Supreme Court dismisses appeal where lower court properly evaluated evidence regarding breach of contract facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by TECHNOCLIMAIR against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence regarding the timing of the other party's protest against unauthorized actions. The court found the lower court's reasoning sufficient and within its discretion to assess evidence without needing specific dates in the judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) para. 1, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged failure to evaluate evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it considered the evidence, unless the judgment's reasoning leaves doubts about the assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1678 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρουμάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "TECHNOCLIMAIR ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους Χ1 και Χ2 , οι οποίοι παραστάθηκαν και διόρισαν στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Δημήτριο Βερβεσό.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας Ισπανικού Δικαίου με την επωνυμία "COMPANIA ROCA - RADIADORES S.A.", που εδρεύει στην Βιομηχανία της Ισπανίας (Avda Diagonal, 513 08029, Barcelona) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φιλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2483/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 2774/2004 μη οριστική και 7486/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, διάβασε την από 2-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον των αρμοδίως ορισθέντων εισηγητών δικαστών και περιέχονται στις κατονομαζόμενες εισηγητικές εκθέσεις και στα από 17-2-2005 και 3-3-2005 πρακτικά του δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα.
Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, όλα τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα (telex αμφοτέρων των διαδίκων, τιμολόγια, αποδείξεις εισπράξεως ποσών πελατών της αναιρεσείουσας, επιστολές και έγγραφες προσφορές αυτής προς τρίτους) έστω και αν δεν μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν αξιολογεί ειδικότερα όλα τα παραπάνω έγγραφα και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτή κάνει ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α)την από 9-4-1987 επιστολή προτάσεως συνεργασίας της αναιρεσείουσας προς την ισπανική εταιρεία EREBUS ΑΕ, την οποία το πρώτον επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του εφετείου, χωρίς όμως προηγούμενη επίκληση και προσκόμιση αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και β)την από 7-7-1987 επιστολή του Διευθυντή της αναιρεσίβλητης Α, χωρίς επίκληση αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν καθορίζει η αναιρεσείουσα για ποιο λυσιτελή ισχυρισμό, που ασκεί δηλαδή επίδραση στη δίκη, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτώς από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου.
Το άρθρο 562 παρ.3 ΚΠολΔ ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα.
Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του. Έτσι αυτός που επικαλέστηκε και προσκόμισε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο δεν μπορεί να επικαλεστεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολομ.
ΑΠ 58/1978). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, όπως εκτιμάται, υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο λόγο αυτό (τελεξ, επιστολές κ.λ.π) τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη του ουσιώδους κατ'αυτήν ισχυρισμού της συνεργασίας των διαδίκων, τα οποία είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα χωρίς βεβαίωση ότι προσκομίσθηκε και επίσημη μετάφραση αυτών στην ελληνική, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει και του ότι η παράβαση της μη λήψεως υπόψη ξενόγλωσσου εγγράφου, χωρίς την προσκόμιση και επίσημης μετάφρασης αυτού, δεν ανάγεται στη δημόσια τάξη.
Κατά το άρθρο 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν καθίσταται υπερήμερος εάν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού τούτου του δανειστή. Εξ άλλου κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ` όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που μετά παραδοχή της εκ του άρθρου 342 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την περί αποζημιώσεως αγωγή της αναιρεσείουσας, για τη ζημία την οποία υπέστη, λόγω της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης στην εκπλήρωση της εκ της συμβάσεως πωλήσεως απορρέουσας υποχρεώσεώς της παραδόσεως των πωληθέντων από αυτήν στην αναιρεσείουσα εμπορευμάτων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
Μεταξύ της ενάγουσας-εφεσίβλητης και τώρα αναιρεσείουσας, η οποία έχει ως δραστηριότητα την εισαγωγή και εμπορία στην Ελλάδα κλιματιστικών συσκευών και της εναγομένης-εκκαλούσας και τώρα αναιρεσίβλητης, ισπανικής εταιρίας κατασκευής και εμπορίας κλιματιστικών συσκευών και των σχετικών ανταλλακτικών, από την οποία η πρώτη προμηθευόταν ήδη από το 1984 κλιματιστικές συσκευές για τις ανάγκες της εμπορίας της συμφωνήθηκε, μέσα στο χρονικό διάστημα από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο 1987, η πώληση από τη δεύτερη προς την πρώτη των αναφερόμενων κλιματιστικών συσκευών και ανταλλακτικών.
Οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν στην Αθήνα και διέπονται, σύμφωνα με το άρθρο 25 εδ. β' ΑΚ, από το Ελληνικό δίκαιο. Η αναιρεσίβλητη η οποία αρχικά υποσχέθηκε, μετά από διαδοχικές αναβολές, την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων έως τα μέσα Ιουνίου 1987, αρνήθηκε στη συνέχεια να παραδώσει στην αναιρεσείουσα τα προαναφερόμενα εμπορεύματα, γεγονός που ανάγκασε την τελευταία να της αποστείλει το από 19-6-1987 τηλετύπημα, με το οποίο διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων και της έταξε προθεσμία πέντε ημερών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αυτής θα διεκδικήσει την αποκατάσταση της ζημίας που θα προκαλείτο στην ίδια.
Περαιτέρω όμως (συνεχίζει το Εφετείο), η μη παράδοση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μέσα στον προαναφερόμενο χρόνο των πιο πάνω πραγμάτων στην αναιρεσείουσα, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο η ίδια (αναιρεσίβλητη) δεν έχει ευθύνη, όπως βασίμως αυτή ισχυρίστηκε κατ' ένσταση (ΑΚ 342) και ειδικότερα στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κατά το παρελθόν αυθαιρέτως μετέτρεπε, ύστερα από παρεμβάσεις της, τις κλιματιστικές μονάδες που της πουλούσε η αναιρεσίβλητη από κλιματιστικές συσκευές ψύξεως σε κλιματιστικές ψύξεως-θερμάνσεως, αφαιρούσε από τις εν λόγω συσκευές το σήμα της αναιρεσίβλητης "ROCA" και έθετε σ' αυτές τη δική της επωνυμία "ΤΕCΗΝΟCLΙΜΑΙΡ" και εμφανιζόταν αναληθώς στην αγορά ως αποκλειστική αντιπρόσωπος εκείνης (αναιρεσίβλητης).
Τα γεγονότα της μετατροπής των κλιματιστικών συσκευών ψύξεως της αναιρεσίβλητης σε κλιματιστικές συσκευές ψύξεως-θερμάνσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας και της επίθεσης της επωνυμίας της στις συσκευές αυτές ρητά συνομολογούνται από την τελευταία στην αγωγή και τις προτάσεις της. Εξάλλου αυτή (αναιρεσείουσα), η οποία εκθέτει στην αγωγή και τις προτάσεις της ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε κατά το 1984 για λόγους αρχής την πρότασή της να την αντιπροσωπεύει αποκλειστικά στην Ελλάδα, δεσμεύθηκε όμως προφορικά να είναι η ίδια ο μοναδικός εισαγωγέας των κλιματιστικών προϊόντων εκείνης στην Ελλάδα, συνομολογεί έμμεσα (261 ΚπολΔ) με τον τρόπο αυτό και το γεγονός της εμφάνισης της ουσιαστικά ως μοναδικής (αποκλειστικής) αντιπροσώπου της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα.
Για τα πιο πάνω περιστατικά της μετατροπής των κλιματιστικών συσκευών ψύξεως της αναιρεσίβλητης σε κλιματιστικές συσκευές ψύξεως θερμάνσεως, της επίθεσης σ' αυτές της επωνυμίας της αναιρεσείουσας, ύστερα από αφαίρεση του σήματος της αναιρεσίβλητης και της εμφάνισης στην αγορά της αναιρεσείουσας ως αποκλειστικής εισαγωγέως των προϊόντων εκείνης, δεν είναι αρνητικοί οι εξετασθέντες μάρτυρες της αναιρεσείουσας, οι οποίοι τα αποδίδουν σε σχετική συμφωνία αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης.
Η απόδειξη άλλωστε της επίθεσης στις επίμαχες κλιματιστικές συσκευές της επωνυμίας της αναιρεσείουσας μετά την αφαίρεση του σήματος της αναιρεσίβλητης και της εμφάνισης αυτής στην ελληνική αγορά ως αποκλειστικής αντιπροσώπου της αναιρεσίβλητης, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στα διαφημιστικά φυλλάδια που κυκλοφορούσε η αναιρεσείουσα, οι κλιματιστικές συσκευές που προμηθευόταν από την αναιρεσίβλητη έφεραν μόνο τη δική της επωνυμία και όχι το σήμα της αναιρεσίβλητης και η ίδια εμφανιζόταν ως αποκλειστική αντιπρόσωπος χωρίς να αναφέρει ότι, εκτός από την αναιρεσίβλητη, διατηρούσε στον τομέα των κλιματιστικών συσκευών συνεργασία και μάλιστα σε επίπεδο αποκλειστικού αντιπροσώπου με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία.
Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο), δεν αποδείχθηκε ο προβαλλόμενος, ως αντένσταση, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι στην μετατροπή των κλιματιστικών συσκευών ψύξεως της αναιρεσίβλητης σε κλιματιστικές συσκευές ψύξεως-θερμάνσεως, στην επίθεση σ' αυτές, μετά την αφαίρεση του σήματος της αναιρεσίβλητης της δικής της επωνυμίας και στην εμφάνιση στην ελληνική αγορά ως αποκλειστικής αντιπροσώπου (εισαγωγέως) εκείνης, αυτή προέβαινε ύστερα από σχετική συμφωνία με την αναιρεσίβλητη... .
Αξίζει να σημειωθεί εδώ το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα στις 9-4-1987, οπότε φέρεται κατά τους ισχυρισμούς της να λειτουργεί προφορική συμφωνία της με την αναιρεσίβλητη για αποκλειστική συνεργασία τους για την εισαγωγή στην Ελλάδα κλιματιστικών συσκευών της τελευταίας, απευθύνεται εγγράφως στην ισπανική εταιρεία "EREBUS S.A", επιζητώντας τη συνεργασία της για την εισαγωγή στην Ελλάδα κλιματιστικών συσκευών, γεγονός όμως που δεν συμβαδίζει με τη θέση της για αποκλειστική συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, από το γεγονός ότι στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν κατά τον Αύγουστο του 1986 κλιματιστικά προϊόντα της αναιρεσίβλητης με το σήμα της εταιρείας "stiebel eltron", τα οποία κατασκευάστηκαν στο εργοστάσιο της αναιρεσίβλητης, ύστερα από σχετική συμφωνία της με την πιο πάνω εταιρεία, δεν μπορεί να συναχθεί και αποδοχή ή έστω ανοχή αυτής για επίθεση από την αναιρεσείουσα της επωνυμίας της στα κλιματιστικά προϊόντα που της πουλούσε.
Τις προαναφερόμενες ενέργειες της αναιρεσείουσας, τις οποίες πληροφορήθηκε για πρώτη φορά η αναιρεσίβλητη κατά το Μάρτιο του 1987, ουδέποτε αυτή αποδέχθηκε είτε αμέσως είτε εμμέσως. Είναι χαρακτηριστική επί του θέματος αυτού η από 7-7-1987 επιστολή του διευθυντή εξαγωγών της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, στην οποία τονίζεται η δυσαρέσκεια της αναιρεσίβλητης όταν πληροφορήθηκε τις πιο πάνω ενέργειες της αναιρεσείουσας (μετατροπή κλιματιστικών συσκευών ψύξεως σε συσκευές ψύξεως-θερμάνσεως, επίθεση σ'αυτές επωνυμίας της αναιρεσείουσας, εμφάνιση αυτής ως αποκλειστικής αντιπροσώπου) και εξηγείται η απόφασή της να διακόψει τη συνεργασία της με την τελευταία, η οποία ενώ στην αρχή έδειξε ότι συμμορφώνεται στις σχετικές συστάσεις της ίδιας, στη συνέχεια επανήλθε στην προηγούμενη τακτική της, Έτσι η αναιρεσίβλητη, δέχεται τελικά το Εφετείο, δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της απέναντι στην αναιρεσείουσα από τις επίμαχες συμβάσεις πωλήσεως και δεν δικαιολογείται η επιδίκαση στην τελευταία του ποσού των 34.478,53 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και θετική ζημία της λόγω υπερημερίας εκείνης ως προς την παράδοση στην αναιρεσείουσα των προαναφερόμενων κλιματιστικών προϊόντων, των οποίων η τελευταία είχε συμφωνήσει την πώληση σε πελάτες της στην Ελλάδα.
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε ακολούθως την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλείψεως ή ανεπάρκειας της αιτιολογίας του, αλλά αντίθετα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι οι προαναφερθείσες πράξεις της αναιρεσείουσας, συνιστούν γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 342 ΑΚ, που οδηγεί στην απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της εκπληρώσεως των εκ των επιδίκων πωλήσεων απορρεουσών υποχρεώσεών της.
Ειδικότερα, υπό τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες παραδοχές, το Εφετείο δεν δέχθηκε αντιφατικά, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι η διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης ήταν μεταγενέστερη εκείνης της αναιρεσείουσας με την οποία της έτασσε προθεσμία πέντε ημερών για την εκπλήρωση της παροχής της, αλλά αντίθετα δέχθηκε, ως προκύπτοντα από το περιεχόμενο της από 7-7-1987 επιστολής του διευθυντή εξαγωγών της αναιρεσίβλητης, ότι μόλις αυτή πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, τον Μάρτιο του έτους 1987 τις προαναφερθείσες αυθαίρετες ενέργειες της αναιρεσείουσας διαμαρτυρήθηκε προς την αναιρεσείουσα και ενώ στην αρχή η τελευταία έδωσε την εντύπωση ότι συμμορφώθηκε στις σχετικές συστάσεις, στη συνέχεια επανήλθε στην προηγούμενη τακτική της.
Εξάλλου δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει το εφετείο στην απόφασή του " επί τη βάσει ποιών πραγματικών περιστατικών αφετηριάζει την γνώση της αναιρεσίβλητης τον Μάρτιο του 1987" για τις αντισυμβατικές ενέργειες της αναιρεσείουσας, ούτε "τον τρόπο πληροφορήσεως των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης για τις ενέργειες αυτές".
Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τις λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επισημαινόμενες ελλείψεις α)αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου, καθώς και στην αιτιολόγηση του συναγομένου από τις αποδείξεις πορίσματος το οποίο παρατίθεται σαφώς και Β)πλήττουν την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία TECHNOCLIMAIR ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ για αναίρεση της υπ'αριθμ 7486/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ