Legislator Case Law & Legislation
1678/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease contract futility and inadmissibility grounds.

Case Number 1678/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a landlord and his company against a first-instance judgment in a lease dispute. The court found the lower court's evidence regarding the contract's futility and unusual terms sufficient to reject the appeal's substantive arguments. Additionally, the court ruled the appeal inadmissible because certain claims constituted a denial of the lawsuit rather than a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds constitute a denial of the lawsuit rather than a reviewable issue, and the appeal is dismissed if the lower court's findings on contract futility are supported by sufficient evidence.

Keywords

AI generated
contract futility lease dispute inadmissible appeal denial of lawsuit unusual terms costs award Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1 to 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 section a of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1678 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΛΚΟΡ Μ.ΕΠΕ - Π. Κ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρία", μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρίας - πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 149/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Η ενάγουσα επανέφερε την ως άνω από 6-3-2014 αγωγή της για συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου με την από 16-6-2017 κλήση της.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2018 οριστική του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και 2829/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ, ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ`αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση ή με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 1522/2023, ΑΠ 683/2021, ΑΠ 838/2017) και 2) σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 36/1997, ΟλΑΠ 4/1994, ΑΠ 182/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ2062/2017, ΑΠ 1863/2017).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος, που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά, σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, οπότε θεραπεύονται και οι προηγηθείσες άκυρες διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση ,φέρεται προς συζήτηση η από 14-6-2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. 5819/16-6-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ`αριθμ.2829//2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ) δικάσιμος της οποίας, με πράξη της Προέδρου αυτού του Τμήματος, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες Π. Κ. και η μονοπρόσωπη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΛΚΟΡ Μ.ΕΠΕ - Π. Κ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι`αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ". Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι την ένδικη αίτηση αναίρεσης, για τον προσδιορισμό δικασίμου (κατ`άρθρο 568 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προσήγαγε ο υπογράφων το δικόγραφο αυτής δικηγόρος Ευάγγελος Νικολόπουλος, ο οποίος και συνέταξε την κλήση προς την αναιρεσίβλητη για συζήτηση της αίτησης για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Από το με αριθμό 2249/5-7-2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μαρίας Ελένης Καμπαδέλλη προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Π. Κ. παρέσχε στον ως άνω δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκήσει αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2829/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου του, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απροσβλητες σαν να έγιναν από αυτόν τον ίδιο.

Με την ως άνω, πληρεξουσιότητα ο πρώτος επισπεύδων τη συζήτηση, ενέκρινε όλες τις προπαρασκευαστικές, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, πράξεις του προαναφερόμενου δικηγόρου.

Συνεπώς, αφού δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση θα συζητηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, που επίσης φέρεται να επισπεύδει τη συζήτηση, είχε χορηγήσει στον ως άνω, φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι η ίδια πιο πάνω αναιρεσείουσα (για την οποία δεν προκύπτει ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα), έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον πρώτο αναιρεσείοντα (που επισπεύδει εγκύρως τη συζήτηση) ή από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απούσα.

Συνεπώς, ενόψει του ότι - όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτά - οι αναιρεσείοντες, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ`εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β`του ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα η οποία συνδέεται με τον πρώτο με σχέση απλής ομοδικίας και ως προς την οποία πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Η κρινόμενη από 14-6-2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. 5819/16-6-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ`αριθμ.2829/17-3-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (17-3-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", με αγωγή της ,την οποία απηύθυνε προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι, δυνάμει νομίμως μεταγραφείσας περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, κατέστη κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο ανήκε στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα Π.

Κ. Ότι κατά τη διαδικασία αποβολής του από το ακίνητο πληροφορήθηκε ότι αυτός το είχε εκμισθώσει στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα μονοπρόσωπη εταιρεία, με την επωνυμία "ΚΑΛΚΟΡ Μ.ΕΠΕ-Π. Κ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, με σταθερό μίσθωμα για όλη την διάρκεια της μίσθωσης, ύψους 325 ευρώ μηνιαίως και με δικαίωμα υπεκμίσθωσης, καθώς και ότι η μισθώτρια-δεύτερη εναγομένη, το είχε υπεκμισθώσει στην Ε.

Σ., η οποία κατοικούσε σε αυτό. Ότι η συναφθείσα μεταξύ των εναγόμενων μίσθωση είναι εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, διότι έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, χωρίς να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέλησή τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω μίσθωση είναι άκυρη λόγω εικονικότητας, άλλως ως καταδολιευτική, και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά τη τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 149/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, το οποίο, με τη με αριθμό 85/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα ως εικονικής της μεταξύ των εναγομένων φερόμενης ως καταρτισθείσας από 14-3-2012 σύμβασης μίσθωσης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες. Επί της έφεσης αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.2829/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής:

Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.

Εικονική μπορεί να είναι η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής, αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Για την ακυρότητα, ως εικονικής, μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπάτησης κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαίτησης προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας.

Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν μεν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, είναι όμως ενδεχόμενο να αποτελέσουν επιχειρήματα, τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή.

Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 431/2024, ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 342/2014). Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω, ότι απόλυτη είναι η εικονικότητα της μίσθωσης, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμιά έννομη μεταβολή.

Αντιθέτως, σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Ακολούθως, έχει γίνει δεκτό ότι είναι εικονική η μίσθωση, η οποία έχει συναφθεί για καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του νέου κτήτορα του μισθίου. Στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην εικονικότητα της μίσθωσης είναι:

η μεγάλη, σε σχέση με τη συνηθιζόμενη στις συναλλαγές, διάρκειά της, η προκαταβολή μισθωμάτων πολλών μηνών, το μικρό μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο της αγοράς, η μη καταβολή εγγύησης, η πρόβλεψη μικρής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Η ανωτέρω ακυρότητα χωρεί ipso jure και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση.

Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτή από το δικαστήριο (ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Επίσης, εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ. ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση διεπόμενη από τον Ν. 813/1978 και ήδη ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος). (ΑΠ 376/2024, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 3/2021 ΑΠ 552/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Εξ άλλου, το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικά ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης [εδ.

α] είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [εδ. β]. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ] ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023 ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1446/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/2009).

Στη προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180 και 574 ΑΚ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη της ένδικης από 14-3-2012 σύμβασης μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντα ως εκμισθωτή και της δεύτερης αναιρεσείουσας ως μισθώτριας και κρίνοντας αυτήν (σύμβαση μίσθωσης) ως έγκυρη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, με τους ως άνω λόγους διαλαμβάνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1) ενώ δέχεται ότι το από 14-3-2012 μισθωτήριο στερείται αποδεικτικής δύναμης διότι δεν προσκομίσθηκε κατά το άρθρο 77 παρ. 1 του ν. 2238/1994 για θεώρηση μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύνταξή του στον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, στη συνέχεια δέχεται α) ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτό το μισθωτήριο που κατά τα άνω στερείται αποδεικτικής δύναμης , β) ότι το ίδιο μισθωτήριο έχει βέβαιη χρονολογία, γ) ότι από το μισθωτήριο αυτό δεν αποδεικνύεται ποια πραγματικά ήταν η συμφωνηθείσα χρήση , 2) δεν εξηγεί.

με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά, πώς προκύπτει η δυσαναλογία συμφωνηθέντος μισθώματος αφενός με την εμπορική μισθωτική αξία του ακινήτου και αφετέρου με το ύψος του υπεκμισθώματος, 3) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται για να αιτιολογήσει την εικονικότητα της σύμβασης μίσθωσης, δεν αποτελούν στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί εικονικότητας.

Οι ως άνω λόγοι κατά τα σκέλη αυτών, όπως παρατίθενται ανωτέρω υπό στοιχ. 1 και 2, είναι απαράδεκτοι, γιατί οι αιτιάσεις αυτές δεν αφορούν σε "αιτιολογίες" της απόφασης, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, την αξιολόγηση και το συσχετισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου που έκανε το Δικαστήριο και το οποίο ελήφθη υπόψη ως επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 650 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ως προς την ως άνω, περιγραφόμενη υπό στοιχ. 3, αιτίαση του δεύτερου λόγου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του , ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης μίσθωσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Κατόπιν υποβολής αιτήσεων της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) εκδόθηκαν σε βάρος του πρώτου εκκαλούντος (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) οι με αριθμούς.......Διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει των οποίων ο οφειλέτης υποχρεώθηκε να καταβάλει τα ποσά των..., ...και ....€ με την καθεμία αντίστοιχα. Αντίγραφα των απογράφων πρώτων εκτελεστών των ως άνω Διαταγών Πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκαν στον πρώτο εκκαλούντα στις... Ακολούθως, με την .... κατασχετήρια έκθεση .....κατασχέθηκε αναγκαστικά η περιγραφόμενη σ' αυτήν ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, ήτοι το με στοιχεία Δέλτα Κεφαλαίο

Αριθμός 2 διαμέρισμα-οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου (Β') πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στη Νέα Ερυθραία Αττικής, και επί της οδού ...... Το ως άνω διαμέρισμα κατακυρώθηκε στην εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατόπιν πλειστηριασμού ..... και συντάχθηκε προς τούτο η ......Περίληψη Κατακυρωτικής Έκθεσης ακινήτου .......

που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών... Επομένως, η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου. Προκειμένου να εγκατασταθεί σ' αυτό, κοινοποίησε στον πρώτο εκκαλούντα αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της .....περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, με επιταγή να της αποδώσει ο ίδιος ή οποιοσδήποτε τρίτος έλκει από αυτόν δικαίωμα την κυριότητα και χρήση του ακινήτου....

Τις αμέσως επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα, στις 26-9-2013, ο πρώτος εκκαλών απέστειλε στην εφεσίβλητη την από 25-9-2013 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία την ενημέρωνε ότι το εν λόγω ακίνητο έχει εκμισθωθεί ήδη από τις 14-3-2012 από αυτόν στην δεύτερη εκκαλούσα( ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) μονοπρόσωπη ΕΠΕ, της οποίας ο ίδιος είναι μοναδικός εταίρος, και ζήτησε λογαριασμό, όπου θα μπορούσε η μισθώτρια αυτή να καταθέτει το μηνιαίο μίσθωμα....Σε απάντηση, στις 27-11-2013 ......η εφεσίβλητη κοινοποίησε στους εκκαλούντες την από 25-11-2013 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκληση, με την οποία δήλωνε ότι δεν αναγνωρίζει την ισχύ της από 14- 3-2012 μισθωτικής σύμβασης και τους καλούσε να της παραδώσουν το μίσθιο κενό και ελεύθερο εντός είκοσι ημερών από τη λήψη της εξώδικης δήλωσης, άλλως να της καταβάλουν το ποσό των 325€ στον αναφερόμενο λογαριασμό, επιφυλασσόμενη για την άσκηση των δικαιωμάτων της σε σχέση με την εγκυρότητα της μισθωτικής σχέσης.

Επίσης, στις 14-2-2014..... κοινοποίησε στην Ε. Σ. την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση που απέστειλε στους εκκαλούντες. Σύμφωνα δε με το ως άνω μισθωτήριο η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε για χρονικό διάστημα είκοσι ετών αρχόμενη από την 15η Μαρτίου 2012 και λήγουσα την 15η Μαρτίου 2032 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 325,00€, σταθερό για όλα τα έτη της μίσθωσης, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα αναπροσαρμογής αυτού, ενώ υπήρχε και όρος περί του δικαιώματος της μισθώτριας εταιρείας να υπεκμισθώνει το ακίνητο ελεύθερα, ολικά ή μερικά.

Η ως άνω σύμβαση μίσθωσης είναι άκυρη ως εικονική και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Το με ημερομηνία 14-3-2012 μισθωτήριο δεν προσκομίστηκε κατά το άρθρο 77§1 του ν. 2238/1994 για θεώρηση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη σύνταξή του στον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ώστε να φέρει βεβαία χρονολογία, αλλά κατατέθηκε στην αρμόδια Κ' Δ.Ο.Υ.

μόλις την 28η-11-2012, δηλαδή μετά την παρέλευση επτά μηνών και μάλιστα, μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου, ο οποίος διενεργήθηκε την 31η-10-2012 και επομένως, κατά την §2 του ίδιου άρθρου στερείται αποδεικτικής δύναμης..... Κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίζεται προκειμένου να κριθεί δικαιολογημένη η καθυστέρηση αυτή.

Περαιτέρω, το μισθωτήριο αυτό φέρεται να συντάχθηκε στις 14-3-2012, δηλαδή δύο μήνες μετά την επίδοση στον πρώτο εκκαλούντα των με αριθμούς .....Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 10-1-2012, με επιταγές προς πληρωμή, ώστε κατά το χρόνο που προέβη στην κατάρτιση της μίσθωσης ο τελευταίος γνώριζε ότι υπάρχουν σε βάρος του εκτελεστοί τίτλοι δυνάμει των οποίων μπορούσε η δανείστρια τράπεζα να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση.

Τόσο το μισθωτήριο αυτό όσο και εκείνο που συντάχθηκε μεταξύ της δεύτερης εκκαλούσας και της υπομισθώτριας Ε. Σ. την 1η-11-2012 φέρουν βεβαία χρονολογία ιδίας ημερομηνίας, της 28ης-11-2012, δηλαδή εντός του επόμενου μετά την διενέργεια του πλειστηριασμού της 31ης-10-2012 μήνα. Επιπρόσθετα, με βάση το από 14-3-2012 συμφωνητικό οι εκκαλούντες συμβαλλόμενοι φέρονται να συμφώνησαν ότι η επίδικη μίσθωση θα έχει διάρκεια είκοσι ετών, καθώς και ότι το μίσθωμα θα παραμείνει σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, ενώ ουδεμία συμφωνία περιέλαβαν για τη χρήση του μισθίου.

Οι όροι αυτοί είναι ασυνήθιστοι στις μισθώσεις ακινήτων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ποια πράγματι ήταν η χρήση του ακινήτου, το οποίο μισθώθηκε από νομικό πρόσωπο και οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι επρόκειτο για εμπορική μίσθωση, η οποία καταρτιζόταν για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών.

Ωστόσο, το μίσθιο είχε τη διαρρύθμιση κατοικίας και ως τέτοια υπεκμισθώθηκε την 1η-11-2012. Μέχρι όμως, την κατάρτιση της σύμβασης υπεκμίσθωσης δεν αποδεικνύεται ότι χρησιμοποιήθηκε από την μισθώτρια για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Περαιτέρω, η μισθωτική του αξία ως κατοικία υπερέβαινε το συμφωνηθέν τίμημα, το οποίο ήταν χαμηλό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Για τη διαμόρφωση της κρίσης αυτής το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του την από 4-12-2017 προσαγομένη με επίκληση από την εφεσίβλητη μελέτη εκτίμησης του επίδικου ακινήτου της αρχιτέκτονας μηχανικού Ε.-Μ. Τ., η οποία χρησιμοποίησε τη μέθοδο των συγκριτικών στοιχείων για τον προσδιορισμό της εμπορικής (αγοραίας και μισθωτικής) αξίας του επίδικου ακινήτου και κατέληξε ότι η μισθωτική αξία αυτού προσδιορίζεται στο ποσό των 700€ μηνιαίως.

Πιο συγκεκριμένα, η ως άνω μηχανικός έλαβε υπόψιν ότι η οικοδομή στην οποία ανήκει το εν λόγω διαμέρισμα βρίσκεται στην Νέα Ερυθραία, περιοχή το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας έχει χρήση αμιγούς κατοικίας, ότι έχει ανεγερθεί το έτος 2006 και πρόκειται για ακίνητο συνήθους κατασκευής και συμβατικής ποιότητας υλικών και τέλος, ότι λόγω των αποκλίσεων από την οικοδομική άδεια το διαμέρισμα έχει υπαχθεί στη διαδικασία νομιμοποίησης του ν.4178/2013, η οποία έχει ολοκληρωθεί.

Από την έρευνα δε της κτηματαγοράς στην ευρύτερη περιοχή προέκυψε ότι το μηνιαίο μίσθωμα αυτού ανέρχεται σε 720€. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τους εκκαλούντες, οι οποίοι, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, αρκούνται στη γενική άρνηση της βασιμότητας της έκθεσης αυτής, χωρίς ωστόσο, να επικαλούνται ούτε να προσκομίζουν άλλα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι πράγματι το σύνηθες μίσθωμα για ένα ομοειδές και τελικά, για το ίδιο ακίνητο, ανέρχεται στο συμφωνηθέν ποσό των 325€.

Αντιθέτως, ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι το ακίνητο αυτό υπεκμισθώθηκε αντί του ποσού των 400€ ανταποκρίνεται στην ακριβή μισθωτική του αξία. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι δυνάμει του από 1-11-2012 μισθωτηρίου, που φέρει βεβαία χρονολογία θεωρηθέν υπό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Κ' Αθηνών την 28η-11-2018 με αριθμό θεωρήσεως 4580 το μίσθωμα που συμφωνήθηκε μεταξύ της υπεκμισθώτριας και της υπομισθώτριας ήταν υψηλότερο και συγκεκριμένα, ανερχόταν σε 400€ μηνιαίως.

Σημειωτέον ότι η υπομίσθωση συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια ενός έτους και στους πρόσθετους όρους περιγράφονταν ηλεκτρικές συσκευές (πλυντήριο ρούχων, απορροφητήρας, ηλεκτρική κουζίνα και ηλεκτρικές εστίες) και το βάψιμο του διαμερίσματος. Ωστόσο, οι εκκαλούντες δεν ισχυρίζονται ότι οι ως άνω παροχές δικαιολογούν το αυξημένο μίσθωμα .....

Ούτε όμως, αποδεικνύεται αν η υπομισθώτρια έκανε χρήση του μισθίου ως κατοικία, αφού καμία απόδειξη για την καταβολή μισθώματος προσκομίστηκε. Επομένως, υπάρχει εμφανής δυσαναλογία του συμφωνηθέντος μισθώματος με την εμπορική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου, αλλά και διαφορά του συμφωνημένου μισθώματος με το υπεκμίσθωμα, το οποίο συμφωνήθηκε λίγους μήνες μετά την φερόμενη ως ημερομηνία κατάρτισης της επίδικης μίσθωσης, ώστε εύλογα δημιουργείται η αμφιβολία, εάν ο σκοπός της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών στην ένδικη μισθωτική σύμβαση ήταν να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης του μισθίου ακινήτου, χωρίς όμως τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν πρόθεση για τέτοια μεταβολή.

Η έλλειψη δε όρου αναπροσαρμογής του μισθώματος επέδρασε στη φύση της σύμβασης μίσθωσης, εφόσον στις συναλλαγές μακράς διάρκειας είναι συνήθης τέτοιος όρος για αναπροσαρμογή του μισθώματος, η έλλειψη του οποίου αποτελεί στοιχείο, που οδηγεί στον χαρακτηρισμό της μίσθωσης ως εικονικής, ενόψει και των λοιπών γενικών χαρακτηριστικών της ένδικης μίσθωσης (δυσανάλογο μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο της αγοράς, η σπουδή για την κατάρτιση της μίσθωσης αμέσως μετά την κοινοποίηση απογράφου με απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης και καταχώριση αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ μετά τον πλειστηριασμό).

Η κρίση περί της εικονικότητας της σύμβασης μίσθωσης ενισχύεται επίσης, από το γεγονός ότι η δεύτερη εκκαλούσα δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό ούτε υπό μορφή μισθώματος ούτε υπό μορφή αποζημιώσεων χρήσεως από Ιανουάριου 2015 έως και την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 27-3-2018 βεβαίωση Δ/σης ακίνητης περιουσίας της εφεσίβλητης ούτε άλλωστε, προσκόμισε αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τόσο ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Τέλος, τα οικονομικά συμφέροντα των εκκαλούντων ουσιαστικώς ταυτίζονται, χωρίς να καταργείται η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου, καθώς ο πρώτος των εκκαλούντων είναι ο μοναδικός εταίρος και εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την ανωμοτί κατάθεση του διαδίκου πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου εκκαλούντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού δεν κατόρθωσε να εξηγήσει γιατί προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης με την δεύτερη εκκαλούσα, με τους πιο πάνω περιγραφόμενους όρους, ενώ είχε προηγηθεί η επίδοση σ' αυτόν των επιταγών προς πληρωμή, αλλά αρκέστηκε να καταθέσει σχετικά με την επίδικη μίσθωση αυτολεξεί ότι "η αναγγελία της κατασχέσεως έγινε 1,5 μήνα μετά το δικό μου μισθωτήριο που βασίζεται λοιπόν η εικονικότητα", καθώς και ότι "όλα τα μισθώματα που προέκυψαν από την κα Σ.

κατέβαλα 325€, η τελευταία φορά ήταν τον 11/2013". Με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι τα μέρη δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων στη σύμβαση μίσθωσης που κατάρτισαν και εν γνώσει τους η δήλωση βούλησης αυτών ήταν προσχηματική και όχι σπουδαία και σοβαρή, ώστε η σύμβαση μίσθωσης που κατήρτισαν να είναι εικονική...Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έλαβε υπόψιν του τα αναφερόμενα στην αρχή της σκέψης αυτής αποδεικτικά μέσα και τα διδάγματα της κοινής πείρας, και έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα ως εικονικής της μεταξύ των εναγομένων φερομένης ως καταρτισθείσης από 14 Μαρτίου 2012 σύμβασης μισθώσεως του περιγραφόμενου στο διατακτικό ακινήτου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αποδεικτικά μέσα...".

Υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης . Τούτο δε, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της εικονικότητας της από 14-3-2012 σύμβασης μίσθωσης Συγκεκριμένα το Δικαστήριο διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι βουλήσεις των συμβαλλομένων στο από 14-12-2013 συμφωνητικό μίσθωσης δεν αποσκοπούσε στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της μίσθωσης του επίδικου ακινήτου, αλλά στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της νέας κτήτορα του μισθίου, στηρίζοντας την κρίση της αυτή στα κάτωθι στοιχεία α), στο γεγονός ότι τα οικονομικά συμφέροντα του εκμισθωτή (πρώτου αναιρεσείοντα) ταυτίζοντο με τα συμφέροντα της φερομένης ως μισθώτριας του ακινήτου (δεύτερης αναιρεσείουσας) μονοπρόσωπης εταιρείας της οποίας μοναδικός εταίρος ήταν ο πρώτος β) στους συμφωνηθέντες όρους που είναι ασυνήθιστοι στις μισθώσεις ήτοι:

στη συμφωνηθείσα διάρκεια της μίσθωσης των είκοσι ετών, χωρίς συμφωνία για το είδος της χρήσης, έναντι μισθώματος και υπεκμισθώματος,τα οποία υπολείποντο κατά πολύ της μισθωτικής αξίας αυτού και χωρίς συμφωνία για αναπροσαρμογής αυτού. Τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογία της απόφασης για το χρόνο σύναψης της μίσθωσης, για το γεγονός ότι δεν έγινε εμπορική χρήση του ακινήτου, για το ότι δεν καταβλήθηκε μίσθωμα και για τους σκοπούς και τα αίτια της δήλωσης των συμβαλλομένων αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης μίσθωσης.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό, σχετικά με την δυσαναλογία ή μη μεταξύ της μισθωτικής αξίας του ακινήτου αφενός και του μισθώματος αλλά και του υπεκμισθώματος αφετέρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτελούν άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της από 14-6-2022 αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα μονοπρόσωπη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΛΚΟΡ Μ.ΕΠΕ - Π. Κ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και

Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτησή της.

Απορρίπτει ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα την άνω από 14-6-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της 2829/17-3-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ