Legislator Case Law & Legislation
1677/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's assessment of evidence and facts.

Case Number 1677/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellants argued that the lower court distorted evidence and misapplied procedural time limits, but the court found these claims baseless. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and that its factual findings are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 74 para. 1 of Law 4690/2020; Art. 83 para. 1 of Law 4790/2021; Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review the factual assessment or the evaluation of evidence by the lower court, even if the appellate court reaches a different conclusion based on the same documents.

Keywords

AI generated
appeal dismissal factual assessment evidence evaluation procedural time limits appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 74 para. 1 of Law 4690/2020
Art. 83 para. 1 of Law 4790/2021
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1677 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Σ. και 2) Ι. Μ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Κουκούτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", μετονομασθείσα σε "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ" και ήδη "ΑLLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωακείμ Γεωργούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 24-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τις ως άνω μεταβολές της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-7-2016 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...".

Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη" μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1338 /2023).

Με την κρινόμενη από 24.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 445/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με τον αρ. του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 21.1.2020 και, επομένως, η προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης άρχισε στις 22.1.2020, δηλαδή την επομένη της εκδόσεως της προσβαλλομένης και θα συμπληρωνόταν στις 22.1.2022, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 24.6.2022. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε να τρέχει από τις 6.4.2021, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 24.6.22, αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, συνυπολογιζομένων των 10 επί πλέον ημερών, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας.

Κατόπιν αυτών πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1851/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7.1.2016 και με αρ. εκθ. κατ. 25577/1393/2016 αγωγή τους κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLLIANZ Ελλάς Α.Α.Ε." με την οποίαν, επικαλούμενοι ότι κατά τον εκεί αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη όχημά του, συγκρούστηκε από αποκλειστική υπαιτιότητά του με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά συγκυριότητα στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και το οποίο οδηγούσε πρώτος εξ αυτών, προκαλώντας τον τραυματισμό αυτών, ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτού και της δεύτερης αναιρεσείουσας (συνεπιβαίνουσας) αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης.

Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Ζ. άσκησε την από 12.7.2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 501338/2605/2016 αγωγή του κατά των άνω εναγόντων -εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "AIGAION AAE", με την οποία, επικαλούμενος ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων, οδηγώντας το ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) όχημά του, συγκρούστηκε από αποκλειστική υπαιτιότητά του με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητό του, που οδηγούσε ο ίδιος, προκαλώντας τον τραυματισμό του, ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτού αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 278/2018 οριστική απόφασή του επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την από 12.7.2016 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την από 7.1.2016 αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 5.3.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 21389/1452/2018) έφεσή τους κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή αυτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσείων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 270/2019).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 8α του Κ.Ο.Κ. "Σε μονόδρομους και οδούς διπλής κατεύθυνσης, που υπάρχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση, μέσα σε κατοικημένες περιοχές και τρείς εκτός αυτών, διαχωριζόμενες με κατά μήκος διαγραμμίσεις, επιτρέπεται η κυκλοφορία σε παράλληλες σειρές (στοίχους)". Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1214/2023, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1214/2023, ΑΠ 1335/23, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 26.10.2014 και περί ώρα 16.55, ο ενάγων επί της δεύτερης αγωγής Α.

Ζ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), και με επιβάτη την τετράχρονη κόρη του Λ., έβαινε επί της επαρχιακής οδού ...

με κατεύθυνση από Σιδάρι προς Κέρκυρα. Κατά τον ίδιο χρόνο και ακριβώς όπισθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου προς την ίδια με αυτό κατεύθυνση, έβαινε το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ. Κ. Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια οδό αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, από Κέρκυρα προς Σιδάρι, έβαινε ο Ν.

Μ., ενάγων στην πρώτη ως άνω αγωγή (ήδη πρώτος αναιρεσείων), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην συνιδιοκτησία αυτού και της δεύτερης ενάγουσας συζύγου του (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) κατά ποσοστό 50% και ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".

Η επαρχιακή οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Στο ύψος του 18ου χιλιομέτρου της εν λόγω οδού, που το συνολικό πλάτος της 6,70 μέτρων, ήτοι 3,00μ η κατεύθυνση προς Κέρκυρα και 3,70μ. η κατεύθυνση προς Σιδάρι, υπάρχει ήπια δεξιά στροφή για το αυτοκίνητο του Α. Ζ. και αριστερή για τα αντίθετα κινούμενα αυτοκίνητα, όπως του ενάγοντος στην πρώτη αγωγή Ν.

Μ. Όταν τα δύο αυτοκίνητα .... έφθασαν στο 18° χιλιόμετρο συγκρούστηκαν. Συγκεκριμένα το ... αυτοκίνητο, με οδηγό τον Α. Ζ. εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και προς το άκρον δεξιά αυτού, ενόψει και δεξιάς ως προς την κίνησή του στροφής, όταν το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο ..., με οδηγό τον Ν. Μ., αιφνίδια, απροειδοποίητα και ανεπίτρεπτα, εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του ...

αυτοκινήτου, κινούμενο με ταχύτητα περίπου 80 χιλιομέτρων την ώρα, και επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του (... αυτοκινήτου) στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Ζ., το οποίο λόγω της μεγάλης σφοδρότητας της σύγκρουσης εκτινάχθηκε λαμβάνοντας σχεδόν κάθετη θέση στο οδόστρωμα καταλαμβάνοντας μέρος και από τις δύο λωρίδες της οδού, οπότε το όπισθεν κινούμενο αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ.

Κ. λόγω του αιφνίδιου του συμβάντος και μη μπορώντας να αντιδράσει με ελιγμό πλην της τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, επέπεσε τελικά (παρά την τροχοπέδηση) στο πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Ζ., με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο αυτό (Ζ.) να μετακινηθεί εν μέρει εντός του ρεύματος πορείας από Κέρκυρα προς Σιδάρι, όπου και ακινητοποιήθηκε.

Υπαίτιος αποκλειστικά του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Μ., ο οποίος από αμέλειά του ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτέρου επιτρεπόμενου ορίου των 40 χιλιομέτρων για την περιοχή του ατυχήματος, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ενόψει και υπάρχουσας στροφής, δεξιάς ως προς την πορεία του, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του και να εισέλθει εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου κατ' εκείνη την στιγμή εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του το αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...

με οδηγό τον Α. Ζ., και να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του ανωτέρω, το οποίο λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης έλαβε θέση κάθετη σχεδόν επί του οδοστρώματος, μετακινηθέν στην συνέχεια από το χτύπημα του ακολουθούντος αυτοκινήτου του Δ.

Κ. και καταλαμβάνοντας εν μέρει θέση εντός του αντίθετου προς την πορεία του ρεύματος, όπου και φαίνεται στο προσκομισθέν σχεδιάγραμμα της τροχαίας που επιλήφθηκε του συμβάντος. Αντίθετα καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον οδηγό του ... Α. Ζ., ο οποίος έβαινε κανονικά με κανονική ταχύτητα (περίπου 40χλμ την ώρα) στο ρεύμα πορείας του, ενώ λόγω της αιφνίδιας εισόδου του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου του Ν.

Μ., δεν μπόρεσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, όταν είδε ξαφνικά το αυτοκίνητο αυτό να έρχεται από στροφή κατά τα άνω. Στην παραπάνω κρίση οδηγείται το δικαστήριο εκτιμώντας την από 26-10-2014 ένορκη κατάθεση του Δ. Κ. κατά την διενεργηθείσα προανάκριση από την επιληφθείσα του ατυχήματος τροχαία, στην οποία αυτός αναφέρει ότι το προπορευόμενο αυτού κατά 20 -25 μέτρα αυτοκίνητο (...

του Ζ.) κινείτο κανονικά στο δρόμο, με κανονική ταχύτητα και ξαφνικά το είδε να γυρίζει με το μπροστινό τμήμα του κάθετα στο δρόμο, γιατί είχε προηγηθεί σύγκρουση με το αντίθετα κινούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο (... του Μ.). Ο ίδιος δεν αναφέρει μεν στην ως άνω κατάθεσή του ότι είδε το αντίθετα κινούμενο αυτοκίνητο του Μ.

να μπαίνει στην λωρίδα κυκλοφορίας αυτού και του προπορευομένου αυτοκινήτου του Ζ., όμως αυτό συνάγεται από την κατάθεσή του σαφώς, καθόσον αν είχε συμβεί το αντίθετο, εξεταζόμενος αμέσως μετά το ατύχημα (26-10-2014 και ώρα 19:50', ενώ το ατύχημα έγινε στις 16:55' της ίδιας ημέρας), και από την κοινή πείρα προκύπτει, ότι αυτό ακριβώς θα είχε περιγράψει (την είσοδο του αυτοκινήτου του Μ.

στο αντίθετο ρεύμα), αφού βρισκόταν σε μικρή απόσταση μπροστά του και είχε πλήρη εικόνα της κίνησης αυτού, ως οδηγός που ακολουθούσε και είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του. Όσα δε προσπαθεί να διευκρινίσει στην μετά ικανό χρόνο γενομένη ένορκη βεβαίωσή του, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων - εναγόμενος Ν.

Μ., δεν κρίνοντα βάσιμα και ικανά να ανατρέψουν την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου.

Εξ άλλου, την κρίση περί εισόδου του αυτοκινήτου του Μ. στο αντίθετο ρεύμα και όχι του Ζ. και περί υπαιτιότητας, εξ αυτού, του οδηγού του ... Ν. Μ., ενισχύει και η αναφορά στην από 16-10-2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του AT Παλαιοκαστρίτσας Κέρκυρας, που επιλήφθηκε του ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα στην θέση "λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις", ότι "2. Η ορατότητα του Β' οδηγού (εννοεί του Μ.) μόλις εξέρχεται από αριστερή ομαλή στροφή και οδηγεί στην ευθεία περιορίζεται για μερικά μέτρα από τον ήλιο, ο οποίος την ώρα του ατυχήματος είναι στο ύψος των ματιών του οδηγού", και τούτο διότι τέτοια αναφορά θα ήταν περιττή αν το αυτοκίνητο του Μ. βγήκε από την στροφή και έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... Ν. Μ. και απέρριψε την από 7-01-2016 αγωγή των εναγόντων ... κατά του εναγομένου ... και της ασφαλιστικής εταιρείας ... έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο ομοίως απέρριψε την αγωγή των τελευταίων, διέλαβε αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (άρθρα 330 και 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 12 παρ. 1, 17 παρ. 8α του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή αποκλειστικής υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού Ν.

Μ., του ζημιογόνου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧ αυτοκινήτου, που κατ' αιτιώδη συνάφεια συνετέλεσε στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και συγκεκριμένα ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Μ., έχοντας αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτέρου επιτρεπόμενου ορίου των 40χλμ/ώρα για την περιοχή του ατυχήματος, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ενόψει της υπάρχουσας δεξιάς, ως προς την πορεία του, στροφής, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του και να εισέλθει εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου κατ' εκείνη την στιγμή κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με κανονική ταχύτητα (περίπου 40χλμ/ώρα) το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο με οδηγό τον Α. Ζ., ο οποίος λόγω της αιφνίδιας εισόδου του αντιθέτως κινουμένου οχήματος στο ρεύμα πορείας του και της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, λόγω της υπάρχουσας στην πορεία του Ν. Μ. στροφής, να μην προλάβει να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του ο Ν.

Μ. στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του τελευταίου (Α. Ζ.), το οποίο λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης έλαβε θέση κάθετη σχεδόν επί του οδοστρώματος, ακολούθως δε, το όπισθεν αυτού κινούμενο αυτοκίνητο με οδηγό τον Δ. Κ., λόγω του αιφνίδιου του συμβάντος και μη δυνάμενος να ενεργήσει άλλον, πλην της τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, ελιγμό, να επιπέσει, παρά την τροχοπέδηση, που ενήργησε, στο πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Α.

Ζ., με αποτέλεσμα το τελευταίο αυτοκίνητο να μετακινηθεί εν μέρει εντός του ρεύματος πορείας από Κέρκυρα προς Σιδάρι, όπου και ακινητοποιήθηκε. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ελλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλομένης πλήττουν ανεπιτρέπτως (561 εδ. 1 ΚΠολΔ) την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν "αιτιολογία", στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ ειδικότερα δε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα που βρέθηκαν τα θραύσματα και τα υγρά των συγκρουσθέντων οχημάτων, εκ των οποίων προκύπτουν, ως αντικειμενικά στοιχεία η τελική θέση του αυτοκινήτου του οχήματος των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο μεταξύ των οποίων α) το από 26-10-2014 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε από τον επιληφθέντα του τροχαίου ατυχήματος αστυνομικό του Α.Τ.

Παλαιοκαστρίτσας, β) τις φωτογραφίες της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και γ) την από 16-10-2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του προαναφερομένου Α.Τ., και τα προκύπτοντα από αυτά πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύονται οι συνθήκες του ατυχήματος. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα το πρώτο και τρίτο από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα μνημονεύονται και σχολιάζονται εκτενώς (βλ.

φύλλο 3, οπισθία σελίδα και 4ο φύλλο εμπρόσθια σελίδα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τους αναιρεσείοντες, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως ο ερευνώμενος πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 422/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 26.10.2024 σχεδιαγράμματος του αστυνομικού του Α.Τ.

Παλαιοκαστρίτσας καθόσον καταδεικνύει γεγονότα αντίθετα από αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αυτό έχει, εκτίμησε και αξιολόγησε του αληθές περιεχόμενό του, έστω και αν καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, πρόκειται δε για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2022 και με αρ. κατ. 5511/607/24.6.2022 αίτηση, για την αναίρεση της με αριθμό 445/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.

Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για έκαστο εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ