Supreme Court dismisses appeal against insurance contract terms, ruling arguments inadmissible due to lack of specificity and prior presentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against an insurance company regarding the validity of contract terms. The appellants argued that certain clauses were abusive and unenforceable, claiming the insurer failed to negotiate specific terms with the insured. The court rejected these claims because the arguments regarding consumer protection and specific distance clauses were not presented clearly or sufficiently before the lower courts to affect the trial's outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(6) of Law 2251/1994 and Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not raised specifically and legally before the court of first instance, rendering the lower court's failure to consider it non-existent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1679 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1679/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσειόντων: Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κουτούγερα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "CITILIFE AΕ" η οποία εδρεύει στο Βέλγιο και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10148/2001 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 2491/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και 6619/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2005 αίτησή τους και τους από 22-2-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 18-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 18-11-2005 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτά ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 22-2-2006 πρόσθετοι λόγοι αυτής, αντίγραφο των οποίων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει τούτο από την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο ασφαλισμένος με ομαδικό ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, παρέχει, εκτός άλλων, κάλυψη κινδύνων ζωής ή ατυχήματος.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994, αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές".
Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".
Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (Ολ ΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.
Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο ιγ', σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, με τα αναφερόμενα σ` αυτές κριτήρια για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.
Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή, για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργησή του.
Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παράβαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, έκρινε βάσιμη την ένσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη του θανάτου ασφαλισμένου της, διότι, σύμφωνα με σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο θάνατος αυτού συνέβη σε απόσταση μικρότερη των 35 χιλιομέτρων από τον τόπο της μόνιμης διαμονής του, όπως ο τόπος αυτός προσδιορίζεται ειδικά στη σύμβαση ασφαλίσεως και αφού απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας ως καταχρηστικού του προαναφερθέντος γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, απέρριψε ακολούθως ως αβάσιμη την αγωγή αυτών με την οποία ζητούσαν την καταψήφιση της αναιρεσίβλητης στην καταβολή σ' αυτούς, ως δικαιούχων του ασφαλίσματος, λόγω της ιδιότητάς τους ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος ασφαλισμένου Α, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.
Για να καταλήξει το Εφετείο στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Η ΑΕ DINERS CLUB ΕΛΛΑΔΟΣ συμβλήθηκε με την αναιρεσίβλητη βελγική ασφαλιστική εταιρία στις 27-8-1994 και συνήψε με αυτήν το υπ' αριθμ. ..... Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης. Κατά τους όρους αυτής της ασφαλιστικής σύμβασης, ασφαλισμένοι είναι όλοι οι κάτοχοι της πιστωτικής κάρτας diners, που υποβάλει η αντισυμβαλλόμενη DINNERS CLUB ΕΛΛΑΔΟΣ.
Κατά την ασφαλιστική σύμβαση, μεταξύ των καλυπτόμενων κινδύνων ρητώς προβλέφθηκε η ασφάλεια μετακινήσεων του ασφαλισμένου, η οποία εξειδικεύεται στη σύμβαση ως εξής: Εάν η απώλεια ζωής ή η μόνιμη ολική ή μερική ανικανότητα επέλθουν κατά τη διάρκεια μετακινήσεως ή ταξιδιού του ασφαλισμένου, ή ενώ ο ασφαλισμένος παραμένει στον τόπο προορισμού του ή ενδιάμεσα, ή επιστρέφει στον τόπο της μόνιμης διαμονής του, εφόσον το ατύχημα συμβεί σε ακτίνα ίση ή μεγαλύτερη από 35 χλμ.
από τον τόπο της διαμονής του θα καταβάλλεται ποσό ίσο με αυτά που περιγράφονται παρακάτω: Θάνατος από ατύχημα 20.000.000 δρχ. Επίσης, με το ίδιο ποσό ασφαλίσματος και με τον ίδιο όρο καλύπτεται και η μόνιμη ανικανότητα από ατύχημα, και η μερική ανικανότητα για ποσό 10.000.000 δρχ. Ενώ με τον όρο στ' επεξηγείται η έννοια της μόνιμης διαμονής ως εξής: "Μόνιμη διαμονή ο τόπος μόνιμης διαμονής του Ασφαλισμένου.
Σε περίπτωση που ο Ασφαλισμένος μένει μόνιμα σε άλλη περιοχή από αυτήν στην οποία ζει και εργάζεται τους τρεις τελευταίους μήνες πριν το ατύχημα, τότε θα θεωρείται σαν μόνιμη διαμονή η περιοχή των τελευταίων τριών μηνών". Περαιτέρω με τον γενικό όρο κ' του ίδιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίζεται ότι η ακτίνα των 35 χλμ.
από τον τόπο της διαμονής ορίζεται από τις χιλιομετρικές αποστάσεις που καθορίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Έτσι ο θάνατος ασφαλισμένου που θα συμβεί στον τόπο της διαμονής του, είτε σε απόσταση μικρότερη από 35 χλμ. δεν αποτελεί καλυπτόμενο από την ασφάλιση κίνδυνο. Η ρήτρα αυτή, η οποία ήταν ενσωματωμένη στο ασφαλιστήριο (υπ' αριθμ. 2 του πίνακα παροχών), είναι απόλυτα σαφής και ορισμένη, αφού με χωρίς καμία αμφίβολη έκφραση το νόημα της γίνεται αμέσως κατανοητό από κάθε συναλλασσόμενο, ενδιαφερόμενο, γνωρίζοντα απλή ανάγνωση, χωρίς την ανάγκη να καταφύγει σε κάποια ερμηνευτική διαδικασία.
Ορίστηκε περαιτέρω εν τέλει της ασφαλιστικής σύμβασης ότι " Οι γενικοί όροι .... έχουν ισχύ και εφαρμογή και στην ανωτέρω παροχή θανάτου ...". Η εν λόγω ρήτρα του περιορισμού του ασφαλιστικού κινδύνου από ατυχήματα που αποτελούν παραγωγική αιτία θανάτωσης του ασφαλισμένου μόνο σε απόσταση μεγαλύτερη των 35 χλμ.
από τον τόπο της μόνιμης διαμονής του, όπως αυτός σαφέστατα προσδιορίστηκε από τα συμβληθέντα μέρη κατά τα ανωτέρω και όχι κατά τον ΑΚ, για την κατοικία, δεν ενέχει τον χαρακτήρα της καταχρηστικότητας με την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι: Κατ' αρχήν δεν δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία, ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση και μάλιστα κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης.
Ειδικότερα το μεν ύψος του ασφαλίσματος σε περίπτωση της ασφαλιστικής περίπτωσης του θανάτου από ατύχημα ανέρχεται στο σημαντικό ποσό των 20.000.000 δρχ. ενώ το ασφαλιστήριο στο ποσό των 1.100 δρχ. το μήνα το οποίο σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορεί να καλύψει και τους θανάτους από ατυχήματα και κατά τις καθημερινές μετακινήσεις του ασφαλισμένου στον τόπο της κατοικίας του ή της μόνιμης διαμονής του με την ανωτέρω έννοια.
Άλλες περιστάσεις που περιέβαλαν την σύναψη της σύμβασης, ή άλλες ρήτρες αυτής, ή άλλη σύμβαση από την οποία αυτή εξαρτάται, δεν επικαλούνται τα μέρη, ώστε να συνεκτιμηθούν για τον έλεγχο της καταχρηστικότητας της παρούσας ρήτρας. Εν όψει αυτών η ανωτέρω ρήτρα δεν είχε ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων, σε βάρος του ασφαλισμένου, ιδίως δε με τη συνομολόγηση αυτού του όρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλείεται ή περιορίζεται υπέρμετρα η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας.
Αποδείχθηκε ακόμα ότι μεταξύ των ασφαλισμένων, ως κάτοχος πιστωτικής κάρτας DINERS, ήταν και ο Α, υιός των εναγόντων. Ο εν λόγω ασφαλισμένος στις 24-3-1999 θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα στο 7ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ... - ... . Ο θανατωθείς όταν ήταν στη ζωή ήταν κάτοικος ..., από την 24-10-1997, όμως σταθερά και συνέχεια διέμενε στην πόλη της ..., όπου φοιτούσε στην Αστυνομική Σχολή η οποία λειτουργεί εκεί ακριβώς που έγινε το ατύχημα.
Κατά συνέπεια, ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε το τροχαίο ατύχημα από το οποίο προήλθε αυτός, συνέβη σε ακτίνα μικρότερη των 35 χιλιομέτρων από την πόλη της ... στην οποία ζούσε και φοιτούσε τους 18 τελευταίους μήνες πριν από το ατύχημα και κατά τη διάρκεια συνήθους μεταβάσεώς του στη σχολή όπου φοιτούσε, περίπτωση η οποία και αυτή είχε αποκλειστεί από την ασφαλιστική κάλυψη με την ίδια ανωτέρω ρήτρα.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, αβάσιμη την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του προδιατυπωμένου από την αναιρεσίβλητη γενικού όρου περιορισμού του ασφαλιστικού κινδύνου από ατυχήματα που αποτελούν αιτία θανάτωσης του ασφαλισμένου μόνο σε απόσταση μεγαλύτερη των 35 χιλιομέτρων από τον τόπο της μόνιμης διαμονής του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμία από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ'αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.
Ειδικότερα ο εν λόγω όρος δεν είναι καταχρηστικός, καθ` όσον δεν έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του ασφαλισμένου, ούτε περιορίζει η αποκλείει υπέρμετρα την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας ούτε παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, αφού με αυτόν επέρχεται ένας προσδιορισμός της ασφαλιστικής καλύψεως με βάση το ασφάλιστρο που εισπράττει ο ασφαλιστής, το οποίο σε περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως, όπως εν προκειμένω είναι σημαντικά χαμηλότερο εκείνου που ορίζεται σε περίπτωση προσωπικής ασφάλισης, δηλαδή πρόκειται εδώ για ρύθμιση της παροχής που αντιστοιχεί τη παροχή του ασφαλισμένου με βάση τον κανόνα παροχής-αντιπαροχής.
Το περιεχόμενό του εξάλλου είναι διατυπωμένο με τόση σαφήνεια, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βούλησης και απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει από τη χρονική στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης στην πραγματική τους έκταση, τα δικαιώματά του και τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδιαίτερα όσον αφορά την έννοια της μόνιμης διαμονής του.
Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την μη καταχρηστικότητα του όρου αυτού της ασφαλιστικής σύμβασης που προέβλεπε τον περιορισμό του ασφαλιστικού κινδύνου από ατυχήματα που αποτελούν παραγωγική αιτία θανάτωσης του ασφαλισμένου μόνον σε απόσταση μεγαλύτερη των 35 χιλιομέτρων από τον τόπο της μόνιμης διαμονής του, η παραδοχή δε του Εφετείου, ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το χαμηλό ασφάλιστρο δεν μπορεί να καλύψει και τους θανάτους από ατυχήματα και κατά τις καθημερινές μετακινήσεις του ασφαλισμένου, αφορά συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναγόμενο στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις πορίσματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην περίπτωση παραβιάσεως ευθέως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ` αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, λ.χ.
με τη λήψη στοιχείων εκτός συμβάσεως, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά τον προσδιορισμό της έννοιας "μόνιμη διαμονή" που περιγράφεται στον όρο 1 παρ.
θ της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο "μόνιμη διαμονή θεωρείται ο τόπος που διαμένει μόνιμα ο ασφαλισμένος. Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος διαμένει μόνιμα σε άλλη περιοχή από αυτή που ζει και εργάζεται τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την επέλευση του ατυχήματος, τότε θα θεωρείται σαν τόπος μόνιμης διαμονής του ο τόπος που ζει και εργάζεται τους τρεις τελευταίους μήνες", με το να μη δεχθεί ότι ερμηνευόμενος ό όρος αυτός σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ως μόνιμη διαμονή νοείται η κατ' άρθρο 51 του ΑΚ κατοικία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματι την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στον παραπάνω όρο και προχώρησε σε ερμηνεία αυτού, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω απαλλακτική για την αναιρεσίβλητη ρήτρα, "η οποία ήταν ενσωματωμένη στο ασφαλιστήριο, είναι απόλυτα σαφής και ορισμένη, αφού με χωρίς καμία αμφίβολη έκφραση το νόημά της γίνεται αμέσως κατανοητό από κάθε συναλλασσόμενο, ενδιαφερόμενο, γνωρίζοντα απλή ανάγνωση, χωρίς την ανάγκη να καταφύγει σε κάποια ερμηνευτική διαδικασία" καθώς επίσης και ότι ο τόπος διαμονής, όπως περιγράφεται στον ανωτέρω όρο, προσδιορίσθηκε σαφέστατα από τα συμβληθέντα μέρη κατά την ανωτέρω έννοια και όχι κατά τον ΑΚ για την κατοικία.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι δεν προτάθηκαν ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται κατά τη διάταξη αυτή την αναίρεση της αποφάσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ως εκ τούτου ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε τον προβληθέντα από την αναιρεσίβλητη με την έφεσή της ισχυρισμό "ότι σε περίπτωση ασφαλιστικής συμβάσεως με συμφωνηθέν χαμηλό ασφάλιστρο, η ασφαλιστική εταιρεία δικαιούται να περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της που πηγάζει από ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, η παραδοχή τέτοιου ισχυρισμού δεν συνιστά πλημμέλεια του αμέσως ανωτέρω (ή άλλου) αναιρετικού λόγου.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος αλλά και που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, για να σχηματίσει το άνω σαφές πόρισμά του έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν. Από τη διαβεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δηλαδή την υπ' αριθμ. 6022/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την από 20-4-2000 βεβαίωση του Διοικητή της Σχολής Αστυφυλάκων, το από 20-11-1998 εισιτήριο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το από 6-3-2000 υπηρεσιακό σημείωμα του Διοικητή της Σχολής Αστυφυλάκων την από 15-7-1999 βεβαίωση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Αττικής, την από 20-5-1999 κατάθεση του μάρτυρα Β, την από 24-3-1999 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και την από 24-3-1999 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι ο θανών γιος και αδελφός τους ήταν εν ζωή κάτοικος ..., γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του, έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω στοιχεία, η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον οι αναιρεσείοντες αρκούνται σε απλή επανάληψη του κειμένου του νόμου, χωρίς να αναφέρουν κανένα από τα προαναφερθέντα, αναγκαία για τη θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχεία.
Επίσης, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στο διατακτικό αλλά στο αιτιολογικό της αποφάσεως. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Τέτοιο δίδαγμα κοινής πείρας, δεν αποτελεί το γεγονός ότι επί ομαδικής ασφαλίσεως οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν συναρτούν το ποσό του ασφαλίσματος από το ασφάλιστρο αλλά από τον μαζικό αριθμό πελατών, το εκ του αριθμού αυτού εκπορευόμενο κέρδος και την ελάχιστη πιθανότητα να επισυμβεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το παραπάνω δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην κρίση ότι επρόκειτο περί συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως με συμφωνηθέν χαμηλό ασφάλιστρο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Για να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αποδίδουν στο Εφετείο την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιον του επαναφερθέντα νομίμως ισχυρισμό ότι "ο ασφαλισμένος θανών δεν δεσμευόταν από τον όρο της ασφαλιστικής συμβάσεως που περιόριζε την ευθύνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας σε περίπτωση που ο θάνατός του συνέβαινε σε απόσταση μικρότερη των 35 χιλιομέτρων από τον τόπο της μόνιμης διαμονής του, διότι αυτός (ασφαλισμένος) δεν είχε αποδεχθεί τον όρο αυτό, ούτε είχε αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ αυτού και εκείνης και ως εκ τούτου ο όρος αυτός δεν ήταν δεσμευτικός για εκείνον".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 δεν είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και ειδικότερα δεν επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ήτοι ανυπαίτια από τον ασφαλισμένο άγνοια του απαλλακτικού όρου κατά την κατάρτιση της συμβάσεως και μη υπόδειξη αυτού ή στέρηση της δυνατότητας να λάβει αυτός γνώση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός, ως αόριστος, ήταν επουσιώδης και το Εφετείο που παρέλειψε να τον λάβει υπόψη, δεν υπέπεσε στην από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2005 αίτηση και τους από 22-2-2006 προσθέτους λόγους των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6619/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ