1679/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Legislator headnote
AI generated1679/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Full text
Απόφαση 1679 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Αριθμός 1679/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζυγούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Λ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 8) Ζ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., 9) Γ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 10) Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ά. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 13) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 14) Ζ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 15) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 17) Ξ. Τ. του Ε., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντώναρο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-9-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του, ενώ σύμβαση μίσθωσης έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, απαγορευομένης της ανανέωσης ή παράτασης της σύμβασης μίσθωσης έργου κλπ.
Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση. κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.
Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" (ΕΕΤΑΑ), με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με τους ως άνω εναγομένους την 22-1-2001, παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 31-1-2003, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Κοζάνης ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ' αυτήν αιτίες), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 199/2009 απόφαση του, μεταξύ άλλων, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την αναγνώριση των επίδικων συμβάσεων εργασίας ως αορίστου χρόνου, ότι με την ΥΑ 34100/1999, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ. 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, διάρκειας 24 μηνών διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας µπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε το ποσό των 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από τον 0.Α.Ε.Δ.., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε ποσό των 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από το Υπ.
ΕΣ.Δ.Δ.Α.. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕ.Δ.ΚΕ.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (βλ.
άρθρο 5), β) ότι το έργο, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ., ΚΕΔΚΕ, ΕΕΤΑΑ), η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού καθώς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζόμενων φορέων, για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της ΕΕΤΑΑ, στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και η έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. (...).
Οι επτά φορείς συμβλήθηκαν κατά το άρθρο 25 ν. 2738/1999, καταρτίζοντας τις από 9-12-1999 και 5-1-2000 προγραμματικές συμβάσεις, όπου στο άρθρο 1 & 2 παρ. β' και γ' αυτών αναφέρθηκε ότι το έργο περιλαμβάνει και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα.
Με τις προγραμματικές συμβάσεις επίσης καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες κάθε φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην Υ.Α. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ, ΕΕΤΑΑ), και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), β) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολούμενων στο πρόγραμμα (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α.
πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από την 07. 00' έως την 15.00', η β' βάρδια από την 15.00' έως την 23.00 και η γ' βάρδια από την 23.00' έως την 07.00' και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α.
Προβλέφθηκε, επίσης, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, και με την από 21-2-2000 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι δικαιούχοι ΟΤΑ μεταξύ των οποίων και ο Δήμος Κοζάνης, συνάφθηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Κοζάνης και των εναγόντων οι από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα. Ας σημειωθεί ότι ο Δήμος Κοζάνης επέλεξε έντεκα σχολεία για να κατανείμει τους ασκούμενους, πλην όμως οι φορείς του προγράμματος ενέκριναν την επιλογή μόνο ορισμένων σχολείων στους οποίους και κατανεμήθηκαν οι ενάγοντες, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την Ε.Ε.Τ.Α.Α., 4) να επιμεληθεί της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α.
και με τη συνεργασία της, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. πριν την εφαρμογή του, 6) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνει την παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 7) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου και το στέλεχος του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα:
να συντονίζει, να παρακολουθεί και να υποστηρίζει οργανωτικά το πρόγραμμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
εντός μιας βδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων - παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων - παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος.
Προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε ο Δήμος Κοζάνης όρισε τον Ε. Π. ως εκπρόσωπό του και τον Ι. Ν., ως στέλεχος. Στη συνέχεια η Ε.Ε.Τ.Α.Α., την 22-1-2001 σύναψε µε τον Ι. Ν. σύµβαση µε την οποία του ανέθεσε και ο Ι. Ν. ανέλαβε, έναντι αμοιβής, να συντονίσει, να παρακολουθήσει και να οργανώσει την υποστήριξη του προγράμματος και ειδικότερα να πράξει ό,τι είχε οριστεί ως αρμοδιότητα του στις από 21-1-2001 και 23-2-2001 συµβάσεις συνεργασίας που υπέγραψε ο Δήµος Κοζάνης µε την Ε.Ε.Τ.Α.Α.
Η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε µε τους ίδιους όρους την 1-7-2002, µέχρι την 21-1-2003, οπότε παρέρχονται οι είκοσι τέσσερις μήνες του προγράμματος, δηλαδή ολοκληρωνόταν η δεύτερη φάση αυτού απασχόλησης των δέκα τριών μηνών, επίσης, την 22-12-2001 καταρτίστηκαν νέες συµβάσεις μεταξύ Ε.Ε.Τ.Α.Α., του Δήµου Κοζάνης και των εναγόντων, σύμφωνα µε τις οποίες παρατάθηκε η διάρκεια των από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμφωνητικών συνεργασίας µέχρι την 30-6-2002 και την 1-7-2002 µε νέες συμβάσεις παρατάθηκε η διάρκεια των ως άνω συμφωνητικών µέχρι την 21-1-2003.
Καθ' όλο το διάστημα που κάλυπταν τα ανωτέρω συμφωνητικά, οι ενάγοντες, αφού παρακολούθησαν ενημερωτική συνάντηση, εκτελούσαν καθήκοντα φύλακα των σχολείων όπου τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι σε οκτάωρη βάση σε µία από τις τρεις βάρδιες και πολλάκις σαββατοκύριακα και αργίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην διάγνωση ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήµος Κοζάνης, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος-φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας, συνδεόµενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν.
Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ.1 και 15 ν.2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 103 παρ.2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ενώ εξάλλου δεν ετέθη θέμα μετατροπής συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας, ούτε το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε τέτοια μετατροπή, κρίναν απλώς ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ήταν επιτρεπτό κατά νόμο να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2010 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Κοζάνης" (ΟΤΑ) για αναίρεση της 199/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ