Legislator Case Law & Legislation
1678/2017 AI generated

1678/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1678/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1678/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 18-10-2010 (αρ. κατ. 57/2010) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 190/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα (άρθρ. 21 παρ. 1 του Ν. 2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
price of land foreign property valuation downzoning official valuation housing costs access to property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1678 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1678/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Ρ. του Ι., συζ. Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ψάλτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης και αναγνώρισης δικαιούχου της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 7-1-2-2010 (διά των προτάσεων) ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκε η 190/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 27-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 190/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και ειδικότερα του 1ου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του αρ. 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ) και του 2ου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 (ευθεία παραβίαση της διάταξης του αρ. 18 παρ. 4 ΚΑΑΑ). Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-10-2010 (αρ. κατ. 57/2010) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 190/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα (άρθρ. 21 παρ. 1 του Ν. 2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 150/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου κατά το άρθρο 13 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), τελ. εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 § 1 ν. 3193/2003)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 558/2014, πρβλ.

επίσης ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 2126/2014).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ελλειπή, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού της αξίας των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα της αποθήκης, εμβαδού 37,78 Μ2, του πηγαδιού και του πατητηριού. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι επί της από 7-11-2009 (αρ. κατ. ...2009) αίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης περί απευθείας καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και αναγνώρισής της ως δικαιούχου αυτής και της ανταίτησης του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το ακίνητο της αιτούσας με τα επικείμενά του στα αναφερόμενα σ’ αυτήν αναλυτικά ποσά, αναγνώρισε την αιτούσα δικαιούχο της αποζημίωσης και επέβαλε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ως υποχρέου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση αυτής και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος για τις ανάγκες του 1ου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο δέχθηκε, κατ’ ακριβή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, η οποία περιέχεται στα προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. 203/2009 πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αριθμ. 1011572/1015/ 0010/6-3-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Επικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε και μεταγράφηκε νόμιμα (ΦΕΚ 204/Δ/14-3-2002) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για τη δημιουργία νέου αεροδρομίου στην Πάρο, συνολική έκταση 728.281,56 τ.μ.

με τα επικείμενά της στην περιοχή «...» της Πάρου, η οποία, απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στα από μηνός Απριλίου 1998 κτηματολογικά διαγράμματα και τον κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας που ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν αρμοδίως. Τα εν λόγω κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης τροποποιήθηκαν εν μέρει και διορθώθηκαν με τα υπό στοιχ. ...

κτηματολογικά διαγράμματα και τον κτηματολογικό πίνακα που συντάχθηκαν από την εταιρία «... ΕΠΕ» και, ομοίως, ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν αρμοδίως. Με την υπ’ αριθμ. 44/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης (σε 15 ευρώ/τ.μ. για τα ακίνητα), με κρίσιμο χρόνο την 27-5-2004, ενώ με την υπ’ αριθμ. 63/2006 απόφαση του Εφετείου τούτου -με κρίσιμο χρόνο την 9-12-2005-, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση (σε 20 ευρώ/τ.μ.

για τα ακίνητα), όπως δε αναφέρει στις προτάσεις του το καθού Ελληνικό Δημόσιο, έχει ασκήσει αναίρεση κατά της τελευταίας αποφάσεως, που δεν έχει ακόμα εκδικαστεί. Στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης η αιτούσα δεν κλήθηκε και δεν έλαβε μέρος για το λόγο αυτό άσκησε την από 19-1-2008 αίτηση στο παρόν Δικαστήριο ζητώντας τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για το ακίνητό της που απαλλοτριώθηκε και την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης.

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ’ αριθμ. 203/2009 απόφαση του παρόντος Εφετείου, επειδή δεν είχαν προσκομιστεί ο αναγκαίος κτηματολογικός πίνακας και κτηματολογικό διάγραμμα και έτσι η αιτούσα επανήλθε με την ένδικη αίτηση, προσκομίζοντας και τα εν λόγω κτηματολογικά στοιχεία. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την παραπάνω ΥΑ περιλαμβάνεται και ιδιοκτησία, με φερόμενη ιδιοκτήτρια την αιτούσα, η οποία ιδιοκτησία εμφαίνεται με τον αριθμό ...

στο διορθωμένο Κτηματολογικό Πίνακα και στο Κτηματολογικό Διάγραμμα και έχει έκταση 4.020,96 τ.μ., με επικείμενα ερείπια εμβαδού 170,60 τ.μ. και ξερολιθιά 51,62 τ.μ. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην αιτούσα κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2000 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πάρου Ε.

Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής από την αληθή κυρία μητέρα της Ά. Ρ. το γένος Α. Μ., και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2000 πωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβ/φου που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την αληθή κυρία Χ. Δ. το γένος Α. Μ.. Το ακίνητο αυτό της αιτούσας απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓ........

στο από 21-5-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Κ. και συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγροτικό δρόμο επίσης και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Χ., δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Ν. Κ.. Όπως προκύπτει από το εν λόγω τοπογραφικό και βεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας, μέσα στο ακίνητο της αιτούσας, που καταλαμβάνεται ολόκληρο από την απαλλοτρίωση υπάρχουν τα εξής επικείμενα:

α) παλαιό κτίσμα με σκεπή (αποθήκη) εμβαδού 37,78 τ.μ., β) ερειπωμένος ασκεπής στάβλος εμβαδού 90 τ.μ. και ερειπωμένο επίσης μικρότερο ασκεπές κτίσμα εμβαδού 22,22 τ.μ., γ) 5 καρποφόρα δένδρα (2 αμυγδαλιές και 3 συκιές), δ) ένα πηγάδι με νερό, ε) ένα παλαιό πατητήρι και στ) περιμετρική περίφραξη από ξερολιθιά μήκους 221 μ.

Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι υπάρχουν πράγματι τα παραπάνω επικείμενα στο ακίνητο της αιτούσας αποδεικνύεται τόσον από την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Σ. όσο και από το προαναφερόμενο τοπογραφικό και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όπως ζητείται από το καθού Ελληνικό Δημόσιο, εν όψει και του ότι η απόκλιση ως προς την έκταση του ακινήτου, μεταξύ του τοπογραφικού της αιτούσας και του κτηματολογικού διαγράμματος είναι ελάχιστη (4.012 τ.μ.

σύμφωνα με το τοπογραφικό της αιτούσας και 4.020,95 τ.μ. σύμφωνα με το κτηματολογικό διάγραμμα). Ως προς την αξία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της αιτούσας, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα εξής: Πρόκειται για ένα αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλης, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται σε αγροτική περιοχή η οποία δεν παρουσιάζει τουριστική ανάπτυξη ούτε οικιστικό ενδιαφέρον.

Απέχει 1.400 μ. από τη θάλασσα, όπως σημειώνεται στο από 27-5-2007 τοπογραφικό και περίπου 6 χλμ. από την Παροικία της Πάρου. Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 Ν. 2882/2001 με την υπ’ αριθμ. ...-2-1998 έκθεση προεκτίμησης προσδιόρισε την αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν σε 5,87 ευρώ ανά τ.μ., το δε καθού Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η αξία του επιδίκου ακινήτου ανέρχεται σε 6 ευρώ ανά τ.μ., προσαυξανόμενο κατά 3% ετησίως.

Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από το καθού υπ’ αριθμ. ...28-12-2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, η αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου ανέρχεται σε 24.125,7 ευρώ δηλαδή 6 ευρώ/τ.μ. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 63/2006 απόφαση του Εφετείου τούτου καθορίστηκε η οριστική τιμή για τα άλλα απαλλοτριωθέντα ακίνητα της περιοχής προς 20 ευρώ ανά τ.μ., με κρίσιμο χρόνο την 9-12-2005.

Τέλος, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η αξία του ακινήτου της ανέρχεται σε 40 ευρώ ανά τ.μ., και στο ίδιο ποσό την προσδιορίζει και ο μαρτυράς της Ν. Σ. (αγρότης), χωρίς ωστόσο να προσκομίζονται πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία από τα διάδικα μέρη. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών οικονομικών και νομισματικών συνθηκών, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας του επιδίκου ακινήτου εξαιτίας της κηρύξεως της απαλλοτρίωσης ή της εκτελέσεως του έργου για το οποίο έγινε, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου της αιτούσας και των επικειμένων του κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσας συζήτησης (15-1-2010), και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία η αιτούσα θα μπορεί να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο ακίνητο, ανέρχεται, για το έδαφος σε 25 ευρώ ανά τ.μ.

και για τα επικείμενα: α) Για την ξερολιθιά σε 20 ευρώ ανά τρέχον μέτρο. β) Για την αποθήκη εμβαδού 37,78 τ.μ. σε 70 ευρώ ανά κ.μ. -τα υπόλοιπα πρώην κτίσματα βρίσκονται σε κατάσταση ερειπίων και συνεπώς δεν έχουν οικονομική αξία-. γ) Για τα πέντε δένδρα (2 αμυγδαλιές και τρεις συκιές) σε 90 ευρώ το καθένα. δ) Για το πηγάδι σε 2.000 ευρώ κατ’ αποκοπή και ε) για το πατητήρι σε 500 ευρώ κατ’ αποκοπή.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή τόσον η αίτηση όσο και η ανταίτηση και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος στα παραπάνω ποσά...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επίσης από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται το πραγματικό του ως άνω εφαρμοστέου κανόνα δικαίου του άρθρ. 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ, χωρίς λογικά κενά με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία των επικειμένων, για τα οποία αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο εκθέτει σαφώς τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας τόσο του ακινήτου, όσο και των επικειμένων του, εφόσον έλαβε υπόψη την αξία που είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, την προηγούμενη απόφαση με αριθμ. 63/2006 του Εφετείου Αιγαίου, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν στην ίδια περιοχή για τη δημιουργία του νέου αερολιμένα της νήσου Πάρου, καθώς επίσης και τα έγγραφα, που ειδικά μνημονεύει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα, το με αρ. ...28-12-2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας για την αντικειμενική αξία του όλου ακινήτου, το από 21-5-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Κ.

Κ., στο οποίο μάλιστα αποτυπώνονται τα επικείμενα, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας - αναιρεσίβλητης, αγρότη της περιοχής. Ας σημειωθεί, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνει ότι οι διάδικοι δεν προσκόμισαν άλλα πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως παγίως δέχεται η νομολογία του Δικαστηρίου αυτού, ως αποζημίωση που καταβάλλεται για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης νοείται η πλήρης, η οποία περιλαμβάνει και την αξία των συστατικών του ακινήτου, κατά την έννοια των άρθρων 953 έως 955 ΑΚ, όπως και τα επίδικα επικείμενα, ως σταθερά συνδεδεμένα με το έδαφος, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως (άρθρ. 4 ΚΑΑΑ), ακόμη και αν έχουν παραληφθεί στο Κτηματολογικό Διάγραμμα και στον Κτηματολογικό Πίνακα και το Δικαστήριο μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ Ολ. 5/2007, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 21/2010).

Σύμφωνα με τα παραπάνω η παράλειψη από το Εφετείο να καθορίσει τις διαστάσεις των επικειμένων (πηγαδιού και πατητηριού) και της αποθήκης, για την οποία αναφέρεται μόνο το εμβαδόν της, των υλικών κατασκευής τους, το βάθος του πηγαδιού, όπως αιτιάται το Δημόσιο, δεν προσδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό της αξίας των επικειμένων, διότι τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς παράγοντες της αξίας τους και κατά το μέρος αυτό με τις αιτιάσεις του Δημοσίου πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Άλλωστε η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει ότι η ύπαρξη των επικειμένων αποδεικνύεται από το τοπογραφικό διάγραμμα και την μαρτυρική κατάθεση. Επομένως, οι προαναφερόμενες σαφείς αιτιολογίες της απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

Κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003 και ίσχυε στην ένδικη απαλλοτρίωση (δημοσίευση προσβαλλόμενης απόφασης στις 31-5-2010), εφόσον κατά το διαχρονικό δίκαιο (άρθρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ) η ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσής της, ακόμη και εάν επακολουθήσει νέος νόμος με αναδρομική ισχύ (ΑΠ Ολ. 4 και 7/1990, ΑΠ 13/2001) ορίζονται τα εξής:

α)..., β)..., γ) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8 αντικαθίσταται ως εξής: "Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".

Κατά δε το άρθρο 18 παρ. 4 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 31 περ. ε’ του Ν. 3130/2003 και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 31-5-2010, (δηλαδή πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του μεταγενέστερου Ν.4070/2012), ορίζεται ότι: ...ε) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής: "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π. & Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 189 του Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως που οφείλεται από απαλλοτρίωση στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολομ.ΑΠ 17/2000, ΑΠ 1175/2015, πρβλ.

επίσης ΑΠ 158/2014, ΑΠ 1133/2014).

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 ΚΑΑΑ και επέβαλλε σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας για την παράσταση του δικηγόρου της σε 294 ευρώ και σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων, καθόσον δικαιούχος της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου είναι ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος και όχι ο δικαιούχος της απόληψης της αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας του παρόντος Δικαστηρίου, η αμοιβή του δικηγόρου της αιτούσας - αναιρεσίβλητης - καθής η απαλλοτρίωση, δικαιούχου της αποζημίωσης, που οφείλεται από την απαλλοτρίωση για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο προσδιορισμός και η είσπραξη της αποζημίωσης αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της και βαρύνει το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο - αναιρεσείον προς καταβολή της αποζημίωσης και συνεπώς ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος - υποχρέου τη δικαστική δαπάνη, ώστε να μην επέλθει φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης και να περιέλθει αυτή στο δικαιούχο οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.

Ας επισημανθεί επίσης, ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προβάλλεται απαράδεκτα, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 262 παρ. 2 ΚΠολΔ το αναιρεσείον δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τον προτείνει ως δικαίωμα τρίτου, δηλαδή του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, καθόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ΚΑΑΑ σε περίπτωση παράλειψης κατάθεσης από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, δηλαδή εν προκειμένω από το Δημόσιο, της δικαστικής δαπάνης στο Τ.Π. & Δ.

και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, δηλαδή εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης - αιτούσας, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος, δικαίωμα να ασκήσει ευθεία αγωγή προς τούτο έχει ο Δικηγορικός Σύλλογος, υπέρ του οποίου γίνεται η κατάθεση (ΑΠ 1212/2012) και όχι το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατόπιν αυτών συμπερασματικά ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001, σε συνδ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το ήμισυ κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που ισχύει υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2010 (αρ. κατ. …2010) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 190/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων).

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ