Legislator Case Law & Legislation
1679/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and unsupported factual findings.

Case Number 1679/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by Themar A.E.B.E. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents and accepted factual claims without evidence. The court ruled that the lower court properly evaluated sworn testimonies and documents, and that certain arguments regarding the assessment of facts were inadmissible as they touched upon the unreviewable substantive judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)(c) C.P.D.; Art. 559(10) C.P.D.; Art. 561(1) C.P.D.: An appeal is inadmissible if it challenges the unreviewable substantive judgment on facts, and a failure to consider evidence is only established if the document was specifically and clearly invoked in the proceedings.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility substantive judgment review evidence consideration factual findings unreviewable judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11)(c) C.P.D.
Art. 559(10) C.P.D.
Art. 561(1) C.P.D.
Art. 106(1)(b) C.P.D.
Art. 237 C.P.D.
Art. 524(1) C.P.D.
Art. 591(1)(b) & (d) C.P.D.
Art. 346 C.P.D.
Art. 453(1) C.P.D.
Art. 240 C.P.D.
Art. 559(19) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 9/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1679 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1679/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΑΡ Α.Ε.Β.Ε. Μ. ΘΕΟΦΙΛΑΤΟΣ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ταξιάρχη Αμερικανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1475/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 κπαρ. 1 στοιχ.

β΄, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του.

Μπορεί δε να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ.

ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά ένα μέρος του προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη το αντίγραφο του τηρούμενου από την αναιρεσείουσα "βιβλίου παρουσίας προσωπικού", το οποίο κάλυπτε τη χρονική περίοδο από 2-1-2002 έως 12-2-2003, έγγραφο το οποίο, κατά το λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί ως προσκομιζόμενο με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε και συγχρόνως είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη αναφορικά με το ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το ένδικο από 2-1-2002 έως 12-2-2003 χρονικό διάστημα δεν εργάστηκε σ΄ αυτήν (αναιρεσείουσα) "σε επίπεδο ιδιόρρυθμης ή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης", καθώς και αναφορικά με το ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) "δεν εργάστηκε τα Σάββατα που ίδιου χρονικού διαστήματος".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αντιδίκου της και της δικής της αντεφέσεως, μετά την οποία εκδόθηκη η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δεν έγινε με αυτές νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου.

Στις άνω προτάεις, αναφέρεται ότι αυτή προσκομίζει και επικαλείται "όλα τα σχετικά που με επίκληση προσκόμισε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση, τα οποία "ένα προς ένα αναφέρονται στις....... πρωτόδικες προτάσεις" της. Αναφορικά όμως με τις από 9-6-2003 προτάσεις της (επί της από 11/12/2002), γίνεται απλή αντιγραφή τούτων, ενώ, περαιτέρω, όσον αφορά την προσθήκη στις προτάσεις αυτές γίνεται απλή συρραφή τους.

Αναφορικά δε με τις από 22-1-2004 προτάσεις (επί της από 24-3-2003 αγωγής) έχει γίνει απλή συρραφή τους και σ΄ αυτές (μόνο) πράγματι γίνεται επίκληση του προαναφερόμενου εγγράφου. Τούτο όμως δεν αρκεί, για να καταστήσει, σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμιμη (σαφή και ορισμένη) την επίκληση του εγγράφου και κατά τη συζήτηση που έγινε ενώπιον του Εφετείου, αφού με τις προαναφερόμενες προτάσεις ενώπιόν του δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω από 22-1-2004 πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας και δη με την έννοια της επικλήσεως και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη του εν λόγω, φερόμενου ως μη ληφθέντος υπόψη, εγγράφου.

Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, προβάλλεται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί "κατ' εφαρμογή των από τη διάταξη, του άρθρου 559 αρ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρυομένων λόγων αναιρέσεως", κατά τα ειδικότερα στο μέρος αυτού του λόγου αναφερόμενα. Κατά το μέρος του αυτό ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου.

2. -Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι΄ αυτό ο αμέσως πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ως ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή έχει αιτιολογίες επί των αναφερόμενων στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή δεν "περιέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία" επί των αμέσως πιο πάνω ζητημάτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΜΑΡ Α.Ε.Β.Ε. Μ. ΘΕΟΦΙΛΑΤΟΣ" για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1475/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ