1679/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1679/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 20-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1679 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1679/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη μετονομασθείσας σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), ύστερα από συγχώνευση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Διάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 20-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, το οποίο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, ενώ μετά την ισχύ του νόμου 3906/2011 (άρθρ. 79 παρ.2 αυτού) και στις μισθώσεις που συνάπτονται κατά τις διατάξεις του π.
δ. 715/1979, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β)η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην παραπάνω διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση για να αποκρουστεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη μισθωτική σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατ’ άρθρ. 216 παρ.1 και 118 αριθμ.4 ΚΠολΔ, να εκτίθενται με ακρίβεια σ’ αυτό και να γίνεται μνεία ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς η αγωγή θα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.
Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Έτσι, γενικής φύσης περιστατικά και ιδίως τυχαία που συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση (ή μείωση) της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης (ή μείωσης) της ζήτησης για μίσθωσης ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κλπ., ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν.
Αντίθετα, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την, καλή πίστη, και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του υπόψη άρθρου δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών κλπ. (ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 998/2014).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσo ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ.Ολομ. 3/2014, ΑΠ Ολομ. 9/1997).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος, και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.
Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται ή ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, ή αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ 762/2015).
Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.
Τη συνδρομή, πάντως, των αδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία πού ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με όλ αυτά, τα στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι κατ’ άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και, συνεπώς, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμιά συνέπειά της, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης - από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή - συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.
Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης που συντρέχουν κάθε φορά, καθόσον το άρθρο 288 υπηρετεί την καλόπιστη εκπλήρωση και λειτουργία της ενοχής, ώστε δεν είναι επιτρεπτό να το επικαλείται ο κακόπιστος και να ζητεί προστασία στο όνομα της καλής πίστης, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Επομένως, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, πρέπει να ιστορούνται στην αγωγή και τα περιστατικά - ήτοι η μισθωτική αξία όμορων ή και παράπλευρων το μίσθιο ακινήτων ή ακινήτων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο με το μίσθιο σκοπό - από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, 4) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 1556/2014, ΑΠ 1731/2013, ΑΠ 867/2013).
Τέλος, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα.
Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του Κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, ελέγχονται με τους από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομε’ νου της από 8-10-2009 αγωγής προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια ισχυρίζονταν ότι:
Με το από 21-11-2000 ιδιωτικό - συμφωνητικό μισθώσεως, που συνήφθη στη Ρόδο, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας, η εναγομένη της εκμίσθωσε το ακίνητό της, το οποίο με λεπτομέρεια περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο, ζαχαροπλαστείο, "μίνι μάρκετ". Η μίσθωση συμφωνήθηκε για πέντε (5) έτη και μετά την λήξη της παρατάθηκε και έχει καταστεί αορίστου χρόνου.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 11.115,87 ευρώ και το πέμπτο έτος στο ποσό των 15.172 ευρώ, και για τα λοιπά έτη παράτασης συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά τον πλήρη δείκτη πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, προσαυξανόμενο κατά 2% με ελάχιστο ποσοστό αναπροσαρμογής το 5% με αποτέλεσμα το μηνιαίο μίσθωμα τον Νοέμβριο του 2008 να ανέρχεται σε 18.741,55 ευρώ.
Μετά την σύναψη, όμως, της σύμβασης μισθώσεως και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο 2009 έχουν λάβει έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, που συνίστανται: α) στο κλείσιμο, λόγω επιβολής μέτρων ασφαλείας στα μεγαλύτερα εμπορικά λιμάνια της χώρας στα πλαίσια της Συνθήκης SERGEN της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της προϋφισταμένης ελεύθερης διέλευσης σε όλες τις εισόδους του κεντρικού εμπορικού λιμένα της Ρόδου, όπου βρίσκεται το μίσθιο κατάστημα, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται η είσοδος μόνο στους εργαζόμενους και στο άμεσα επιβιβαζόμενο κοινό και β) στην μεταφορά πλαγιοδέτησης όλων των μεγάλων επιβατικών πλοίων από τον κεντρικό εμπορικό λιμένα της Ρόδου, όπως προειπώθηκε, βρίσκεται το μίσθιο κατάστημα, αλλά και στην παραχώρηση και λειτουργία από τον Αύγουστο 2003 του Καταστήματος Αφορολογήτων ειδών στο ίδιο διώροφο κτίσμα που στεγάζεται το μίσθιο, το οποίο διαθέτει προς πώληση όμοια είδη με εκείνα που εμπορεύεται το επίδικο μίσθιο ακίνητο και μάλιστα σε χαμηλότερες τιμές.
Ότι τα ανωτέρω έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά επέφεραν ουσιώδη μεταβολή οικονομικών συνθηκών η οποία δημιουργεί σημαντική δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής στην ένδικη μισθωτική σχέση με αποτέλεσμα η μισθωτική αξία, του εν λόγου μισθίου να μην είναι ανώτερη των 9000 ευρώ τον μήνα. Έτσι μεταξύ του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαπραγμάτευσης (κατά την αγωγή σελ.5 σειρά 25η) προκύπτει διαφορά, ώστε να επιβάλλεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μείωση του μισθώματος για τον χρόνο από τον Νοέμβριο 2009 στο ποσό των 9000 ευρώ.
Κατόπιν τούτου η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναπροσαρμοσθεί, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, άλλως κατ’ άρθρο 388 του ίδιου Κώδικα, το μηνιαίο μίσθωμα από την επίδοση της αγωγής στο ποσό των 9.000,00 Ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω της αοριστίας του δικογράφου της και ως προς τις δύο βάσεις της, όπως ορθά αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη 52/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ειδικής διαδικασίας των άρθρων 645 επ. ΚΠολΔ, η οποία απέρριψε την από 17.1.2012 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 65/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε την ένδικη αγωγή για την ως άνω αιτία. Ειδικότερα:
α) ως προς την κύρια βάση, δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στο άρθρο 288 ΑΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, αν και αρχικά επικαλείται ότι η μισθωτική αξία του επίδικου μισθίου μειώθηκε και ότι είναι δυσανάλογα μικρότερη του μισθώματος που καταβάλλει, στη συνέχεια δεν εκθέτει κάποια συγκεκριμένα περιστατικά που να θεμελιώνουν τον αγωγικό αυτόν ισχυρισμό.
Αναλυτικότερα, 1) δεν μνημονεύει σχετικά συγκριτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και τη, συνακόλουθα, αντίστοιχη ζημία της ως άνω μισθώτριας, ούτε μνημονεύεται η μισθωτική αξία όμορων και ομοειδών συγκεκριμένων καταστημάτων ή τυχόν άλλων ομοειδών καταστημάτων μίσθιων ακινήτων που βρίσκονται μέσα ή κοντά σε άλλα αρχαιολογικά μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και 2) όπως έχει προεκτεθεί, δεν διαλαμβάνει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τη σημαντική μείωση του εισοδήματος της και, επομένως, τη ζημία του με την παράθεση των προσδιοριστικών στοιχείων του κύκλου εργασιών (τζίρου) του κυλικείου-ζαχαροπλαστείου-Mini Market από την αρχή της λειτουργίας της σύμβασης μίσθωσης και του ποσοστού της πτώσης αυτού, μη αναφέροντας συγκεκριμένα στοιχεία της κατανάλωσης του καταστήματος της σε όλη αυτήν τη χρονική περίοδο ή την κατανάλωση που προβλέφθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη και κυρίως από την αναιρεσείουσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης, έτσι ώστε, με βάση όλα τα προπαρατιθέμενα στοιχεία, να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί στον καθορισμό του ελεύθερου μισθώματος, ήτοι εκείνου που είναι δυνατό να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαπραγμάτευσης και, ακολούθως, να κρίνει αν μεταξύ των δύο αυτών μισθωμάτων (καταβαλλόμενου και ελεύθερου) υπάρχει διαφορά αλλά και αν η εν λόγω διαφορά είναι τέτοια ώστε η εμμονή στην καταβολή του μισθώματος να εμφανίζεται ως αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ως προς δε την επικουρική βάση: εκτός από την απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου (ΑΚ 388), δεν γίνεται μνεία σ’ αυτήν των περιστατικών στα οποία -ρητά ή σιωπηρά- οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος-αναψυκτηρίου στη Θεσσαλονίκη και στη μη μεταβολή των οποίων πρέπει να απέβλεψαν αυτοί, υπό την έννοια ότι, αν την προέβλεπαν, δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση, ούτε και περιέχονται περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να συγκριθούν στο σύνολο τους η παροχή και η αντιπαροχή και να καταστεί έτσι δυνατή η περαιτέρω κρίση αν οι συνέπειες για τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα μισθωτή έγιναν πράγματι δυσβάστακτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτός ανέλαβε.
Η εν λόγω αοριστία δεν καλύπτεται με την παράθεση στην αγωγή της προς το χειρότερο εξέλιξης της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης της ενάγουσας μισθώτριας με την επίκληση ότι "...ο ετήσιος αριθμός επιβιβαζομένων και αποβιβαζομένων ήταν κατά την έναρξη της μίσθωσης άνω των 840.000 επιβατών ετησίως, χωρίς αναφορά, τουλάχιστον, στην μείωση αριθμού των εν λόγω επιβατών κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και ότι διαπιστώνεται ότι υπήρχε ουσιώδης μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία, χωρίς δική της υπαιτιότητα προέκυψε μετά την σύναψη της ένδικης μίσθωσης, στις οποίες οικονομικές συνθήκες, υπολογίζοντας με την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις υποσχέσεις της εναγομένης απέβλεψε κατά την σύναψη της μισθωτής σχέσης ...", έτσι ώστε, μόνη αυτή, να δύναται να επισύρει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, πολύ περισσότερο που δεν διαλαμβάνεται, κατά συγκεκριμένο τρόπο, η σημαντική μείωση των εισπράξεων του ενάγοντος (πτώση του τζίρου του) με την αναφορά των προσδιοριστικών στοιχείων του κύκλου εργασιών (τζίρου) του καταστήματος της και ιδίως των συγκεκριμένων στοιχείων της κατανάλωσης του καταστήματος της, σε σχέση με τη, μη μνημονευόμενη επίσης, κατανάλωση του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, όταν δηλαδή λειτούργησε η μίσθωση πριν συμβούν τα επικαλούμενα απ’ αυτήν περιστατικά.
Επομένως είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης ως προς όλες τις αιτιάσεις του, οι οποίες συνιστούν πλημμέλειες από τους αριθ.8 και 14 και όχι εκείνες των αριθ.1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την ποιοτική αοριστία της ένδικης αγωγής δηλαδή την έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των εφαρμοστέων κανόνων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ και πρέπει ν’ απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) που κατέθεσε και προτάσεις και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-2015 αίτηση για αναίρεση της 52/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ