότι α) δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αυτής, β) η έκδοσή της δεν επιφέρει άμεσες δυσμενείς έννομες συνέπειες σε βάρος της και γ) το ζήτημα της επικαλούμενης υπεξαιρέσεως της εργολαβικής αμοιβής από τον πρώτη αναιρεσίβλητη μπορεί να ερευνηθεί σε άλλη δίκη.
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, δεχόμενη τα ανωτέρω, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68, 896, 897, 899 παρ. 1, 901 ΚΠολΔ τις οποίες δεν ερμήνευσε ορθά. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι με βάση το ως άνω παρατιθέμενο περιεχόμενο των αγωγών, αληθές υποτιθέμενο, η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται για την άσκηση των ένδικων αγωγών.
Ειδικότερα, έχοντας έννομο συμφέρον, παρενέβη παραδεκτά στη διαιτητική δίκη υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος, η νίκη ή η ήττα της οποίας θα είχε άμεσες αντανακλαστικές συνέπειες και στη δική της έννομη θέση. Εφόσον δε η διαιτητική δίκη απέβη σε βάρος του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη, γεννάται λόγω της "ενέργειας της παρέμβασης" και σε βάρος της δέσμευση από τη διαιτητική απόφαση να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τις συνέπειές της, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, έτσι ώστε έχει έννομο συμφέρον και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει τις αγωγές των άρθρων 899 και 901 ΚΠολΔ για να ανατρέψει το σε βάρος -του υπερού παρενέβη διαδίκου- δυσμενές δεδικασμένο της διαιτητικής απόφασης, που αναγκαία επηρεάζει και τη δική της έννομη θέση.
Πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό στην προκείμενη περίπτωση, που η διαιτητική απόφαση προσέδωσε νομιμότητα στις (δυσμενείς για την έννομη θέση της αναιρεσείουσας) ενέργειες του διαδίκου που νίκησε, δηλαδή του πρώτου αναιρεσίβλητου, να εισπράττει και να διαχειρίζεται αυτός ατομικά την ανήκουσα στην Κοινοπραξία εργολαβική αμοιβή, αφού (η αναιρεσείουσα) έχει τελικά υποχρέωση να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τις συνέπειες της διαιτητικής απόφασης, έστω και αν δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου της.
Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3269/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα τις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ