Supreme Court dismisses appeal on termination of fixed-term employment contract due to serious breach of duty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject his claim for damages following the termination of his employment contract. The court found that the employer terminated the contract for a serious reason constituted by the employee's fault in breach of contractual obligations, without needing to prove a risk to the employer's interests. Consequently, the appellate court did not violate the law, and the appellant's arguments regarding specific bank practices and disciplinary inconsistencies were deemed inadmissible as they merely refuted the employer's defense rather than establishing new facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 672 and 281 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1, 8, and 19 of the Code of Civil Procedure. Termination of a fixed-term employment contract is justified by a serious reason primarily consisting of a fundamental breach of contractual obligations, where the employer's interest in continuing the contract is not a prerequisite for such termination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1678 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1678/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Δούκα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24378/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2521/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 10/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη- αναιρεσίβλητη τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος και τοποθετήθηκε αρχικά στο υποκατάστημα της Κοζάνης, στην υπηρεσία χορηγήσεων, όπου από τον Ιανουάριο του έτους 1979 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 1980 απασχολήθηκε ως ταμίας.
Το Δεκέμβριο του έτους 1980 μετατέθηκε στο κατάστημα της Αλεξάνδρειας, όπου απασχολήθηκε, μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 1984, ως άτυπος προϊστάμενος στην υπηρεσία χορηγήσεων, στη συνέχεια δε μετατέθηκε στο κεντρικό κατάστημα της Θεσσαλονίκης, όπου τοποθετήθηκε στην υπηρεσία καθυστερήσεων. Από τις 15-10-1990 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, τα οποία άσκησε μέχρι τις 25-4-1993, οπότε μετατέθηκε στην ειδική μονάδα καθυστερήσεων, με καθήκοντα εντεταλμένου μονάδας μέχρι τις 19-3-1998, ασκώντας παράλληλα, από τις 28-9-1997 έως τις 19-3-1998, προσωρινά καθήκοντα διευθυντή στο κατάστημα Κιλκίς.
Από τις 20-3-1998 μετατέθηκε στο κατάστημα Καβάλας όπου τοποθετήθηκε ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής και υπηρέτησε μέχρι τις 25-8-1999, κατά το ίδιο δε χρονικό διάστημα άσκησε, για ορισμένες περιόδους, καθήκοντα διευθυντή του καταστήματος της Αξιούπολης και του καταστήματος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης.
Από τις 26-8-1999, και ενώ ήδη από την 1-7-1998 κατείχε το βαθμό του Τμηματάρχη Α, μετατέθηκε στο κατάστημα της Πλατείας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, όπου τοποθετήθηκε ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής και του ανατέθηκαν παράλληλα, από το Φεβρουάριο του 2001, τα καθήκοντα του διευθυντή παραγωγής ομάδας βασικών τραπεζικών προϊόντων και, από τις 16-8-2001, τα καθήκοντα του διευθυντή παραγωγής ομάδας επενδυτικών προϊόντων.
Κατά τα έτη 1993-1996 του ανατέθηκε η διδασκαλία σε σεμινάρια για την επαγγελματική επιμόρφωση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης με θετικές κρίσεις της ίδιας για τη συμβολή του στον τομέα αυτό. Στις 7-8-2002 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη μετά του αναιρεσείοντος σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια εκ μέρους του παραβίαση των απορρεουσών από τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας υποχρεώσεων του έναντι της ίδιας.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων, ως υποδιευθυντής του καταστήματος της Πλατείας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την 1-3-2002 αντικανονικά ποσό 7.000 ευρώ από κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό τριών πελατών της, θέτοντας την υπογραφή ενός από τους συνδικαιούχους (του ......) στο σχετικό παραστατικό. Η ανάληψη αυτή έγινε χωρίς να προσκομίσει ο αναιρεσείων το βιβλιάριο της τράπεζας, αφού παραπλάνησε τον αρμόδιο ταμία, ως προς την ταυτότητα και την παρουσία του εν λόγω καταθέτη στο κατάστημα, δεδομένου ότι κανένας από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού δεν παρευρισκόταν σ' αυτό.
Μετά το περιστατικό αυτό και αφού στις 12-3-02 ο ως άνω συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού ...., ο οποίος είχε μεταβεί στην τράπεζα και διαπίστωσε την παράνομη ανάληψη του ποσού των 7.000 ευρώ, διαμαρτυρήθηκε προς το διευθυντή του καταστήματος για την εν λόγω ενέργεια, ο αναιρεσείων, με την από 25-4-2002 επιστολή του προς τον διενεργούντα τον έλεγχο επιθεωρητή, ομολόγησε την πράξη του χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε ή να επιχειρήσει οποιαδήποτε συγκάλυψη, ισχυρίστηκε δε ότι η ανάληψη του εν λόγω ποσού ήταν σε γνώση του ενός από τους τρεις συνδικαιούχους, όχι όμως εκείνου, την υπογραφή του οποίου πλαστογράφησε (....), αλλά του γιού του ....., με τον οποίο, όπως ανέφερε, διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και στη συνέχεια, στις 13-3-2002 κατέθεσε το ποσό που είχε αναλάβει στον παραπάνω λογαριασμό, με χρήματα που του έδωσε ο αδελφός του.
Επιπλέον ισχυρίστηκε, ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της επί σειρά ετών κλονισμένης υγείας της συζύγου του, ότι τα προβλήματα αυτά ήταν γνωστά στην εργοδότρια ήδη από το Νοέμβριο του 1999, και ότι για την επίλυσή τους είχε την οικονομική βοήθεια του αδελφού του, ενώ παράλληλα είχε καταφύγει και σε δανεισμό από την αναιρεσίβλητη και στη χρήση πιστωτικών καρτών.
Στη συνέχεια, οι δύο από τους τρεις συνδικαιούχους του επίμαχου λογαριασμού, και συγκεκριμένα ο ...., οι οποίοι ήταν τέκνα του ...., προσήλθαν στις 30-4-2002 στο κατάστημα της Πλατείας Δημοκρατίας και αναγνώρισαν εγγράφως όλες τις κινήσεις του θιγέντος λογαριασμού, δηλώνοντας, ότι η επίμαχη ανάληψη των 7.000 ευρώ πραγματοποιήθηκε με τη συναίνεση τους.
Ο τρίτος όμως από τους συνδικαιούχους ..... , που είχε αμφισβητήσει την επίμαχη ανάληψη, δεν συνυπέγραψε τη σχετική επιστολή αναγνώρισης. Εξάλλου, η υπογραφή που έθεσε στο σχετικό έγγραφο ανάληψης ο αναιρεσείων δεν είναι δική του, όπως ισχυρίζεται αυτός, αλλά του δικαιούχου ......, την οποία πλαστογράφησε ο αναιρεσείων.
Η ρητή προφορική εξουσιοδότηση που φέρεται, ότι έδωσε στον αναιρεσείοντα ο ..... για τη χορήγηση εκ μέρους του δανείου ύψους 7000 ευρώ με την ανάληψη του ισόποσου από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό, απαγορεύεται ρητά από τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης τράπεζας, καθόσον η ανάληψη χρημάτων από υπαλλήλους της από λογαριασμό τρίτου, όταν γίνεται για εξυπηρέτηση πελάτη της τράπεζας, επιτρέπεται μόνο αν υπάρχει έγγραφη εξουσιοδότηση του δικαιούχου πριν από την ανάληψη, ώστε σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται εγγράφως, πριν από την ανάληψη, η βούληση του τελευταίου, για τη διασφάλιση τόσο του ίδιου, όσο και των συμφερόντων και του κύρους της τράπεζας. 'Ομως ο αναιρεσείων δεν αρκέστηκε στην πλαστογράφηση του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά επιπλέον διαβεβαίωσε και τον ταμία του καταστήματος της τράπεζας, ότι ο .....
βρίσκεται στο γραφείο του, και έτσι τον έπεισε να εκταμιεύσει το εν λόγω ποσό, το οποίο και του παρέδωσε. Περαιτέρω, όπως δέχεται το Εφετείο, η μέχρι τότε υπηρεσιακή πορεία του αναιρεσείοντος ήταν ανοδική, αφού είχε κατορθώσει με ζήλο, ευσυνειδησία και εργατικότητα να υπηρετήσει σε σημαντικές θέσεις, διαθέτοντας ικανότητες και γνώσεις, υπευθυνότητα, εργατικότητα, επιμέλεια και σοβαρότητα, ενώ είχε την εμπιστοσύνη τόσο των συναδέλφων του, όσο και της ίδιας της τράπεζας.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από τα δελτία αξιολόγησης των ετών 2001, 2000, 1996, όπου αναφέρεται, ότι πρόκειται για στέλεχος έμπειρο και καταρτισμένο υπηρεσιακά, φιλότιμο, εργατικό, ενδιαφερόμενο για την ανάπτυξη των εργασιών της τράπεζας, ευπρεπή, εξυπηρετικό, συνεργάσιμο, ψύχραιμο, εύστροφο, με ορθή κρίση, που έχει την ευχέρεια να επιβάλλεται εύκολα και να είναι αποδεκτός από τους υφισταμένους του καθώς και αγαπητός από τους πελάτες, ενώ κρίνεται ικανός και για την ανάληψη ανώτερων καθηκόντων.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι ο αναιρεσείων αναλάμβανε δυσανάλογες προς τα εισοδήματά του οικονομικές υποχρεώσεις, το Εφετείο δέχτηκε α) ότι ο ίδιος είχε λάβει ως δάνειο από την πελάτισσα της τράπεζας ... τα ποσά των 1468 και 940 ευρώ, τα οποία της επέστρεψε κατά το χρόνο που είχαν συμφωνήσει, και β) ότι είχε λάβει δύο ατομικά δάνεια συνολικού ποσού 3865,87 ευρώ, τα οποία εξοφλούσε μέσω της μισθοδοσίας του, αλλά ότι όφειλε ακόμη ποσό 5863,25 ευρώ ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενων λογαριασμών, ποσό 12.689,48 ευρώ από ληξιπρόθεσμο δάνειο αυτοκινήτου, ποσό 11.313,33 ευρώ από χρήση καρτών και προσωπικά δάνεια, που ήταν σε οριστική καθυστέρηση, καθώς και 6.225,90 ευρώ από προσωπικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες μέσω άλλων τραπεζών, για τα οποία είχαν εκδοθεί εις βάρος του διαταγές πληρωμής.
Οι παραπάνω ενέργειες του αναιρεσείοντος, οι οποίες είχαν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, δεν αρμόζουν σε τραπεζικό υπάλληλο, και μάλιστα σε υποδιευθυντή, κλονίζουν το κύρος της αναιρεσίβλητης έναντι του κοινού και βλάπτουν τη φήμη και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, τουλάχιστον από πράξεις των υπαλλήλων της.
Από την αντισυμβατική δε αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους και κατέστη αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, αντί της οποίας δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής, διότι με την επιβολή της τελευταίας δεν ήταν βέβαιο ότι αυτός θα απέφευγε στο μέλλον παρόμοια συμπεριφορά.
Επομένως, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 672 του ΑΚ. Δέχτηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι α) βιοπορίζεται μέσω της εργασίας του, στερούμενος άλλων πόρων για την επιβίωση της οικογένειάς του, β)είναι έγγαμος με ένα τέκνο που σπουδάζει στο τμήμα μαθηματικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γ) η υγεία της συζύγου του είναι κλονισμένη, αφού πάσχει από μανιοκαταθλιπτική διαταραχή από το έτος 1999 και όταν διακόπτει την φαρμακευτική της αγωγή περιέρχεται σε κατάσταση μανίας, εκδηλούμενη μεταξύ άλλων και με τη διάθεση να προβαίνει σε άσκοπες και υπερβολικές αγορές, καθώς και απόπειρες κατά της ζωής της, και δ) από το Μάρτιο του 2002, που διαπιστώθηκε η τελευταία από τις παραπάνω ενέργειές του, μέχρι τον Αύγουστο του 2002 συνέχιζε να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα του, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση του ή να μεταβληθούν οι αρμοδιότητές του, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αναιρεσίβλητη είχε πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ' αυτόν η ακλόνητη πεποίθηση ότι δεν είχε διαταραχθεί η σχέση τους, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για καταγγελία της συμβάσεως, διότι 1) η υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη δεν αναιρεί το δικαίωμα της καταγγελίας σε περιπτώσεις υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του υπαλλήλου, όπως είναι η επίδικη, 2) ο χρόνος που μεσολάβησε από τη γνώση του πορίσματος των Επιθεωρητών της τράπεζας μέχρι την απόλυση του αναιρεσείοντος είναι συνήθης και εύλογος για την Τράπεζα, δεδομένου ότι για την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, μεσολαβούν διάφορες υπηρεσίες, εξαιτίας της γραφειοκρατικής δομής της αναιρεσίβλητης, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη επιχείρηση με ποικιλία και ποσότητα εργασιών και μεγάλο αριθμό προσωπικού.
Κατά συνέπεια, η επί πέντε περίπου μήνες παραμονή του αναιρεσείοντος στη θέση του μετά το τελευταίο συμβάν σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως λόγος μη κλονισμού της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης. Κατόπιν αυτών δέχθηκε το Εφετείο ότι η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος δεν είναι άκυρη και δεν υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, στη συνέχεια δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 672 και 281 και του ΑΚ, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια παράβαση των εργασιακών υποχρεώσεών του, χωρίς να απαιτείται, ως αναγκαία προϋπόθεση της συνδρομής σπουδαίου λόγου, η δημιουργία κινδύνου για τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης από τη συνέχιση της συμβάσεως, επιπλέον δε η παραπάνω καταγγελία δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 του ΑΚ.
Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: α) ότι στην ανάληψη του ποσού των 7.000 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό των .... προέβη ο αναιρεσείων ύστερα από ρητή τηλεφωνική εντολή του πρώτου από τους ανωτέρω συνδικαιούχους ....., ο οποίος του υπέδειξε να θέσει και την υπογραφή του πατέρα του ....., β) ότι αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική η συναλλαγή πελατών με τηλεφωνική εντολή αυτών προς υπαλλήλους της τράπεζας, τους οποίους γνωρίζουν προσωπικά, και γ) ότι η αναιρεσίβλητη, επί σειρά ετών, τηρεί συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι των υπαλλήλων που διαπράττουν πειθαρχικά παραπτώματα, και ειδικότερα προβαίνει στην απόλυση μόνο εκείνων που διαπράττουν ιδιαίτερα σημαντικά αδικήματα, ενώ για παραπτώματα ακόμη βαρύτερα από εκείνα που διέπραξε ο αναιρεσείων επιβάλλει μόνο πειθαρχικές ποινές.
Οι ανωτέρω, όμως, ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος αντέκρουαν απλώς την ένσταση της αναιρεσίβλητης, ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε για σπουδαίο λόγο και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια. Επομένως oι προαναφερόμενοι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 2521/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ