Supreme Court annuls labor compensation judgment for underpayment of statutory severance to bank employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Polycentral District Court's judgment regarding labor compensation for four former National Bank employees. The plaintiffs argued the court incorrectly calculated statutory severance under Law 2112/1920 by using only 24 months of salary instead of the full 21 years of service. The court agreed that the lower court violated statutory provisions and remanded the case for a new substantive hearing before the Supreme Court itself.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: When a lower court calculates statutory severance pay based on an incorrect duration of service, violating the law, the Supreme Court must annul the decision and remand the case for a new substantive hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1677 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1677/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 3) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Ε. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Στρίμπερη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 198/14-2-2003.
Εκδόθηκαν η 620/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 5623/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι ενάγουσες με την από 12-9-2008 και με αριθμό κατάθεσης 146/16-9-2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1408/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 5623/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 2332/2017 απόφασή του.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../13-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-2-2003 και με αριθμό κατάθεσης 198/14-2-2003 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) ισχυρίσθηκαν ότι είχαν προσληφθεί, αντίστοιχα, την 28-1-1981, 8-11-1982, 22-6-1981 και 22-9-1982, ως υπάλληλοι από την εναγομένη Τράπεζα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Ότι από τότε απασχολήθηκαν συνεχώς στην υπηρεσία της εναγομένης μέχρι την 14-8-2002, οπότε λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας λόγω παραίτησής τους, η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγομένη και ότι οι συμβάσεις, λόγω του τρόπου λύσης, μετατράπηκαν εξ αρχής σε αορίστου χρόνου. Ότι, ως επικουρικώς ασφαλισμένες, είχαν όλες τις προϋποθέσεις να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση του ν. 2112/1920 και των άρθρων 8 του ν. 3198/1955 και 33 του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας της εναγομένης και ότι, με βάση τις μηνιαίες αποδοχές τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την αποχώρησή τους, η οφειλόμενη αποζημίωση ανέρχεται στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενες ότι εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα το ποσό των 4.402,05 ευρώ (που αντιστοιχεί σε 1.500.000 δραχμές, στο οποίο καθορίσθηκε τελικά το ανώτατο όριο αποζημίωσης), με το νόμιμο τόκο από 15-8-2002, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 620/2003 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε σε κάθε ενάγουσα το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, εκδόθηκε η 5623/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την από 12-9-2008 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 1408/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, εφόσον η λύση της σύμβασης εργασίας των εναγουσών έγινε (με βάση την από 28-5-2002 ΕΣΣΕ) με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955, δεδομένου ότι η αποζημίωση που έλαβαν (ποσού 14.700 €) υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό των 4.402,05 ευρώ, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, οι δε ενάγουσες, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, δεν δικαιούνται να ζητήσουν αθροιστικώς, πέραν της συμφωνηθείσας, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση.
Αντίθετα οι ενάγουσες, πριν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, στις έγγραφες δηλώσεις τους προς την εναγομένη (ήτοι τις από 27-6-2002, 28-6-2002, 21-6-2002 και 27-6-2002, αντίστοιχα, περί υπαγωγής τους στη ρύθμιση της από 28-5-2002 ΕΣΣΕ) ανέφεραν ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτε αξίωση κατά της τελευταίας, ακολούθως δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, καταλήγει η αναιρετική απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις, αφού κατά το έτος 2002, οπότε αποχώρησαν οι αναιρεσείουσες από την υπηρεσία τους, η αναιρεσίβλητη δεν υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε το σύνολο ή η πλειοψηφία των μετοχών της ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, υπολογίζεται δε η αποζημίωση βάσει του συνολικού χρόνου απασχόλησής τους και του ύψους των τακτικών αποδοχών τους του τελευταίου προ της αποχώρησής τους μηνός, ενώ οι παροχές, που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσείουσες, ταυτίζονται μεν με την αποζημίωση του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και ο μισθωτός δεν μπορεί να αξιώσει αθροιστικά την καταβολή αμφοτέρων, πλην εάν η συμβατική αποζημίωση που καταβλήθηκε είναι μικρότερη της προβλεπόμενης από τις άνω διατάξεις, όπως στην κρινόμενη περίπτωση είναι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών στην παραδεκτώς επισκοπούμενη αγωγή τους, δικαιούνται να αξιώσουν τη διαφορά της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και εκείνης που έλαβαν ποσού 14.700 ευρώ, την οποία (διαφορά), κατ' εκτίμηση της αγωγής, ζητούν.
Με βάση τα παραπάνω, αναίρεσε την απόφαση εκείνη για την από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 2332/2017 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 13-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../13-10-2017 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης, που έλαβε χώρα την 14-9-2017 (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 παρ.1, 2 του ν. 2112/1920, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς και του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι το ποσό της αποζημίωσης που οφείλεται στον υπάλληλο, ο οποίος αποχώρησε από την εργασία με τη συναίνεση του εργοδότη, καθορίζεται ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσης στον τελευταίο εργοδότη και υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (ήτοι του ορίου του οκταπλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί 30).
Στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζεται, ενόψει της τακτικότητας της παροχής τους, και η ποσοστιαία μηνιαία αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας, που προβλέπονται από την 19040/7/9-12-1981 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και το άρθρο 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, η οποία (αναλογία) τις προσαυξάνει κατά το 1/6.
Η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2112/1920, ορίζεται κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών του απολυθέντος, τις οποίες αυτός θα ελάμβανε κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, στο δε άρθρο 1 του ίδιου νόμου παρατίθενται οι διαβαθμίσεις του χρόνου προειδοποίησης, ανάλογα προς τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη.
Το ποσό της αποζημίωσης για τους υπαλλήλους, με βάση τους νόμους 2112/1920 και 3198/1955, κλιμακώνονταν (κατά το χρόνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω), ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας, από ένα (1) μήνα τακτικές αποδοχές μέχρι τις αποδοχές 24 μηνών, όταν ο υπάλληλος είχε συμπληρώσει υπηρεσία 28 ετών. Βάσει αυτών, για υπάλληλο που κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας είχε συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη 19 έτη προϋπηρεσίας, η οφειλόμενη αποζημίωση συνίσταται στις τακτικές αποδοχές 15 μηνών, ενώ αν είχε συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη 21 έτη προϋπηρεσίας, η οφειλόμενη αποζημίωση συνίσταται στις τακτικές αποδοχές 17 μηνών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. α' και β' του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι, εάν ο εργαζόμενος αποχωρεί με τις προϋποθέσεις του εδ. α' (ήτοι σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας, συμπλήρωση 15ετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου, του 65ου έτους της ηλικίας και αποχώρηση με τη συγκατάθεση του εργοδότη), δικαιούται το ήμισυ της υπό του ν. 2112/1920 αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η δε εφαρμογή της διάταξης αυτής περιορίζεται στους εργαζόμενους εκείνους, που δεν έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος.
Η αποζημίωση του εδ. β' και εφόσον δεν ρυθμίζεται διαφορετικά, χορηγείται στους μισθωτούς που αποχωρούν από την εργασία με πλήρη σύνταξη γήρατος και οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικά το 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των πιο πάνω εδαφίων α' και β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχει η προϋπόθεση εφαρμογής εκείνης, οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ.
α' χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση (ΑΠ 686/2017).
3.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.1 του ίδιου Κώδικα, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017,ΑΠ 130/2016).
4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας επί της έφεσης μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της προηγούμενης απόφασής του, με την προσβαλλόμενη 2332/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:
Ότι οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες), που γεννήθηκαν η πρώτη το έτος 1954, η δεύτερη το έτος 1953, η τρίτη το έτος 1956 και η τέταρτη το έτος 1954, προσλήφθηκαν στην υπηρεσία της "Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" την 28-1-1981, 8-11-1982, 22-6-1981 και 22-11-1982, αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και έφεραν οι δύο πρώτες το βαθμό του τμηματάρχη Β' από 1-7-1997, η τρίτη το βαθμό του μηχανικού Γ' από 19-11-2001 και η τέταρτη το βαθμό του υποτμηματάρχη από 1-7-1998.
Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εντός του έτους 1998 προέβη σε συγχώνευση με απορρόφηση της ως άνω θυγατρικής της εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Ότι, την 26-5-2002, μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και του Συλλόγου των υπαλλήλων της καταρτίσθηκε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), σύμφωνα με την οποία και προς το σκοπό της αποσυμφόρησης των ανωτέρων και ανωτάτων βαθμών της ιεραρχίας, όσοι από τους υπαλλήλους της θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι την 14-8-2002, είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν έως την 28-6-2002 δήλωση παραίτησης από την υπηρεσία και, εφόσον αυτή γινόταν δεκτή από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης μέχρι την 15-7-2002, η σχέση εργασίας θα λυνόταν την 14-8-2002.
Ότι στους υπαλλήλους, που θα επέλεγαν να αποχωρήσουν, θα χορηγούνταν είτε προαγωγή στον αμέσως ανώτερο βαθμό του κατεχόμενου από τον υπάλληλο με ειδική αρχαιότητα είτε αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ του ποσού που θα ελάμβαναν αποχωρώντας "ως εφάπαξ αποζημίωση" από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα ελάμβαναν, αν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) "εφάπαξ αποζημίωση".
Ότι η αποζημίωση αυτή δεν μπορούσε να είναι κατώτερη σε καμία περίπτωση του ποσού των 14.700 ευρώ. Ότι, σύμφωνα με τον όρο 5ο της ίδιας συλλογικής σύμβασης, οι αποχωρούντες υπάλληλοι δεν δικαιούνταν καμίας άλλης παροχής, πλην της επιλεγείσας. Ότι οι ενάγουσες υπέβαλαν την 27-6-2002 η πρώτη, την 28-6-2002 η δεύτερη, την 21-6-2002 η τρίτη και την 27-6-2002 η τέταρτη έγγραφες αιτήσεις προς την εναγομένη περί υπαγωγής τους στη ρύθμιση της προαναφερόμενης ΕΣΣΕ και δήλωσαν ρητώς ότι παραιτούνται, σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού εργασίας (με λύση της σχέσης εργασίας από 14-8-2002), υπό τις οριζόμενες στην ως άνω ΕΣΣΕ προϋποθέσεις και πως επέλεγαν να λάβουν το προβλεπόμενο από αυτή χρηματικό ποσό αποζημίωσης, χωρίς να διατηρούν οποιαδήποτε άλλη αξίωση έναντι της εναγομένης.
Ότι η τελευταία αποδέχθηκε τις παραιτήσεις των εναγουσών και την επομένη, ήτοι την 15-8-2002, τις διέγραψε από τα μητρώα του προσωπικού της. Ότι κατέβαλε σε αυτές, την 13-9-2002, με κατάθεση στον ατομικό λογαριασμό της καθεμίας, ως αποζημίωση το ποσό των 14.700 ευρώ. Ότι με την ανωτέρω γενόμενη πρόωρη λύση των συμβάσεων εργασίας, κατά τα ορισθέντα στη ρηθείσα ΕΣΣΕ, οι συμβάσεις τους μετέπεσαν εξ αρχής σε αορίστου χρόνου, αφού, με βάση τον οργανισμό της εναγομένης, είχε αναγνωρισθεί το δικαίωμα λύσης της σύμβασης με καταγγελία πριν από την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου.
Ότι, συνεπώς, οι ενάγουσες, ως επικουρικώς ασφαλιζόμενες, δικαιούνταν, κατά το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται ν. 435/1955), να λάβουν το 40% της υπό του ν. 2112/1920 αποζημίωσης. Ότι η πρώτη ενάγουσα, με αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα ύψους 1.888,10 ευρώ, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση [1.888,10 € + 314,68 € (1/6 των μηνιαίων αποδοχών) = 2.202,78 € Χ 24 μήνες = 52.866,72 € Χ 40% = ] 21.146,69 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα, με αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα ύψους 2.013,43 ευρώ, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση [2.013,43 € + 335,57 € (1/6 των μηνιαίων αποδοχών) = 2.349 € Χ 24 μήνες = 56.376 € Χ 40% =] 22.550,40 ευρώ, η τρίτη ενάγουσα, με αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα ύψους 2.174,73 ευρώ, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση [2.174,73 € + 362,46 € (1/6 των μηνιαίων αποδοχών) = 2.537,19 € Χ 24 μήνες = 60.892,56 € Χ 40% =] 24.357,02 ευρώ και η τέταρτη ενάγουσα, με αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα ύψους 1.659,74 ευρώ, έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση [1.659,74 € + 276,62 € (1/6 των μηνιαίων αποδοχών) = 1.936,36 € Χ 24 μήνες = 46.472,64 ευρώ Χ 40% =) 18.589,05 ευρώ.
Ότι η αποζημίωση ύψους 14.700 ευρώ, την οποία όλες οι ενάγουσες επέλεξαν να λάβουν, με βάση την προαναφερόμενη ΕΣΣΕ, ταυτίζεται μεν με την αποζημίωση του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και αυτές δεν μπορούν κατ' αρχήν να αξιώνουν αθροιστικά την καταβολή αμφοτέρων, πλην όμως, εφόσον η καταβληθείσα σε κάθε ενάγουσα συμβατική αποζημίωση των 14.700 ευρώ υπολείπεται της ως άνω νόμιμης και συγκεκριμένα κατά (21.146,69 € - 14.700 € =) 6.446,69 ευρώ για την πρώτη, κατά (22.550,40 € - 14.700 € =) 7.850,40 ευρώ για τη δεύτερη, κατά (24.357,02 € - 14.700 € =) 9.657,02 ευρώ για την τρίτη και κατά (18.589,05 € - 14.700 =) 3.889,05 ευρώ για την τέταρτη των εναγουσών, αυτές δικαιούνταν να λάβουν τα παραπάνω ποσά, ως διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που δικαιούνταν και εκείνης που πράγματι τους καταβλήθηκε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς με την εκεί εκκαλουμένη απόφαση επιδικάσθηκε σε καθεμία των τριών πρώτων εναγουσών το μικρότερο ποσό των 4.402,05 ευρώ, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής και ως προς αυτές απέρριψε την έφεση, αφού αντικατέστησε την εσφαλμένη αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης (η τελευταία είχε δεχθεί ότι οι ενάγουσες δικαιούνταν την αποζημίωση του ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955, το ανώτατο όριο της οποίας έχει καθορισθεί, σύμφωνα με το ν.δ. 618/1970 και τον α.ν. 173/1967, το οποίο έχει αυξηθεί με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δραχμές, που αντιστοιχεί σε 4.402,05 €). Ως προς την τέταρτη ενάγουσα έκρινε ότι εσφαλμένα της επιδικάσθηκε το ποσό των 4.402,05 ευρώ και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος αυτό και δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε σε αυτή το ποσό των 3.889,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
5.Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η διάρκεια της εργασιακής σχέσης των εναγουσών ήταν από 28-1-1981 έως 14-8-2002 της πρώτης, από 8-11-1982 έως 14-8-2002 της δεύτερης, από 22-6-1981 έως 14-8-2002 της τρίτης και από 22-11-1982 ως 14-8-2002 της τέταρτης εξ αυτών, ότι το ύψος των τακτικών αποδοχών τους κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή τους μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, συνυπολογίζοντας σε αυτές και τη μηνιαία αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανερχόταν σε 2.202,78 ευρώ, 2.349 ευρώ, 2.537,19 ευρώ και 1.936,36 ευρώ, αντίστοιχα, και ότι η αποζημίωση της κάθε ενάγουσας ήταν ίση προς τις αποδοχές 24 μηνών, επί 40% ως επικουρικώς ασφαλισμένες.
Κατόπιν, από το αποτέλεσμα που προέκυψε από τον ως άνω υπολογισμό για κάθε ενάγουσα, αφαίρεσε το ληφθέν ποσό των 14.700 ευρώ και δέχθηκε ως διαφορά, για μεν τις τρεις πρώτες εξ αυτών το αιτηθέν από καθεμία με την αγωγή μικρότερο ποσό των 4.402,05 ευρώ, για δε την τέταρτη το ποσό των 3.889,05 ευρώ. Με την κρίση όμως αυτή, που στηρίζεται στις ανωτέρω παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, αφού, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης κατά νόμο αποζημίωσης, δέχθηκε ότι είναι ίση προς τις αποδοχές 24 μηνών, ενώ με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης των εναγουσών, που ήταν 21 έτη συμπληρωμένα για πρώτη και τρίτη και 19 έτη συμπληρωμένα για δεύτερη και τέταρτη (από την ημερομηνία πρόσληψης εκάστης έως την 14-8-2002, που λύθηκε η εργασιακή τους σχέση), η αποζημίωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη 2η σκέψη, είναι ίση προς τις αποδοχές 17 μηνών για τις πρώτη και τρίτη των εναγουσών και 15 μηνών για τις λοιπές (επί 40% ως επικουρικώς ασφαλισμένες).
Συνακόλουθα, το ύψος της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του ν. 2112/1920 και 8 του ν. 3198/1955 αποζημίωσης, υπολείπεται αυτού που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για κάθε ενάγουσα και, συνεπώς, οι προκύπτουσες διαφορές μεταξύ αυτών και της συμβατικής αποζημίωσης που έλαβαν ποσού 14.700 ευρώ, είναι μικρότερες από αυτές που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ που αναφέρεται στην αίτηση), είναι βάσιμος.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2332/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, που επιλήφθηκε μετά από αναίρεση της προηγούμενης 5623/2006 απόφασής του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την 1408/2009 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο στην ουσία, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα ορισθεί με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, αφού στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ. τελευταίο, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 581 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Τέλος, οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικασθούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2332/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ