1678/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2006 αίτησή της και τους από 12/4/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και αυτού των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1678/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχτηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1678 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1678/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "................... Ο.Ε. - Μηχανές Γραφείου και Υπολογιστές", που εδρεύει στη ............... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Του αναιρεσίβλητου: ........................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Καπετανάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2006 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2006 αίτησή της και τους από 12/4/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 4/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών τόσο του κυρίου δικογράφου όσο και αυτού των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-6-06 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας πρέπει να συνεκδικαστούν και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με αριθμ. καταθ. 146/18-4-2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και από όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχτηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αναφερόμενων εγγράφων που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο καθώς και της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα ............., αφού από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, λόγοι εφέσεως κ.λ.π. οι οποίοι, παρότι προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, δε λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου επίσης λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω αιτίαση, χωρίς όμως, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί ή λόγοι εφέσεως που προτάθηκαν παραδεκτά και δεν λήφθηκαν υπόψη από το εν λόγω δικαστήριο. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/43, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ 324/46 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισαγ.Ν. ΑΚ, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας και στο μισθό ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα εξής: Την 1-1-2001 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δια του νομίμου εκπροσώπου της δυνάμει συμβάσεως για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός Η/Υ Συστημάτων και Μηχανών γραφείου αντί των συμφωνημένων αποδοχών και να απασχολείται καθημερινά από ώρα 9.00 έως 17.00 και τα Σάββατα από τις 9.00 μέχρι 15.00.
Κατά την πρόσληψή του στην αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος είχε ολοκληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα καταρτίσεως τεσσάρων εξαμήνων για την παραπάνω ειδικότητα του τεχνικού Η/Υ Συστημάτων και μηχανών Γραφείου και κατά το προηγούμενο της προσλήψεώς του εξάμηνο, ήτοι από 1-7-2000 μέχρι 31-12-2000 είχε απασχοληθεί στην αναιρεσείουσα στα πλαίσια της εξαμήνου πρακτικής του σύμφωνα με την από ..........
απόφαση του ΙΕΚ Λιβαδειάς. Η σύμβαση που συνέδεε τους παραπάνω συμβληθέντες ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο αναιρεσίβλητος είχε υποβληθεί έναντι της εργοδότριας εταιρείας σε νομική εξάρτηση, εκδηλούμενη με το διευθυντικό δικαίωμα της τελευταίας να ασκεί, μέσω του εκάστοτε νομίμου εκπροσώπου της έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την εν γένει επιμελή εκτέλεση αυτής, παρέχουσα τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες στον αναιρεσίβλητο, οι οποίες ήταν δεσμευτικές γι' αυτόν αφού ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με αυτές.
Ειδικότερα παρείχε τις υπηρεσίες του προσερχόμενος καθημερινά στα γραφεία της αναιρεσείουσας, τηρώντας το συμφωνημένο ωράριο, μετέβαινε δε και στα γραφεία των πελατών αυτής, κατόπιν σχετικών εντολών της και πάντοτε υπό τις οδηγίες της . Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος υπέγραφε ως τεχνικός στα δελτία έργου που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα από διάφορους πελάτες δεν αναιρεί το χαρακτήρα της παραπάνω έννομης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού τις υπηρεσίες του ως τεχνικού προσέφερε ο αναιρεσίβλητος στους εν λόγω πελάτες κατόπιν σχετικής εντολής της αναιρεσείουσας και στα πλαίσια της παραπάνω συμβατικής σχέσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ότι δηλαδή η επίμαχη συμβατική σχέση είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, ως προς τη νομική και προσωπική εξάρτηση του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα και τη συμμόρφωσή του προς τις εντολές και οδηγίες της, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση φέρει κατά τις διατάξεις αυτές το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου οι δε παρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι επαρκείς ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ.36/1994 ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτρονικών μέσων τεχνικών σχολών, σχολών ταχύρυθμης επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ΙΕΚ κ.λ.π. όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 10971/95 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας από 1-12-94 (ΦΕΚ 232 τεύχος Β/29-3-95), στις διατάξεις αυτής υπάγονται οι Ηλεκτρονικοί - Τεχνικοί hardware όλης της χώρας, οι οποίοι :
α) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένων από το κράτος διπλωμάτων τεχνικών λυκείων ή μέσων τεχνικών σχολών του εσωτερικού ή αντιστοίχων του εξωτερικού, σχολών ταχύρυθμης επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή ΙΕΚ στις ειδικότητες τεχνικών ηλεκτρονικών υπολογιστών μηχανών γραφείων, τεχνικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) ή συναφών ηλεκτρονικών μηχανημάτων κ.λ.π.
και β) απασχολούνται, με εντολή του εργοδότη τους, κατά κύριο λόγο και συστηματικά με τη συντήρηση ή και με την επισκευή των ηλεκτρονικών μερών των Η/Υ ...κ.λ.π. Κατά το άρθρο δε 3 παρ. 2 αυτής, στους ηλεκτρονικούς - τεχνικούς που υπάγονται στην παρούσα χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών και επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών της παρ. 2. 1.
όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα έτη υπηρεσίας/προϋπηρεσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ο οποίος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα του τεχνικού Η/Υ Συστημάτων και Μηχανών γραφείου, έχοντας ολοκληρώσει επιτυχώς την εκπαίδευσή του στα ΙΕΚ Βόλου και απασχολήθηκε πράγματι συστηματικά με εντολή της εργοδότριάς του με τη συντήρηση και την επισκευή των ηλεκτρονικών μερών των Η/Υ των πελατών της....κ.λ.π., δικαιούται το προβλεπόμενο από την παραπάνω ΔΑ επίδομα ειδικών συνθηκών και επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 10% επί του βασικού του μισθού.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της υπ' αριθμ. 36/1994 ΔΑ, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι δεν διευκρινίζει αν ο αναιρεσίβλητος είναι κάτοχος διπλώματος των ΙΕΚ Βόλου, που αποτελεί σύμφωνα με την εν λόγω ΔΑ προϋπόθεση για να υπαχθεί στις ρυθμίσεις αυτής στις οποίες περιλαμβάνεται και το πιο πάνω επίδομα, η δε πραγματική παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος ολοκλήρωσε επιτυχώς την εκπαίδευσή του στα ΙΕΚ Βόλου δε μπορεί αναγκαίως να έχει την έννοια ότι αυτός έλαβε και το σχετικό δίπλωμα του τεχνικού Η/Υ Συστημάτων και Μηχανών γραφείων που απαιτείται για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου καθώς και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το σκέλος τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η προαναφερθείσα αιτίαση, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων με τους οποίους πλήττεται το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ΄έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, η τελευταία δεν του χορήγησε ποτέ άδεια καίτοι ζητήθηκε, ακολούθως δε έκρινε ότι δικαιούται αυτός τις αποδοχές αδείας των ετών 2001 και 2002 προσαυξημένες κατά 100%, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας των οργάνων της αναιρεσείουσας και δε χρειαζόταν προς τούτο να προσδιορίζει και το χρόνο που ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο η άδεια.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.
Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.
Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών με τις οποίες βαρυνόταν ο αναιρεσίβλητος. Και ναι μεν με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο εφέσεως διατυπώθηκε παράπονο από την αναιρεσείουσα για το ότι δεν αφαιρέθηκε με την πρωτόδικη απόφαση από τις επιδικασθείσες στον αναιρεσίβλητο αποδοχές το ποσό που της επέβαλε το ΙΚΑ να καταβάλει για εργατικές εισφορές του τελευταίου, πλην όμως, δεν περιέχεται στο λόγο αυτόν εφέσεως και ισχυρισμός (ένσταση) περί καταβολής των εν λόγω εισφορών ώστε να θεμελιωθεί η σχετική ένσταση και παράλληλα η υποχρέωση του Εφετείου να την ερευνήσει.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου χωρίς να αφαιρέσει τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, δεν παραβίασε, αν και παρέθεσε διαφορετική αιτιολογία, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε περί του εναντίου πέμπτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων και κατά τα δύο σκέλη του, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και αληθώς από τον αριθμό 8 και όχι 19 του αυτού άρθρου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του τρίτου των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο με αυτούς κεφάλαιο, που αναφέρεται στην επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του επιδόματος ειδικών συνθηκών και επικίνδυνης εργασίας εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του ο οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ