1678/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6376/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1248/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1678/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προβάλλει δε με τον ως άνω λόγο αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του ότι το Εφετείο που έκρινε την ως άνω αγωγή μη νόμιμη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 985 παρ.3 εδ.β και 986 εδ.β κατά τα ειδικότερα σ' αυτή διαλαμβανόμενα, και έτσι υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 1678 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΙΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6376/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1248/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 12/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ο δεύτερος δε και κατά τα δύο μέρη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, με βάση τον οικείο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στη περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής αυτής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου συνιστά ή όχι παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη.
Στη προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, στο αναιρετήριο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Ο αναιρεσείων με την ένδικη από 30-10-2000 αγωγή του ζήτησε να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, κατ' άρθρο 985 παρ.3 ΚΠολΔ, λόγω ανακριβούς δήλωσης απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια του ως τρίτου από αυτόν, να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 10.225.140 δραχμών, αυτή δε απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας και στη συνέχεια το Εφετείο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσία την κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση του αναιρεσείοντος, δεχθέν την ύπαρξη δικαιοδοσίας στο πρωτόδικο δικαστήριο, πλην περαιτέρω, εξετάζοντας τη νομική βασιμότητα αυτής (ένδικης αγωγής), έκρινε ότι αυτή ήταν νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ούτε προέκυπτε ότι είχε αυτός ασκήσει την υπό του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της ως άνω ανακριβούς δήλωσης του αναιρεσιβλήτου για την ύπαρξη στα χέρια του της ανωτέρω κατασχεθείσας απαίτησης, ακολούθως απέρριψε την έφεση με την αιτιολογία ότι αν την δέχονταν κατ' ουσία θα καθίστατο η θέση του αναιρεσείοντος, που άσκησε την έφεση, επιβλαβέστερη, αφού πρωτοδίκως η αγωγή του είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας, ενώ αν εξαφανίζονταν η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και κρατούνταν η υπόθεση απ' αυτό (Εφετείο), θα απορρίπτονταν αυτή ως νομικά αβάσιμη.
Προβάλλει δε με τον ως άνω λόγο αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του ότι το Εφετείο που έκρινε την ως άνω αγωγή μη νόμιμη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 985 παρ.3 εδ.β και 986 εδ.β κατά τα ειδικότερα σ' αυτή διαλαμβανόμενα, και έτσι υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, η οποία κρίθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για τη στήριξη του προαναφερόμενου αγωγικού αιτήματος, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η κρίση του Εφετείου για το νομικά αβάσιμο της αγωγής συνιστά ή όχι παραβίαση των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, μη αρκούντων των όλως περιορισμένων και μεμονωμένων πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σ' αυτό (αναιρετήριο) και των παραπομπών που γίνονται σε διάφορες σελίδες αυτής (αγωγής), το μόνο δε που διαλαμβάνεται σ' εκείνο είναι περικοπές από το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης που άσκησε ο ανωτέρω αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, νομικές σκέψεις υπέρ των απόψεών του για τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής διατάξεις νόμων και νομολογία δικαστηρίων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το άνω μέρος είναι αόριστος γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος. Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (δεύτερο) και κατά το δεύτερο μέρος του ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα για την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Πλην ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ουσιαστική κρίση και συνακόλουθα και αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας επ' αυτής και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί αυτός (δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του), ως απαράδεκτος.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντος πράγματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολομ.ΑΠ 2/2001, 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως (Ολομ.ΑΠ. 3/1997) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο "αντιπαρήλθε σιγή" τον ισχυρισμό που πρόβαλε παραδεκτά ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του περί του ότι δεν είχε αυτός υποχρέωση να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ κατά της από 12-2-1990 δήλωσης τρίτου του αναιρεσίβλητου ΙΚΑ, ενόψει του ότι η κατασχεθείσα από τον πρώτο απαίτηση στα χέρια του δεύτερου ήταν ακόμη η επίδικη, όπως αυτό προκύπτει από την από 1-3-1989 αγωγή της οφειλέτιδας του αναιρεσείοντος ΒΙΟΦΑΡΜ ΑΒΕΕ κατά του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε νομικά επιχειρήματα ως προς τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής που αντλούνται από το νόμο και τα οποία δεν θεωρούνται "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8β του ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2011 αίτηση για αναίρεση της 1248/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ