Supreme Court partially allows appeal on mental anguish damages while dismissing other claims and remanding case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a car insurance dispute. While dismissing eight of the nine appeal grounds, the court accepted the argument concerning the amount of compensation for mental anguish. The case was remanded to the Athens Court of First Instance for further proceedings on this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 and 614 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific grounds are admissible, remanding the case for retrial on those grounds while dismissing the rest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1677 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-5-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ.. χας Σ.. Β.., 2) Ι.. Β.. του Σ.., 3) Ν. Β. του Σ., 4) Μ. Β. του Σ., κατοίκων …, 5) Α. Β. του Σ., κατοίκου …, 6) Ε. Β. του Σ., κατοίκου …, 7) Ι. Κ. του Σ. Β., κατοίκου ..., 8) Γ. Β. του Σ., κατοίκου ... και 9) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βαλμαντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2464/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2155/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-6-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4229/504/08-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2155/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.): "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών", " 6. Οι Οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο...".
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού : "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".
Κατά το άρθρο 2 του ανωτέρω ν. 2696/1999 συνιστά "Στάθμευση" : "Η ακινησία του οχήματος για οποιονδήποτε λόγο, πλην της ανάγκης αποφυγής εμπλοκής του με άλλο όχημα που χρησιμοποιεί την οδό ή σύγκρουσης με εμπόδιο ή για τη συμμόρφωσή του με τους κανονισμούς κυκλοφορίας, εφόσον η χρονική περίοδος ακινητοποίησης του οχήματος δεν περιορίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή εκφόρτωση πραγμάτων" και "Στάση": "Η ακινησία του οχήματος επί χρόνο απαιτούμενο για την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών ή φόρτωση ή εκφόρτωση πραγμάτων".
Κατά το άρθρο 34 παρ. 1, 2 εδαφ. η' και 9 του ιδίου ως άνω νόμου : " 2. Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: ..... η) σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αν το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ οχήματος και απαγορευτικής γραμμής υπέρβασης είναι μικρότερο από τρία (3) μέτρα. 9.
Ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός των δίτροχων μοτοποδηλάτων και δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι και των Ε.Π.Η.Ο., αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμευση, είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν.
Η πινακίδα τοποθετείται στο οδόστρωμα και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα στις κατοικημένες περιοχές, πενήντα (50) δε μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος. Η αυτή υποχρέωση υφίσταται και για τα ρυμουλκούμενα στην ως άνω περίπτωση". Κατά το άρθρο 36 παρ. 1 εδ.
δ' του ιδίου ανωτέρω νόμου : " 1. Κατά τη διάρκεια της νύκτας ο οδηγός υποχρεούται να έχει τα φώτα του οχήματός του αναμμένα και να τα χρησιμοποιεί όπως πιο κάτω: ..... δ) Τα φώτα θέσης επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 35 του παρόντος Κώδικα και με τα φώτα πορείας, τα φώτα διασταύρωσης και τα φώτα ομίχλης.
Σε περίπτωση στάσης ή στάθμευσης μπορούν να ανάβουν τα φώτα θέσης ή τα φώτα στάθμευσης". Κατά το άρθρο 35 παρ. 3 περ. δ' του ως άνω νόμου: "3. Τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, η παρουσία μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση πρέπει να επισημαίνεται με τα μπρος και πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης.
Εξαιρούνται: .... δ) Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση σε οδούς κατοικημένων περιοχών με ελάχιστη κυκλοφορία οχημάτων. Τέλος, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου " 1. Για την οδήγηση μοτοποδηλάτων και ελαφρών τετρακύκλων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων απαιτείται η κατοχή της κατάλληλης κατηγορίας άδειας οδήγησης".
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2155/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις …-11-2014 και περί ώρα 6:35, ο Χ.
Β., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΜΕΝ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού Κ.. Λ. στο ... (περίπου στο ύψος ..., με κατεύθυνση από Α. προς Γ.. Στο σημείο εκείνο η ανωτέρω διπλής κατευθύνσεως οδός, έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,95 μέτρων και φέρει στο μέσον του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.
Επί της αυτής οδού στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής που οδηγεί προς Γ., ο α' εναγόμενος (Κ. Κ.) κατά τον ανωτέρω χρόνο, είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμ. ΕΚΑ ... Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητο που οδηγούσε προηγουμένως (το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην β' εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία), προκειμένου να παραδώσει προϊόντα (αλεύρι) σε παρακείμενο αρτοποιείο.
Συγκεκριμένα αυτός είχε σταθμεύσει το άνω όχημά του, το οποίο έχει πλάτος 2,40 μ. (χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα στάθμευσής του και χωρίς να έχει τοποθετήσει πίσω απ' αυτό σε απόσταση 50 μ. τουλάχιστον τριγωνική πινακίδα), παραπλεύρως του πεζοδρομίου της άνω οδού, 50 εκατοστά μακριά από το πεζοδρόμιο (ήτοι 50 εκατοστά μακριά από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της εν λόγω οδού που οδηγεί προς Γ.), με κατεύθυνση προς Γ., με αποτέλεσμα κατ' αυτόν τον τρόπο να είναι κατειλημμένα 2,90 μέτρα από το πλάτος του εν λόγω ρεύματος κυκλοφορίας και να απομένουν ελεύθερα προς διέλευση αριστερά του σταθμευμένου φορτηγού μόνο 2,07 μ., αφού το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας είχε πλάτος 9,95:2= 4,97 μ.
Ο οδηγός της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας, κινούμενος επί της άνω οδού (η οποία επεκτεινόταν σε ευθεία γραμμή) με ταχύτητα 50 χιλ/ώρα, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, σε συνθήκες νυκτός και με ανεπαρκή φωτισμό της οδού στο σημείο εκείνο, δεν αντελήφθη εγκαίρως το άνω σταθμευμένο φορτηγό (στο οποίο σημειωτέον δεν είχαν τεθεί σε λειτουργία τα φώτα στάθμευσης), με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την εμπρόσθια πλάγια δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του, στο άκρο αριστερό οπίσθιο τμήμα του φορτηγού (αριστερό άκρο του προφυλακτήρα), να εκτιναχθεί (λόγω της πρόσκρουσης αυτής) από την μοτοσικλέτα του και να επιπέσει βιαίως επί του οδοστρώματος, σε απόσταση 7,7 μ.
από το σημείο σύγκρουσης, ενώ η μοτοσικλέτα του, αφού σύρθηκε, ακινητοποιήθηκε, εν τέλει, σε απόσταση 16 μ. από το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων. Συνεπεία της ανωτέρω συγκρούσεως των οχημάτων, ο οδηγός της μοτοσικλέτας Χ. Β. υπέστη κακώσεις αυχένα, θώρακος και κοιλίας, δεξιού άνω και κάτω άκρου, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατός του.
Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού επελθών θανάσιμος τραυματισμός του άνω οδηγού της μοτοσικλέτας, οφείλεται σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των ως άνω οχημάτων, συνισταμένη στην αμελή και παράνομη συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα σε ανάλογες περιπτώσεις επιμέλεια και προσοχή μέσης ικανότητας συνετών οδηγών, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και ηδύναντο να καταβάλουν, καθ' όσον ο μεν οδηγός του άνω φορτηγού στάθμευσε το όχημά του στο οδόστρωμα της άνω οδού όπου απαγορευόταν η στάθμευση καθ' όσον τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού διαχωρίζονταν από απαγορευτική γραμμή υπέρβασης (διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή) και το εναπομείνον πλάτος της λωρίδας μεταξύ του σταθμευμένου φορτηγού και της απαγορευτικής γραμμής ήταν μικρότερο των τριών (3) μέτρων κατά τα ανωτέρω και μάλιστα χωρίς να θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης ή στάθμευσης του οχήματός του (alarm) και χωρίς να τοποθετήσει πίσω από το όχημά του, σε απόσταση τουλάχιστον 20 μ.
απ' αυτό (καθ' όσον ήτο κατοικημένη περιοχή), τριγωνική πινακίδα, προκειμένου να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν στο σημείο εκείνο περί του υφιστάμενου στο σημείο αυτό εμποδίου (σταθμευμένο όχημα), ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 34 παραγ. 2 εδ. η' και 9, 36 παρ. 1 εδ.
δ', 81 του ΚΟΚ, η δε συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του άνω ατυχήματος, συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο θάνατος του ανωτέρω οδηγού της μοτ/τας, ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ούτως ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως το σταθμευμένο έμπροσθεν της πορείας του φορτηγό και να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ήτοι να ενεργήσει ασφαλή πέδηση ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, καίτοι ήταν νύχτα και η οδός που κινείτο είχε ανεπαρκή φωτισμό, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 § 1, 19 παραγρ. 1,2 και 3 του ΚΟΚ και η συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του άνω ατυχήματος συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του.
Συνεπώς, αμφότεροι οι προαναφερόμενοι οδηγοί επέδειξαν αμελή συμπεριφορά παραβιάζοντας τους κανόνες που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία και με βάση τη βαρύτητα της αμέλειας εκάστου εξ αυτών πρέπει το ποσοστό συνυπαιτιότητας να καθορισθεί σε 70% για τον οδηγό του φορτηγού (Κ. Κ.) και 30% για τον οδηγό της μοτοσικλέτας (Χ.
Β.), γενομένης εν μέρει δεκτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της νομίμως υποβληθείσας από την β' εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, ένσταση συνυπαιτιότητας του Χ. Β. στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ). Το γεγονός του ότι ο οδηγός της μοτ/τας (θανών), οδηγούσε την άνω μοτ/τα χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της β' εναγομένης ότι αυτό συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση του και με τις σκέψεις που εκτίθενται σ' αυτήν, δέχθηκε τα ίδια, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου σχετικοί προς τούτο λόγοι τόσο της έφεσης όσο και της αντέφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας περί συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού της μοτ/τας (Χ. Β.) στην επέλευση του θανάτου του, λόγω του ότι αυτός δεν φορούσε κράνος κατά την ένδικη σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων, διότι οι προαναφερόμενες σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν σ' αυτόν κατά το ένδικο ατύχημα, οι οποίες επέφεραν τον θάνατό του, δεν εντοπίζονται στο κεφάλι του, το οποίο θα προστάτευε το κράνος, αλλά στον αυχένα, θώρακα, κοιλία και συνεπώς αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με την παράλειψη του ανωτέρω να φοράει κράνος, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου -ως εκ τούτου- του σχετικού προς τούτο υπό στοιχ. 2 λόγου της κρινόμενης εφέσεως.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο αποβιώσας Χ. Β., ηλικίας κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος 37 ετών ήταν υιός της 1ης ενάγουσας, η οποία τότε ήταν 80 ετών και συνταξιούχος του ΟΓΑ, αδελφός των 2ου έως 7ου των εναγόντων, οι οποίοι τότε ήσαν ηλικίας, 45,52,43,59, 40, 49, 47 ετών αντιστοίχως και οι 2ος, 3ος, 4ος, 6η, 7η, 8η εξ αυτών ήσαν αγρότες, ενώ ο 50ς εξ αυτών ήταν αλουμινάς και είχε μνηστευθεί την 9η ενάγουσα με την οποία και συμβίωνε τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του, η οποία ήταν τότε ηλικίας 29 ετών και εργαζόταν σε σούπερ μάρκετ ως υπάλληλος.
Οι ενάγοντες συνδέονταν στενώς με τον θανόντα και δοκίμασαν θλίψη και ψυχικό πόνο από τον αδόκητο θάνατό του, γι' αυτό πρέπει να τους επιδικασθεί (τόσο στους άνω συγγενείς του, όσο και στην μνηστή του) εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατό του (απορριπτόμενης της ενστάσεως της β' εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της 9ης ενάγουσας -μνηστή του θανόντος, ως προς το αιτούμενο απ' αυτήν αγωγικό κονδύλιο, το αφορών χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως αβάσιμης), καθ' όσον κατά την αληθή έννοια του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, στην οικογένεια του θύματος που δικαιούνται - σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου- χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, περιλαμβάνεται και η μνηστή [...].
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ήτοι ότι η 9η ενάγουσα ήταν μνηστή του θανόντος και ότι δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστη από το θάνατό του, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου υπό στοιχ. 3 σχετικός προς τούτο λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του ανωτέρω, ανέρχεται, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα εκ του οποίου επήλθε ο θάνατος του ανωτέρω, του γεγονότος ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα τόσο του α' εναγομένου (οδηγού του φορτηγού) όσο και του θανόντος (συντρέχουσα υπαιτιότητα) κατά τα προειρημένα ποσοστά, της σχέσεως και του βαθμού συγγενείας των οκτώ πρώτων εναγόντων με τον θανόντα, της σχέσεως μνηστείας της 9ης ενάγουσας με τον θανόντα, της ηλικίας του θανόντος, αλλά και των εναγόντων, της θλίψης και του ψυχικού πόνου που δοκίμασαν από το θάνατό του, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των φυσικών προσώπων εκ των διαδίκων μερών στο ποσό, των 60.000 € για την α' ενάγουσα και των 45.000 € δι' έκαστον εκ των λοιπών εναγόντων.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του επεδίκασε στους ενάγοντες τα ίδια, ως άνω αναφερόμενα ποσά, για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ανωτέρω, ουδόλως έσφαλε, αλλά αντιθέτως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι περί του αντιθέτου σχετικοί προς τούτο λόγοι, ήτοι ο υπό στοιχ. 4 λόγος εφέσεως και ο υπό στοιχ. 2 λόγος αντεφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά α) την από 12-2-2018 έφεση της αναιρεσείουσας και β) τη, με τις από 07-1-2019 έγγραφες προτάσεις, ασκηθείσα αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθμ. 2464/2017 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ένδικου ατυχήματος ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, φορτηγού αυτοκινήτου και ο άνω θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-8-2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδικάστηκαν τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους και για αποζημίωση (έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ], ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν αυτές (έφεση και αντέφεση), δεχόμενο ομοίως συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, φορτηγού αυτοκινήτου και του άνω θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα και επιδικάζοντας τα ανωτέρω, όπως πρωτοδίκως, χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους και για αποζημίωση στην πρώτη αναιρεσίβλητη και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδαφ. β', 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 34 παρ. 2 εδαφ. η' και 9, 36 παρ. 1 εδαφ. δ' του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [και δη ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των οδηγών των ανωτέρω οχημάτων, καθόσον:
α) ο μεν οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία φορτηγού αυτοκινήτου, στάθμευσε το όχημά του στο οδόστρωμα της άνω οδού, όπου απαγορευόταν η στάθμευση, επειδή τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού διαχωρίζονταν από απαγορευτική γραμμή υπέρβασης (διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή) και το εναπομείνον πλάτος της λωρίδας μεταξύ του σταθμευμένου φορτηγού και της απαγορευτικής γραμμής ήταν μικρότερο των τριών (3) μέτρων, χωρίς να θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης ή στάθμευσης του οχήματός του (alarm), ενώ ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός και χωρίς να τοποθετήσει πίσω από το όχημά του, σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων από αυτό, αφού ήταν κατοικημένη περιοχή, τριγωνική πινακίδα, προκειμένου να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν στο σημείο εκείνο περί του υφιστάμενου στο σημείο αυτό εμποδίου (σταθμευμένο όχημα) και β) ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως το σταθμευμένο έμπροσθεν της πορείας του φορτηγό και να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ήτοι να ενεργήσει ασφαλή πέδηση ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αν και ήταν νύχτα και η οδός που κινείτο είχε ανεπαρκή φωτισμό], πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί συντρέχουσας αμέλειας των ανωτέρω οδηγών, που, κατ' αιτιώδη συνάφεια, οδήγησε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ενώ και η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας.
Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, της οδηγητικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των οχημάτων αυτών και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο θέμα της συνυπαιτιότητάς τους στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπάρξεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των οδηγών των εν λόγω οχημάτων και της συγκρούσεως που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο άνω θανών οδηγός και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ΜΕΝ ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούμενος επί της διπλής κατευθύνσεως επαρχιακής οδού Κ.. Λ. στο ..., περίπου στο ύψος ..., με κατεύθυνση από Α. προς Γ., με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων την ώρα, που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, σε συνθήκες νύκτας και με ανεπαρκή φωτισμό της οδού στο σημείο του ατυχήματος, 3) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο όπου βρισκόταν σταθμευμένο το με αριθμό κυκλοφορίας ΕΚΑ ...
Δ.Χ.Φ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ. Κ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα ότι αυτός είχε σταθμεύσει το άνω όχημά του, το οποίο έχει πλάτος 2,40 μέτρων, παραπλεύρως του πεζοδρομίου της άνω οδού Κ. Λ., πενήντα (50) εκατοστά μακριά από το πεζοδρόμιο, δηλαδή (50) εκατοστά μακριά από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, που οδηγεί προς Γ.
και έχοντας αυτό (φορτηγό) κατεύθυνση προς Γ., με αποτέλεσμα κατ' αυτόν τον τρόπο να είναι κατειλημμένα 2,90 μέτρα από το πλάτος του εν λόγω ρεύματος κυκλοφορίας και να απομένουν ελεύθερα προς διέλευση αριστερά του σταθμευμένου φορτηγού μόνο 2,07 μέτρα, καθόσον το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της εν λόγω οδού ήταν 9,95 μέτρα και το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας είχε πλάτος 4,97 μέτρα, χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης ή στάθμευσης του εν λόγω οχήματος (alarm) και χωρίς να έχει τοποθετήσει πίσω απ' αυτό σε απόσταση 50 μ.
τουλάχιστον τριγωνική πινακίδα, 4) μνημονεύεται ο τρόπος πρόσκρουσης της μοτοσυκλέτας στο ως άνω σταθμευμένο φορτηγό, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, η πορεία και η τελική θέση της άνω μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση, 5) αναλύεται η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία φορτηγού αυτοκινήτου, συνιστάμενη στο ότι στάθμευσε το όχημά του στο οδόστρωμα της άνω οδού, όπου απαγορευόταν η στάθμευση, καθόσον τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού διαχωρίζονταν από απαγορευτική γραμμή υπέρβασης (διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή) και το εναπομείνον πλάτος της λωρίδας μεταξύ του σταθμευμένου φορτηγού και της απαγορευτικής γραμμής ήταν μικρότερο των τριών (3) μέτρων, χωρίς να θέσει σε λειτουργία τα φώτα θέσης ή στάθμευσης του οχήματός του (alarm), αφού ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός και χωρίς να τοποθετήσει πίσω από το όχημά του, σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων από αυτό, αφού ήταν κατοικημένη περιοχή, τριγωνική πινακίδα, προκειμένου να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν στο σημείο εκείνο περί του υφιστάμενου στο σημείο αυτό εμποδίου (σταθμευμένο όχημα), 6) αναλύεται επίσης η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας συνιστάμενη στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως το σταθμευμένο έμπροσθεν της πορείας του φορτηγό και να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ήτοι να ενεργήσει ασφαλή πέδηση ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αν και ήταν νύχτα και η οδός που κινείτο είχε ανεπαρκή φωτισμό και 7) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός των ανωτέρω οδηγών και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτών, προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Επομένως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός των ανωτέρω οδηγών και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας συνυπαίτιους αυτούς, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο καθένας ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες για καθένα παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα : 1) Είναι σαφής, επαρκής και ανενδοίαστη η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα φορτηγό αυτοκίνητο βρισκόταν σε στάθμευση και όχι σε στάση, η παραδοχή δε αυτή δεν αντιφάσκει με την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτό είχε σταθμεύσει "προκειμένου να παραδώσει προϊόντα" και τούτο διότι με την αναφορά αυτή προσδιορίζεται απλώς ο λόγος της ακινησίας του ανωτέρω φορτηγού στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα και δεν υπάρχει περαιτέρω παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω ακινησία του φορτηγού θα περιοριζόταν μόνο στον απαιτούμενο, για εκφόρτωση πραγμάτων, χρόνο, ώστε η εν λόγω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης να εμπίπτει στην έννοια της "στάσης" κατά τον Κ.Ο.Κ.
και όχι της στάθμευσης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα και συνακόλουθα, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδαφ. η' και 9 του Κ.Ο.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο και συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα. 2) Η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., δεχόμενο ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου όφειλε να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης ή στάθμευσης του οχήματός του, παρότι είχε ακινητοποιηθεί σε οδό κατοικημένης περιοχής με ελάχιστη κυκλοφορία οχημάτων, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι με την πληττόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η οδός της κατοικημένης περιοχής, όπου είχε σταθμεύσει το εν λόγω φορτηγό κατά το χρόνο του ατυχήματος, είχε ελάχιστη κυκλοφορία οχημάτων, ενώ δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή στην πληττόμενη απόφαση περί ελάχιστης κυκλοφορίας οχημάτων. 3) Δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται πόσος χρόνος μεσολάβησε από τότε που ακινητοποιήθηκε το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα φορτηγό αυτοκίνητο μέχρι την πρόσκρουση σε αυτό της μοτοσικλέτας, δεδομένου ότι δεν υφίσταται παραδοχή στην πληττόμενη απόφαση ότι ο οδηγός του φορτηγού επιχείρησε να συμμορφωθεί με τις επιταγές του Κ.Ο.Κ., όσον αφορά την τοποθέτηση προειδοποιητικού τριγώνου, αλλά δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο προς τούτο. 4) Η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα (ώρα 6:35) και ότι υπήρχε στην άνω οδό στο σημείο του ατυχήματος ανεπαρκής φωτισμός, που ανάγεται στις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, συνδέεται, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο με την παράλειψη του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου να ανάψει τα φώτα θέσης ή τα φώτα στάθμευσης (υποχρέωση που θεμελιώνεται στην σαφώς μνημονευόμενη στην πληττόμενη απόφαση, όσον αφορά τον οδηγό του άνω φορτηγού, διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 εδ.
δ' του Κ.Ο.Κ), όσο και με την παράλειψη του οδηγού της μοτοσικλέτας να μειώσει την ταχύτητά του (υποχρέωση που θεμελιώνεται στην μνημονευόμενη στην πληττόμενη απόφαση, όσον αφορά τον οδηγό της μοτοσικλέτας, διάταξη το άρθρο 19 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ), οι παραλείψεις δε αυτές των ανωτέρω οδηγών αντίστοιχα, τελούν αντικειμενικά σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν τροχαίο ατύχημα και ουδεμία ασάφεια ή ανεπάρκεια υφίσταται αναφορικά με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Και 5) οι αιτιάσεις περί παραβιάσεως από το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί ελλείψεων, ανεπαρκειών και αντιφάσεων, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτή εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια και των δύο ανωτέρω οδηγών, ήτοι του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου και του οδηγού της μοτοσικλέτας.
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος οδηγού μοτοσικλέτας, που επιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, από το νόμο 2696/1999 (και δη το ανωτέρω άρθρο 12 παρ. 6 Κ.Ο.Κ.) λαμβάνεται υπόψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες θανατηφόρες σωματικές κακώσεις.
Αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του θανόντος, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή ν' αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσης του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (ΑΠ 1039/2021, ΑΠ 102/2015, ΑΠ 1741/2011, ΑΠ 619/2000).
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος για αξιώσεις από θανάτωση οδηγού μοτοσικλέτας ότι, ως εκ του είδους και του τρόπου επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του παθόντος, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα, αποτελεί άρνηση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράληψης χρήσης του κράνους και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, ώστε η παράλειψη της χρήσης προστατευτικού κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα (ΑΠ 102/2015, ΑΠ 1741/2011, ΑΠ 619/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα δεχόμενο ότι η παράλειψη της χρήσης προστατευτικού κράνους από το θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας δεν θεμελιώνει συνυπαιτιότητά του, γιατί δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν.
ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδαφ. β', 914 του Α.Κ. και 12 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 και ειδικότερα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο τραυματισμός στον αυχένα είναι πιθανότερος όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν φορά κράνος και διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν απεφάνθη ποια συγκεκριμένα, από τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση σωματικές βλάβες, ήταν εκείνη που προκάλεσε το θάνατο.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, με την, όπως υποστηρίζει, παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά.
Με την επίκληση των, κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας, διδαγμάτων κοινής πείρας επιδιώκεται να γίνει η διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, που είχε υποστηρίξει η αναιρεσείουσα και που κατά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου δεν έχουν γίνει δεκτά και ειδικότερα δεν έγινε δεκτό ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του άνω οδηγού της μοτοσικλέτας συνδέεται αιτιωδώς με παράλειψή του να φοράει προστατευτικό κράνος.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στον θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας κατά το ένδικο ατύχημα, οι οποίες επέφεραν τον θάνατό του, δεν εντοπίζονται στο κεφάλι του, το οποίο θα προστάτευε το κράνος, αλλά στον αυχένα, θώρακα, κοιλία και συνεπώς αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με την παράλειψη του ανωτέρω οδηγού να φοράει κράνος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον η ανωτέρω αιτιολογία, που διέλαβε, είναι σαφής, επαρκής χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος του άνω θανόντος οδηγού στην επέλευση του θανάτου του λόγω της παράλειψής του να φοράει προστατευτικό κράνος, καθόσον με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο θάνατός του οφείλεται στις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν σε αυτόν στον αυχένα, στο θώρακα και στην κοιλία, ως προς τις οποίες η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, και ως εκ τούτου η μη χρήση κράνους δεν συνδέεται με το αποτέλεσμα αυτό, οι ανωτέρω δε οι αιτιολογίες της πληττόμενης απόφασης επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή (κατά το ζήτημα τούτο) των ανωτέρω διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα αυτό και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, αντίστοιχα. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν.
ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδαφ. β', 914 του Α.Κ. και 94 του Ν. 2696/1999, διότι, όπως ισχυρίζεται, διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού του άνω θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας και την εξ αυτής υπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος. Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι "το γεγονός του ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας (θανών), οδηγούσε την άνω μοτοσικλέτα χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της β' εναγομένης ότι αυτό συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος", δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογία επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα και δη ότι η έλλειψη άδειας οδήγησης από τον οδηγό της μοτοσικλέτας δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, διότι η πρόκληση του ατυχήματος αυτού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας από το θανόντα, η αιτιολογία δε αυτή επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ανωτέρω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης και της άλλης παραδοχής της ότι ο θανών είναι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, καθόσον ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω γενόμενη δεκτή αμελής οδηγητική συμπεριφορά του θανόντος οδηγού δεν ανάγεται στην έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας από τον θανόντα, ενώ περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της να αναφέρεται εάν ο θανών οδηγός είχε εκπαιδευτεί και πως στην οδήγηση της μοτοσικλέτας.
Επομένως όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αυτό λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση ο εξεταζόμενος αυτός τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική ( ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' του ΑΚ, κατά την οποία "σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης", δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται τις επιδράσεις από τις κανονικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθινή όμως έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Στην οικογένεια, όμως, του θύματος περιλαμβάνεται και η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνη που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία (άρθρο 1346 ΑΚ), η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου ( ΑΠ 454/2018, ΑΠ 995/2009, ΑΠ 1141/2007).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. 3 του Α.Κ., καθόσον περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το εάν η ένατη αναιρεσίβλητη αποτελούσε μέλος της οικογενείας του θανόντος, διότι δέχεται αφενός ότι ο θανών συμβίωνε με την ως άνω αναιρεσίβλητη και αφετέρου ότι ο θανών την είχε μνηστευθεί, χωρίς να αναφέρεται η ύπαρξη αμοιβαίας υπόσχεσης για μελλοντική σύναψη γάμου, που διακρίνει τη μνηστεία από την ελεύθερη ένωση - συμβίωση και χωρίς κανένα συγκεκριμένο περί αυτής της αμοιβαίας υπόσχεσης, στοιχείο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ειδικότερα, έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι ο θανών είχε μνηστευθεί την ένατη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, με την οποία και συμβίωνε τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του, ότι αυτή ήταν "μνηστή" του θανόντος, ότι περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θανόντος ως μνηστή του και ότι και αυτή (όπως οι λοιποί ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι) δοκίμασε θλίψη και ψυχικό πόνο από τον αδόκητο θάνατό του και κατόπιν αυτών ότι δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού η ανωτέρω αιτιολογία που διέλαβε η πληττόμενη απόφαση είναι επαρκής, σαφής και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα και δη ότι η ένατη αναιρεσίβλητη αποτελούσε μέλος της οικογένειας του θανόντος, έχοντας την ιδιότητα της μνηστής του, ενώ η πλεοναστική αναφορά στην πληττόμενη απόφαση ότι αυτή συμβίωνε με τον θανόντα τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του, δεν έρχεται σε αντίφαση και ουδόλως αναιρεί τη σαφή και ανενδοίαστη παραδοχή ότι είχαν μνηστευθεί και ότι αυτή ήταν μνηστή του, ενώ περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης να αναφέρεται ειδικά ότι υπήρχε μεταξύ τους αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αφού η έννοια της μνηστείας περιλαμβάνει την αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου και στην προκειμένη περίπτωση η σαφής παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο θανών οδηγός και η ένατη αναιρεσίβλητη είχαν μνηστευθεί και ότι η τελευταία ήταν μνηστή του, εμπεριέχει εννοιολογικά την αμοιβαία υπόσχεση τέλεσης γάμου μεταξύ τους και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας χωριστή και ειδική αναφορά του στοιχείου αυτού.
Σε κάθε περίπτωση όλες οι περιλαμβανόμενες στον ερευνώμενο αυτό πέμπτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένατη αναιρεσίβλητη αποτελούσε μέλος της οικογένειας του θανόντος, έχοντας την ιδιότητα της μνηστής του και με τις αιτιάσεις αυτές, υπό την επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου και δη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και επικουρικά αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. (αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της Συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά σε καθένα από αυτούς, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης (μητέρας του θανόντος) στο ποσό των 60.000 ευρώ και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσίβλητων (αδελφών του θανόντος) στο ποσό των 45.000 ευρώ για καθένα από αυτούς, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκαση των ως άνω ποσών στους προαναφερόμενους αναιρεσίβλητους να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της ηλικίας του θανόντος (37 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Καθορίζοντας όμως τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, της ένατης αναιρεσίβλητης (μνηστής του θανόντος) στο ποσό των 45.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε αυτό υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν ότι υπέστη η ένατη αναιρεσίβλητη, αφού το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς του ποσού που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος αναιρετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων, είναι όμως κατ' ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως προς την ένατη των αναιρεσίβλητων.
Κατόπιν όλων αυτών και μετά την ουσιαστική απόρριψη όλων των αναιρετικών λόγων ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους αυτούς και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Αντίθετα, μετά την ουσιαστική παραδοχή του ανωτέρω τέταρτου αναιρετικού λόγου ως προς την ένατη αναιρεσίβλητη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά την αναιρεσίβλητη αυτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στην ανωτέρω ένατη αναιρεσίβλητη.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου να ερευνηθεί μόνο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής και μόνο όσον αφορά την ένατη αναιρεσίβλητη.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, η ένατη αναιρεσίβλητη, ως εν μέρει ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή ανάλογης δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις και η οποία υποβλήθηκε μεν σε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη, η οποία όμως αντιστοιχούσε κατά το ένα μέρος της στην ένατη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία εν μέρει νίκησε (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4229/504/08-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2155/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων. -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. -Δέχεται εν μέρει την ως άνω αίτηση αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, ως προς την ένατη αναιρεσίβλητη.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2155/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ως άνω κεφάλαιο, ως προς την ένατη αναιρεσίβλητη. -
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το ως άνω κεφάλαιό της και ως προς την ένατη αναιρεσίβλητη, στο ίδιο ανωτέρω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την ένατη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή ανάλογης δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ