Legislator Case Law & Legislation
1678/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability judgment due to lack of fault and inadmissible procedural arguments.

Case Number 1678/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident liability case. The appellants argued that the lower court erred in finding no fault and failed to consider specific documents submitted during the appeal. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated the evidence and that the appellants did not rely on the alleged omissions during the appellate proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: Liability for torts requires fault and causal link, while appeals challenging factual findings based on unutilized evidence are inadmissible if the lower court explicitly confirmed consideration of all submitted documents.

Keywords

AI generated
tort liability traffic accident fault requirement causal link inadmissible appeal factual findings court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1678 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...,, 2) ...,, 3) ...,, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο-Σπυρίδωνα Μαζαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...,, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τασσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα και η άδειά της ανακλήθηκε οριστικά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταθόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1533/2003 μη οριστική και 4581/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5979/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/1/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 21/4/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομος συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παρανόμου συμπεριφοράς και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνομένου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορος αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περίπτ. α' και β' του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), "Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο. σ) πράσινο σταθερό φώς κυκλικής μορφής:

Ο οδηγός προχωρεί κατευθείαν μπροστά ή στρίβει προς τα δεξιά ή αριστερά, εκτός αν άλλο σήμα ή πινακίδα απαγορεύει την κατευθείαν κίνηση ή στροφή. Ο οδηγός υποχρεούται και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φώς, κινούμενος κατευθείαν μπροστά να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση...

β) ερυθρό φώς σταθερό κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φώς....". Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια αυτή, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, που αντλούνται από τις αποδείξεις, ενώ ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπ' όψη του ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς να είναι πάντως ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Η παράβαση της διατάξεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 59 αριθμ. 11 περ. γ' λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στην μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπ' όψη σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ωσαύτως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπ' όψη, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και έγινε επίκλησή των. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά:

Την 23.07.2000 και περί ώρα 05.40', ο Θ1, συγγενής των εκκαλούντων, οδηγώντας την άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλη μοτ/τα του, έβαινε μ' αυτήν επί της οδού ...,, με κατεύθυνση από ..., προς την οδό ...,. Η οδός αυτή, μετά τη διασταύρωση της με την Λεωφ. ...,μετονομάζεται σε ...,. Η οδός ..., έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας και έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος δε του προς ..., ρεύματος είναι 13 μ.

Τέμνεται καθέτως από την οδό ...,, η οποία έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας προς Λεωφ. ..., και μία λωρίδα, που στρίβει αριστερά προς οδό ..., (με κατεύθυνση προς ...,), το πλάτος δε του προς Λεωφ...., ρεύματος είναι 14,20 μ. Στην ως άνω διασταύρωση των οδών αυτών δημιουργείται ισόπεδος οδικός κόμβος, η κυκλοφορία του οποίου ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες.

Κατά τον χρόνο του ατυχήματος (ημέρα Κυριακή και ώρα 05:40) η κυκλοφορία ήταν αραιή, επικρατούσε φως ημέρας, και οι φωτεινοί σηματοδότες ήταν σε κανονική λειτουργία. Ο 1ος εφεσίβλητος-εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ..., ΔΧΕ αυτοκίνητο (TAXI), της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη του στην 2η εφεσίβλητο-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε μ' αυτό επί της οδού...,υ, με πρόθεση να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό ...,, με κατεύθυνση προς ...,.

Όταν οι φωτεινοί σηματοδότες στην πορεία του έδειξαν κόκκινο, ο εν λόγω οδηγός ακινητοποίησε το TAXI, πρώτο κατά σειρά, μπροστά στον σηματοδότη της οδού ...,. Πίσω από το TAXI, ακινητοποιήθηκε ομοίως και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον εξετασθέντα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αυτόπτη μάρτυρα Μ1.

Όταν ο φωτεινός σηματοδότης της οδού ..., έδειξε πράσινο φως, είτε προς ευθεία κατεύθυνση (προς Λεωφ....,), είτε προς την αρ. στροφή, προς οδό ..., (με κατεύθυνση προς ...,), ο 1ος εφεσίβλητος ξεκίνησε αργά να εισέρχεται στην διασταύρωση των οδών ..., και ...,, με αριστερή κλίση, προκειμένου να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στην οδό ...,, με κατεύθυνση προς ...,.

Να σημειωθεί ότι, όταν το φανάρι της οδού ..., γίνεται πράσινο, τότε το φανάρι της οδού ..., με κατεύθυνση προς ...,, δείχνει οπωσδήποτε κόκκινο. Ενώ, λοιπόν, ο οδηγός του TAXI είχε περίπου διασχίσει 6 μ. από το σημείο εκκίνησής του και βρισκόταν εντός του προς οδό ..., ρεύματος της οδού ..., και περίπου στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού, τότε ο Θ1, οδηγώντας την άνευ αριθμού κυκλοφορίας μοτ/τα του, αν και είχε κόκκινο σηματοδότη στην πορεία του (επί της οδού ...,, με κατεύθυνση προς ...,), βαίνοντας με αυξημένη ταχύτητα, παραβίασε το κόκκινο φανάρι και εισήλθε στην άνω διασταύρωση και προσέκρουσε με το εμπρόσθιοτμήμα της μοτ/τας, το πλάγιο αριστερό τμήμα του TAXI (εμπρόσθιο φτερό, πόρτα οδηγού), το οποίο ο οδηγός του - 1ος εφεσίβλητος, αντιληφθείς την πορεία της μοτ/τας, είχε ακινητοποιήσει με ισχυρή πέδηση, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση.

Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτ/τας, Θ1, ηλικίας 22 ετών, στο αίμα του οποίου ανιχνεύτηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,57 ανά λίτρο αίματος. Αντίθετα, στο αίμα του οδηγού του TAXI δεν ανιχνεύτηκε οινόπνευμα. Με δεδομένες τις άνω συνθήκες του ατυχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος τούτου είναι ο θανών οδηγός της μοτ/τας, ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, οδηγούσε την μοτ/τα του με αυξημένη για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα (ισόπεδος οδικός κόμβος) και παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του, που έδειχνε κόκκινο φως.

Το γεγονός ότι ο θανών ήταν αυτός που παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, και όχι ο οδηγός του TAXI, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες-ενάγοντες, ενισχύεται και από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Μ1, ο οποίος κατέθεσε κατηγορηματικά ότι ο οδηγός του TAXI ανέμενε την αφή του πράσινου σήματος, στην πορεία του και μετά ξεκίνησε.

Το ότι ο οδηγός του TAXI ξεκίνησε αργά, με χαμηλή ταχύτητα, και ότι εξ αυτού του λόγου το πράσινο φανάρι του είχε τραπεί σε κόκκινο, δεν αποδείχθηκε, αντίθετα, από το σημείο συγκρούσεως προκύπτει ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., και μάλιστα σε απόσταση μόνον 6 μ. από το σημείο εκκίνηση του ΤΑΞΙ, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί τέτοια περίπτωση, περί τροπής του πράσινου σηματοδότη σε κόκκινο, σε τόσο μικρή απόσταση....".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο παθών, Θ1, και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τούτων. Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το κύριο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, διότι, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της υπαιτιότητος ή μη των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ύπαρξη ή μη των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Οι αντίθετες δε αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως και η υπό στοιχ. β' αιτίαση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως κρίνονται απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Ωσαύτως, η υπό στοιχ. α' αιτίαση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, κρίνεται απαράδεκτος, διότι ανάγεται σε πλεοναστική αιτιολογία, εν όψει του ότι το εκ των αποδείξεων πόρισμα του Εφετείου, εν σχέσει προς τον ισχυρισμό που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες "ότι το ταξί ξεκίνησε αργά (με νοηματικό περιεχόμενο την αργοπορία στην εκκίνηση) με χαμηλή ταχύτητα και εξ αυτού του λόγου το πράσινο φανάρι του είχε τραπεί σε κόκκινο", με βάση και τις προηγούμενες παραδοχές του, όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως που ανωτέρω εκτίθεται, είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός "δεν αποδείχθηκε" και τούτο διατυπώνεται σαφώς.

Εξ άλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το επικουρικώς διατυπούμενο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και κατά το μέρος αυτού, ότι το ΤΑΞΙ ξεκίνησε με καθυστέρηση, μετά την αφή του πράσινου φωτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός, ως μη αυτοτελής, δεν συνιστά "πράγμα" υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια.

Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό αυτό και κατά το μέρος της αργοπορίας στην εκκίνηση και τον απέρριψε, ως αναπόδεικτο. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί νομίμως και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη του αγωγικού των ισχυρισμού, περί της υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση αυτού, πλήττεται η περί των πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπ' όψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, από την βεβαίωση δε αυτής, εν συνδυσμώ προς τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και εξετίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα.

Ωσαύτως, όσον αφορά στην αιτίαση του αυτού λόγου αναιρέσεως, με την οποία προσάπτεται στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπ' όψη την ομολογία του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, τις οποίες προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την οποία "η ταχύτητά μου δεν υπερέβαινε τα 7 χ/ω κατά την διάνυση αυτών των 6 μέτρων", πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αυτοί δεν επεκαλέσθηκαν ομολογία του ανωτέρω διαδίκου, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, με τις προτάσεις των, προέβησαν σε σχολιασμό της ανωμοτί καταθέσεως τούτου, ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου, κατά το ανωτέρω μέρος της, και την επί τη βάσει τούτου αναφορά επιχειρήματος, περί της αργοπορίας του και της κατ' αυτήν αφής του κόκκινου φωτεινού σηματοδότου.

Το δικαστήριο, όμως, έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλομένη απόφασή του, και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, δεχόμενο μάλιστα ότι αυτός "ξεκίνησε αργά να εισέρχεται στη διασταύρωση" (με νοηματικό περιεχόμενο ότι ξεκίνησε με μικρή ταχύτητα) και ότι το ατύχημα έλαβε χώρα όταν "είχε διανύσει 6 μέτρα από το σημείο της εκκινήσεώς του".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, εφόσον από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.1.2008 αίτηση των ..., κλπ, περί αναιρέσεως της 5979/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ