Supreme Court partially allows appeal on retroactive application of more lenient criminal law regarding forgery charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment convicting the defendant of forgery and defamation. The court found the appeal procedurally valid and noted that the defendant argued for the application of a newer, more lenient criminal law provision. The court ruled that because the new law was more favorable to the accused, it must be applied retroactively, resulting in a partial annulment of the original sentencing to allow for a new trial on the specific charge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 504 § 1 & 505 § 1 of the Code of Criminal Procedure; Article 590 § 1 of the new Code of Criminal Procedure; Article 216 § 1 of the new Penal Code: The Supreme Court must apply the more lenient law retroactively if it becomes effective after the judgment, leading to the partial annulment of the conviction to allow for a new sentencing determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1678 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Ιουλίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Πετρίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2189/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Π. του Π., κάτοικο ... και 2. Ι. Π. του Π., κάτοικο ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Κυριακή Πακιρτζίδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.4.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 653/2019.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-4-2019 αίτηση του Ν. Φ. του Κ., που υποβλήθηκε με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 12/12-4-2019 εκθέσεως αναιρέσεως, για αναίρεση της 2189/2019 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 § 3 εδ. α' ΚΠΔ βιβλίο στις 3-4-2019 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473, 474, 504 § 1 & 505 § 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, του οποίου οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυε, διατηρούν το κύρος τους, σύμφωνα με το άρθρο 590 § 1 νέου ΚΠΔ και συνεπώς είναι παραδεκτή. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των πλημμελημάτων της πλαστογραφίας με χρήση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και του επεβλήθη συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών με τριετή αναστολή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019, ο οποίος κατά το άρθρο 460 αρχίζει να ισχύει από 1-7-2019) "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Η διάταξη αυτή οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", όπως περί τούτου θα λεχθεί εκτενώς κατωτέρω. Από την ως άνω διάταξη, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των έγγραφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' ΠΚ) που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του, είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του να παρέχεται δε η εντύπωση ότι η δήλωση του εκδότη είχε εξ αρχής το περιεχόμενο που της προσδόθηκε μετά την αλλοίωση.
Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα (ΟλομΑΠ 3/2008).
Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (ΟλομΑΠ 179/1990). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου (ΟλομΑΠ 3/2008, ΑΠ 220/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 εδ. α' νέου ΠΚ "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή". Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 363 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο έναντι της νέας "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" (νέο 363 φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή).
Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, τα συκοφαντικά πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου, ή σε δική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 89/2018).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, οπότε, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και ως προς τη γνώση και το σκοπό αυτό, και ειδικά για την πράξη της πλαστογραφίας, ο συγκεκριμένος τρόπος (ένας εκ των δύο), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1236/2017, ΑΠ 842/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού (σκεπτικού) προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Από την παραδεκτώς επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή στο μεν σκεπτικό της δέχθηκε τα εξής: "Από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, και οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της παρούσας δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση όλων των προαναφερομένων εγγράφων που βρίσκονται στην προκειμένη δικογραφία, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από την απολογία του κατηγορουμένου πάντων εκτιμώμενων αξιολογικά κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος και η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα Ι. Π., αμφότεροι δημόσιοι υπάλληλοι και συγκεκριμένα καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ο πρώτος με ειδικότητα πολιτικού μηχανικού ... και η δεύτερη με ειδικότητα καθηγήτριας Αγγλικών, τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 10-6-2010 στη …, από τον οποίο απέκτησαν θήλυ τέκνο που γεννήθηκε την 18-8-2011 και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα επί της οδού ...
στον .... Η μεταξύ τους έγγαμη συμβίωση διασπάσθηκε με αποτέλεσμα αυτή να αποχωρήσει από την οικογενειακή στέγη διαμένοντας έκτοτε με την ανήλικη θυγατέρα τους σε διαμέρισμα επί της οδού ... στη .... Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν οξυμμένες με δικαστικές διαμάχες τόσο για την επιμέλεια -διατροφή της ανήλικης θυγατέρας τους όσο και λόγω των προσωπικών αντιδικιών τους.
Την 15/1/2014 περιήλθε καταγγελία στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και συγκεκριμένα στην Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Δράσεων -Μονάδα Β1 που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 381 και η οποία κατά το κύριο περιεχόμενό της έχει ως εξής: "Με την παρούσα επιστολή επιθυμώ να σας γνωστοποιήσω την παράνομη και ανήθικη ενέργεια της Π.
Ι. του Π., του κλάδου ΠΕ06 (Αγγλικής Φιλολογίας), που υπηρετεί στο Εσπερινό Επαγγελματικό Λύκειο … της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης …. Συγκεκριμένα η ανωτέρω εκπαιδευτικός υπέβαλε αίτηση στην υπηρεσία σας για τον διαγωνισμό Αριστείας και Καινοτομίας στην Εκπαίδευση το 2011 και απέσπασε από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ και ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ για το έργο ΒΙΒΛΙΟ:
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ (ISBN ...-605-Χ). Όπως μου δήλωσε η ίδια στο συγκεκριμένο έργο δεν είχε απολύτως καμία συμμετοχή, έγινε από άλλο άτομο εξ ολοκλήρου, ενώ η ίδια το οικειοποιήθηκε προκειμένου να αποσπάσει τιμητική διάκριση για την υπηρεσιακή της εξέλιξη. Το ανωτέρω έργο είναι αναρτημένο στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της Βιβλιοθήκης του Ε.Α.Π (Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου) ακριβώς το ίδιο χωρίς καμία μεταβολή με όνομα άλλου προσώπου.
Επίσης το ISBN ...-605-Χ (που περιλαμβάνεται και στον τίτλο του έργου), που χορηγήθηκε για την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου αναφέρεται σ' άλλο πρόσωπο. Επειδή η ανωτέρω συμπεριφορά είναι παράνομη ανήθικη και αντιδεοντολογική, δεν συνάδει με τον ρόλο του εκπαιδευτικού λειτουργού και με τις αρχές και τον κανονισμό του θεσμού Αριστείας και Καινοτομίας στην Εκπαίδευση, παρακαλώ να ερευνήσετε την καταγγελία μου και να κάνετε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αφαίρεση του τίτλου της".
Η ανωτέρω καταγγελία φέρεται στο τέλος αυτής ότι υπογράφεται από την Α. Π. και νυν δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα, αδελφή της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας Ι. Π. και έχει σταλεί μέσω τηλεομοιοτυπίας (FAX) από το κατάστημα με την επωνυμία "..." την 12.54 μμ της 15/1/2014 από την τηλεφωνική γραμμή 2...39 προς την Ειδική Υπηρεσία Εκπαιδευτικών Δράσεων.
Μόλις η Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Δράσεων παρέλαβε την ανωτέρω καταγγελία, ζήτησε από την Α. Π., πρώτη πολιτικώς ενάγουσα να αποστείλει αποδεικτικά έγγραφα που να τεκμηριώνουν την καταγγελία της. Αυτή απάντησε ότι ουδέποτε συνέταξε και υπέγραψε την ανωτέρω καταγγελία και ζήτησε και έλαβε αντίγραφο αυτής προκειμένου να λάβει γνώση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της.
Ο κατηγορούμενος πληροφορηθείς την ύπαρξη της καταγγελίας απέστειλε το υπ' αριθμ. 2443/4-3-2014 έγγραφο υπόμνημα με το οποίο ζητούσε να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση της καταγγελίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2006 ο κατηγορούμενος συνέγραψε μεταπτυχιακή εργασία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο με τον τίτλο "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ" η οποία έλαβε ISBN ...-605-Χ και την οποία κατέθεσε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
Το έτος 2011 ο κατηγορούμενος συμμετείχε μαζί με τη δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα, σύζυγό του στο πλαίσιο της εφαρμογής του θεσμού "Αριστεία και ανάδειξη καλών πρακτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση" στο σχετικό διαγωνισμό και έλαβαν βραβείο για το έργο -βιβλίο "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ" ISBN ...-605-Χ.
Το ανωτέρω βιβλίο παρουσιάστηκε ως κοινό δημιούργημα και των δύο συζύγων, γεγονός που έγινε με τη συναίνεση του κατηγορουμένου ανεξαρτήτως της συμβολής ή όχι της δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας -συζύγου στη συγγραφή αυτού, το οποίο άλλωστε δεν αποτελεί αντικείμενο της κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου. Μάλιστα όσον αφορά το ζήτημα της εμφάνισης της ανωτέρω εργασίας ως κοινού δημιουργήματος των δύο συζύγων και της συμμετοχής από κοινού των συζύγων στον ανωτέρω διαγωνισμό, ο κατηγορούμενος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτό έγινε με την ανοχή του.
Άλλωστε εάν ο κατηγορούμενος δεν συναινούσε σ' αυτό δεν θα μπορούσε να συμμετέχει και η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα ως από κοινού δημιουργός του έργου -βιβλίου στο σχετικό διαγωνισμό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του αντίγραφο της υπ' αριθμ. …9/10-6-2010 ληξιαρχικής πράξης του γάμου του στην οποία μεταξύ άλλων υπέγραψε ως μάρτυρας ενώπιον του τελέσαντος το γάμο τους, δημάρχου …, η πρώτη πολιτικώς ενάγουσα.
Ο κατηγορούμενος επιθυμώντας να διαρρηχθούν οι σχέσεις των δύο αδελφών -πολιτικώς ενάγοντων λόγω της αντιδικίας που είχε με τη σύζυγό του συνέταξε το κείμενο της καταγγελίας και στο τέλος αυτής έθεσε με τη μέθοδο του φωτομοντάζ την υπογραφή της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας, την οποία όπως προεκτέθηκε είχε σε έντυπη μορφή από το έγγραφο της ληξιαρχικής πράξης γάμου.
Το γεγονός ότι η υπογραφή παρουσιάζει σε μεγάλο βαθμό πιστότητα με τη γνήσια υπογραφή της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας αποδεικνύει ότι αυτή τέθηκε με τη μέθοδο του φωτομοντάζ και όχι με τις λοιπές μεθόδους πλαστογράφησης ήτοι δουλικής απομίμησης, εκ μνήμης ή ελεύθερης απομίμησης. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η πλαστογράφηση της υπογραφής της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας έγινε με τη μέθοδο του φωτομοντάζ, το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης είναι άνευ αντικειμένου και τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επομένως, ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο, ήτοι την ανωτέρω καταγγελία την οποία εν συνεχεία απέστειλε προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (ειδική υπηρεσία εφαρμογής εκπαιδευτικών δράσεων -μονάδα Β1). Άλλωστε στα πλαίσια της μεταξύ των συζύγων αντιδικίας, ο κατηγορούμενος την ίδια περίπου χρονική περίοδο είχε προβεί και σε καταγγελία για τη δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα στην Πολεοδομία, ενώ είχε γίνει και ψευδεπώνυμη καταγγελία για τη μητέρα των πολιτικών εναγουσών προς την Εφορία.
Επίσης με την αποστολή της ανωτέρω, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε καταγγελίας, ο κατηγορούμενος εμφάνιζε την σύζυγό του Ι. Π. ως εκπαιδευτικό με παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, η οποία χρησιμοποίησε εργασία άλλου προσώπου για να βραβευθεί η ίδια και να ανελιχθεί υπηρεσιακά με απατηλά μέσα, την δε αδελφή της Α.
ως πρόσωπο εμπαθές και κακόβουλο, με κακές οικογενειακές σχέσεις, η οποία προβαίνει σε έγγραφη καταγγελία της ίδιας της αδελφής της για παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Όλα αυτά που ισχυρίστηκε όμως ο κατηγορούμενος, των οποίων έλαβαν γνώση οι υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Παιδείας, καθώς και απροσδιόριστος αριθμός ατόμων από την εκπαιδευτική κοινότητα ήταν ψευδή, δεδομένου ότι ποτέ δεν κατήγγειλε η Α.
Π. την Ι. Π. για τις παραπάνω πράξεις, ούτε η τελευταία έστειλε μόνη της και χωρίς τη συναίνεση του συζύγου της -κατηγορούμενου την συγκεκριμένη εργασία στο Υπουργείο προκειμένου να λάβει μέρος στο σχετικό διαγωνισμό και να βραβευθεί. Ήταν δε ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγουσών, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε.
Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται". Στο δε διατακτικό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο του ότι "Στη …, στις 15-1-2014 τέλεσε τις εξής αξιόποινες πράξεις: 1. Κατάρτισε εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου.
Ειδικότερα, κατά τον άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος προέβη στην σύνταξη ενός εγγράφου με τον τίτλο "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ" προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (Ειδική υπηρεσία εφαρμογής εκπαιδευτικών δράσεων - μονάδα Β1), στο οποίο φερόταν η Α. Π., κάτοικος ..., να καταγγέλλει την αδελφή της Ι. Π. του Π., κατοίκου ομοίως, ότι υπέβαλλε αίτηση στην παραπάνω υπηρεσία στα πλαίσια του διαγωνισμού Αριστείας και Καινοτομίας στην Εκπαίδευση, το έτος 2011, και απέσπασε βραβείο Αριστείας και Καινοτομίας για το έργο "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ", ενώ αυτή δεν είχε καμία συμμετοχή στο έργο αυτό, το οποίο είναι άλλου ατόμου και το χρησιμοποίησε η καταγγελλόμενη για να αποσπάσει τιμητική διάκριση για την υπηρεσιακή της εξέλιξη.
Στη συνέχεια ζητείτο από την φερόμενη ως καταγγέλλουσα Α. Π. να ερευνηθεί αυτή η παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά της αδελφής της. Το κείμενο αυτό όμως, στην πραγματικότητα, δεν το συνέταξε ποτέ η Α. Π., αλλά ο κατηγορούμενος, εν διαστάσει σύζυγος της Ι. Π.. Ο ίδιος ακολούθως έκανε και χρήση του πλαστού εγγράφου, αφού το απέστειλε στο Υπουργείο μέσω του φαξ ... 2310 207439 ως δήθεν πραγματική καταγγελία της Α.
Π. εναντίον της Ι. Π., με σκοπό να βλάψει ηθικά και υπηρεσιακά τις εγκαλούσες. 2. Με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για δυο άτομα γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη τους, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα, με την αποστολή της ψευδούς καταγγελίας που περιγράφεται αναλυτικά παραπάνω στο στ. (1) του παρόντος, ο κατηγορούμενος εμφάνιζε:
την μεν εν διαστάσει σύζυγό του Ι. Π. ως εκπαιδευτικό με παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, η οποία χρησιμοποίησε εργασία άλλου προσώπου για να βραβευθεί η ίδια και να ανελιχθεί υπηρεσιακά με απατηλά μέσα, την δε αδελφή της Α. ως πρόσωπο εμπαθές και κακόβουλο, με κακές οικογενειακές σχέσεις, η οποία προβαίνει σε έγγραφη καταγγελία της ίδιας της αδελφής της για παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά.
Όλα αυτά που ισχυρίστηκε όμως ο κατηγορούμενος, των οποίων έλαβαν γνώση οι υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Παιδείας, καθώς και απροσδιόριστος αριθμός ατόμων από την εκπαιδευτική κοινότητα, ήταν ψευδή και ως πράξη και ως περιεχόμενο, δεδομένου ότι ποτέ δεν κατήγγειλε η Α. Π. την Ι. Π. για τις παραπάνω πράξεις, ούτε η τελευταία έστειλε την συγκεκριμένη εργασία στο Υπουργείο προκειμένου να λάβει μέρος σε διαγωνισμό και να βραβευθεί.
Ήταν δε ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουσών και ο κατηγορούμενος το γνώριζε".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική διάταξή του για τις πράξεις της 1) πλαστογραφίας με χρήση και 2) συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, για τις οποίες καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική φυλάκιση 16 μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ.
γ', 14, 26 § 1 εδ. α', 27, 94 § 1, 216 §§ 1 & 2, 362, 363 εδ. α' ΠΚ, όπως αντικ. με το Ν. 4619/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση, ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος κατάρτισε, πλαστό έγγραφο, με τίτλο "καταγγελία", απευθυνόμενη προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο έφερε την υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας -κουνιάδας του, με γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας, ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβη στην κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, δηλαδή με τη μέθοδο του "φωτομοντάζ", ο σκοπός, που ήταν η παραπλάνηση τρίτων και των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω Υπουργείου για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή να εμφανίζεται η πολιτικώς ενάγουσα σύζυγός του, με παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, να χρησιμοποιεί εργασία άλλου προσώπου για να βραβευθεί η ίδια και να ανελιχθεί υπηρεσιακά με απατηλά μέσα, την δε πολιτικώς ενάγουσα, αδελφή της, εμφανίζοντας αυτήν ως καταγγέλλουσα, με συνέπεια να επιληφθεί η Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Δράσεων του ως άνω Υπουργείου, και αυτή να εμπλακεί σε διαδικασία επιβεβαίωσης των καταγγελλομένων, ενώ η ίδια δεν είχε καμία σχέση με αυτήν τη καταγγελία και ότι, στη συνέχεια, ο ίδιος έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, το οποίο απέστειλε στο ως άνω Υπουργείο, με σκοπό την κατά τα άνω παραπλάνηση με τη χρήση αυτού (ως προς την πλαστογραφία).
Επίσης, ότι ο αναιρεσείων, λόγω της αντιδικίας που είχε με τη σύζυγό του -πολιτικώς ενάγουσα επιθυμούσε να διαρραγούν οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών πολιτικώς εναγουσών και ο σκοπός του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγουσών, με τους συγκεκριμένους ψευδείς ισχυρισμούς του ενώπιον τρίτων και εν γνώσει του ψεύδους, της μεν πολιτικώς ενάγουσας -συζύγου του εμφανίζοντάς την με παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, να χρησιμοποιεί εργασία άλλου προσώπου για να βραβευθεί η ίδια και να ανελιχθεί υπηρεσιακά με απατηλά μέσα, της δε πολιτικώς ενάγουσας, αδελφής της συζύγου του, εμφανίζοντας πρόσωπο εμπαθές και κακόβουλο, με κακές οικογενειακές σχέσεις, και ειδικά με την αδελφή της, η οποία προβαίνει σε έγγραφη καταγγελία κατά της ίδιας της αδελφής της υπηρεσιακά για παράνομη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά (ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση).
Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες αφού: α) όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, που, όπως αναφέρθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται, ουδεμία αντιφατικότητα υπάρχει μεταξύ αυτών, β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντα και παρατίθενται πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η συνδρομή του αναγκαίου για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων άμεσου δόλου, γ) το ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η επίδικη καταγγελία που περιήλθε σε γνώση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ουδεμία έννομη συνέπεια παρήγαγε έναντι ουδενός, δεν αίρει το δόλο του ως χρήστης του πλαστού εγγράφου, ο οποίος στοιχειοθετείται αφότου κατέστησε προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του έδωσε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, δ) σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικών εναγουσών και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, την απολογία του αναιρεσείοντα -κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται να κάνει ειδική αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ε) η γραφολογική γνωμάτευση από 29-5-2017 της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ.
Σ. δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι δεν συντάχθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρ. 183 ΚΠΔ, αλλά κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντα και επομένως για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτής αφού περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η παραπάνω μάλιστα δικαστική γραφολόγος εξετάστηκε στο ακροατήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης του αναιρεσείοντα και επομένως όχι μόνο η ως άνω γραφολογική γνωμάτευση αυτής αλλά και η ένορκη κατάθεσή της λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως εξάλλου αναφέρεται στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης, και στ) επαρκώς αιτιολογεί την απόρριψη του αιτήματος που υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, με τις οποίες, με την επίφαση της επίκλησης του λόγου έλλειψης αιτιολογίας και της στέρησης νόμιμης βάσης, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Επομένως, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΚΠΔ 510 § 1 στοιχ. Δ' & Ε'), ως προς τις παραδοχές της αυτές είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όπως ορίζει το άρθρο 2 § 1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019, ο οποίος κατά το άρθρο 460 αρχίζει να ισχύει από 1-7-2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 511 του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019 που κατ' άρθ. 585 ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019) "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται με αναίρεση μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, εφόσον ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο και κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της.
Όπως προειπώθηκε, η διάταξη του άρθρου 216 § 1 του νέου ΠΚ, ο οποίος κατά το άρθρο 460 αυτού αρχίζει να ισχύει από 1-7-2019, ήτοι μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εισάγει ευμενέστερη ως προς την ποινή μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ που εφάρμοσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι προβλέπει μεν αθροιστικά και χρηματική ποινή, ωστόσο ως προς την ποινή φυλάκισης που ως στερητική της ελευθερίας ποινή είναι πάντοτε βαρύτερη της χρηματικής και μεταξύ των δύο αυτών ποινών συγκρίσιμο στοιχείο για την ευμενέστερη ως προς την ποινή μεταχείριση του κατηγορουμένου είναι η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, αφενός δεν προβλέπει ελάχιστο όριο φυλάκισης και αφετέρου η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί πλέον "επιβαρυντική περίσταση", αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν (§§ 1 & 2 άρθρ. 216 νΠΚ, βλ.
και αιτιολογική έκθεση αυτού). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο) και κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκε, το λόγο αυτό αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγω μη εφαρμογής του επιεικέστερου άρθρου 216 § 1 του νέου ΠΚ που ισχύει μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κάνει τούτον δεκτό ως βάσιμο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά τις διατάξεις αυτής που επιβάλλουν στον αναιρεσείοντα ποινή για την πράξη της πλαστογραφίας (8 μήνες) και συνολική ποινή για τις πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος (16 μήνες), προκειμένου το δικαστήριο ουσίας να επιβάλλει νέα ποινή για την πράξη της πλαστογραφίας στο πλαίσιο του άρθρου 216 § 1 του νέου ΠΚ και να καθορίσει νέα συνολική ποινή αντίστοιχα.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του (ΚΠΔ 522).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2189/2019 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δικάσαντος ως Εφετείου, και δη κατά τις διατάξεις αυτής που επιβάλλουν στον αναιρεσείοντα ποινή για την πράξη της πλαστογραφίας (8 μήνες) και συνολική ποινή για τις πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος (16 μήνες), προκειμένου το δικαστήριο ουσίας να επιβάλλει νέα ποινή για την πράξη της πλαστογραφίας στο πλαίσιο του άρθρου 216 § 1 του νέου ΠΚ και να καθορίσει νέα συνολική ποινή αντίστοιχα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας και καθορισμού συνολικής ποινής σ' αυτόν, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από τους ίδιους δικαστές, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ