Legislator Case Law & Legislation
1678/2011 AI generated

1678/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1678/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αν η πρόσληψη του προσωπικού του ν.π.δ.δ. «Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας», με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος που ισχύουν από 18-4-2001, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως.

Legislator headnote

AI generated

1678/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1678 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αν η πρόσληψη του προσωπικού του ν.π.δ.δ. «Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας», με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούμενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των συνταγματικών διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος που ισχύουν από 18-4-2001, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως.

Αριθμός 1678/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Ν., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 4) Π. Μ. του Ζ., συζ. Ν. Σ., κατοίκου ..., 5) Μ. Τ. του Ι., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., 6) Ε. Γ. του Ν., συζ. Ξ. Μ., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 9) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 10) Α. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 12) Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 13) Σ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 14) Ν. - Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 15) Ε. Β. του Π., κατοίκου ..., 16) Π. Χ., συζ. Τ. Λ., κατοίκου ..., 17) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 18) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 19) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 20) Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 21) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 22) Δ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 23) Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 24) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 25) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 26) Β. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 27) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 28) Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., 29) Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 30) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 31) Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 32) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 33) Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 34) Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 35) Χ. Β. του Σ., κατοίκου ... και 36) Δ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 15ης αναιρεσείουσας Ε. Β. του Π., η οποία έχει ήδη παραιτηθεί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την από 9-3-2010 εξώδικη δήλωσή της, που νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στα αντίδικα μέρη, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας" (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2005 και 1547/2005 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 4726/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η δεκάτη πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Β. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πριν τη συζήτηση αυτής, με την από 9-3-2010 εξώδικη δήλωσή τους, η οποία, όπως προκύπτει από τις 4953Γ/15-3-2010 και 4949Γ/12-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., επιδόθηκε στις 15-3-2010 και 12-3-2010 στους αναιρεσίβλητους Τεχνολογικό και Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας και το Ελληνικό Δημόσιο. Η ως άνω παραίτηση, που έγινε με εξώδικο, είναι έγκυρη κατά τα προεκτεθέντα, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295, 299 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα.

Από τις διατάξεις των άρθ. 74, 80, 81 §3 και 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτόν κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήταν διάδικος στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ασκήσαν πρόσθετη παρέμβαση ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου-εναγομένου, τότε εφεσίβλητου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι το προσθέτως ως άνω παρεμβάν σε πρώτο βαθμό, δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν την παρέμβαση αυτή, ενώ, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση (και ανεξάρτητα από το παραδεκτό της κατ' αυτού απεύθυνσης της κρινόμενης αίτησης, με την παράσταση του εκπληρώθηκε η υποχρέωση κλήσης αυτού στην συζήτηση της ένδικης αίτησης.

Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη.

Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της συµβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.

πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.ΑΠ. 7 και 8/2011).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983.

Περαιτέρω, µε την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, µε τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο µονιµοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος µε τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα, δεν µπορούν να µετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσεως, ως συµβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συµβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 η εφαρμογή στις ανωτέρω συµβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόµενο αυτής έως τις 10-7-2001 µε δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρµόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νοµοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νοµοθετικά µέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαµβάνουν κατά τρόπο, που να λαµβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τοµέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα µέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη µέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, γ) τον αριθµό των ανανεώσεων τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις δύο µε ηµεροµηνία 27- 10-2003 αγωγές τους, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες, αφού εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΤΕΙ) κατά τους αναφερόμενους σ' αυτές χρόνους, και απασχολούνται έκτοτε σ' αυτό µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί καλύπτουν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου ΑΤΕΙ, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ' αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι 1545/2005 και 1547/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες τις απέρριψαν. Οι ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τις εφέσεις. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αγωγών, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι προσλήφθηκαν από το πρώτο αναιρεσίβλητο κατά τους παρακάτω χρόνους και ειδικότερα η 1η Κ.

Γ. το έτος 1984, ο 2ος Α. Κ. την 1-10-2001, ο 3ος Δ. Χ. το έτος 1996, η 4η Π. Μ. το έτος 1990, η 5η Μ. Τ. το έτος 1997, η 6η Ε. Γ. το έτος 1996, η 7η Ε. Κ. το έτος 2000, ο 8ος Β. Μ. το έτος 1992, ο 9ος Π. Β. το έτος 1990, ο 10ος Α. Λ. το έτος 1984, η 11η Ε. Μ. το έτος 1996, ο 12ος Γ. Ν. το έτος 1997, η 13η Σ. Δ. το έτος 1998, ο 14ος Ν. - Ι. Α. το έτος 1992, η 16η Π. Χ., το έτος 2000, ο 17ος Δ.

Μ. το έτος 1984, η 18η Ε. Μ. το έτος 1994, ο 19ος Γ. Μ. το έτος 1990, ο 20ος Π. Σ. το έτος 1996, ο 21ος Ι. Κ. το έτος 1997, ο 22ος Δ. Ζ. το έτος 1996, η 23η Μ. Τ. το έτος 2000, ο 24ος Α. Τ. το έτος 2000, ο 25ος Ι. Κ. την 1-10-2001, η 26η Β. Ρ. το έτος 1998, η 27η Ν. Κ. το έτος 1996, ο 28ος Α. Ν. το έτος 1995, η 29η Α. Σ. το έτος 1994, ο 30ος Γ. Μ. το έτος 1984, ο 31ος Μ. Σ. το έτος 2000, η 32η Α.

Μ. το έτος 1995, ο 33ος Γ. Μ. το έτος 1995, η 34η Ε. Χ. το έτος 1998, η 35η Χ. Β. το έτος 1997, και ο 36ος Δ. Σ. το έτος 1998. Με µε αυτό το περιεχόµενο οι εν λόγω αγωγές, Α) Ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Κ. (δεύτερο) και Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο), που προσλήφθηκαν την 1-10-2001, δεν είναι νόµιµες καθόσον οι αναφερόµενες σ' αυτές συµβάσεις εργασίας καταρτίσθηκαν, ως ορισµένου χρόνου, μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, βάσει των οποίων απαγορεύεται η µετατροπή τους σε συµβάσεις αορίστου χρόνου και Β) Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το πρώτο αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Το εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως αβάσιµες τις εφέσεις όλων των αναιρεσειόντων κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες είχαν απορρίψει, ως µη νόµιµες, τις ίδιες αγωγές. Κρίνοντας έτσι, 1) ως προς τους αναιρεσείοντες Α. Κ. (δεύτερο) και Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο), που προσλήφθηκαν την 1-10-2001, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983 και 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999.

Και 2) ως προς τους λοιπούς, όμως, αναιρεσείοντες παραβίασε 1) με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Εποµένως, ως προς αυτούς, οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ., λόγοι αναιρέσεως, µε τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι βάσιµοι ενώ αβάσιμοι είναι οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τους δεύτερο και εικοστό πέμπτο από τους αναιρεσείοντες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει Α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως 1) ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και 2) ως προς τους αναιρεσείοντες δεύτερο και εικοστό πέμπτο και Β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν α) όλοι οι αναιρεσείοντες (πλην της δεκάτης πέμπτης) στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957 β) οι αναιρεσείοντες, δεύτερος και εικοστός πέμπτος, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου και το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη την δίκη, ως προς την δεκάτη πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Β..

Απορρίπτει την από 23-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 4726/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Καταδικάζει όλους τους αναιρεσείοντες, (πλην της 15ης), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα(350) ευρώ.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Α. Κ. (δεύτερο) και 2) Ι. Κ. (εικοστό πέμπτο).

Καταδικάζει αυτούς στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό ίδρυμα Αθήνας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Αναιρεί τη με αριθμό 4726/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ