Legislator Case Law & Legislation
1677/2014 AI generated

1677/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1677/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 337/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία α]απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5627/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να του καταβάλει το ποσό των 8.993.96 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β] δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να του καταβάλει το ποσό των 738,06 ευρώ (νομιμοτόκως) για την ίδια πιο πάνω αιτία. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].

Legislator headnote

AI generated

1677/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συµβαίνει αν για την εφαρµογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρµοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
reassignment of claim credit mandate instalment payment agreement satisfaction of claim loan write-off early termination
AI generated
1593/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2013 ανακοπή του Α. Δ. του Ε., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3661/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2983/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2018 αίτησή της.
331/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
270/2012
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
1657/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
821/2024
Η κρινόμενη από 1.9.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.327/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του Ν.4055/2012 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1677 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Σταυρούλα Μπανάκου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8687/2001 μη οριστική, 5627/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 337/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία α]απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5627/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να του καταβάλει το ποσό των 8.993.96 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β] δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να του καταβάλει το ποσό των 738,06 ευρώ (νομιμοτόκως) για την ίδια πιο πάνω αιτία. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].

2. Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συµβαίνει αν για την εφαρµογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρµοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγµατικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόµο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρµοσε τον νόµο, παρότι τα πραγµατικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρµογή του ή δεν εφάρµοσε το νόµο, παρότι τα πραγµατικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρµογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλµένη υπαγωγή των πραγµατικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγµατικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. [ΟλΑΠ 7/2006].

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999].

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 5/2006).

Τέλος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη το πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσης του ο εκκαλών-ενάγων παραπονείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι επτά δανειακές συμβάσεις τις οποίες εγγυήθηκε, αποτελούν συμβάσεις απλών δανείων και όχι στεγαστικών και ότι στις συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβανόταν συμφωνία ανατοκισμού των τόκων, ενώ υπήρχε συμφωνία για εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει εσφαλμένα αναδρομικά το άρθρο 12 του ν. 2601/1998,που προβλέπει τον αυτοδίκαιο εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο ανατοκισμό, ενώ, εάν κατά τον υπολογισμό της οφειλής του, δεν εφάρμοζε τον ανωτέρω νόμο, θα έκανε δεκτή την αγωγή του καθ' όλα τα αιτήματά της.

Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι, διότι ακόμη και στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων, κατά τα συμφωνηθέντα, από τον ενάγοντα στο εναγόμενο δεν εφάρμοζε το νόμο αυτό- ο οποίος πράγματι δεν τυγχάνει εφαρμογής στις επίδικες δανειακές συμβάσεις ανεξάρτητα από το είδος των δανείων, ως στεγαστικών ή απλών, διότι κατά τα ιστορούμενα το μεν τα επίδικα δάνεια είχαν εξοφληθεί πλήρως πριν την ισχύ του νόμου αυτού, το δε υπήρχε συμφωνία ανατοκισμού μεταξύ των συμβαλλομένων- η αγωγή δεν θα γινόταν ολικά δεκτή και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Και τούτο διότι η οφειλή του εκκαλούντος προς το εναγόμενο - βάση της οποίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αδικαιολόγητη ωφέλεια του τελευταίου - υπολογιζόμενη είτε με την επικαλούμενη από τον εκκαλούντα συμφωνία περί ανατοκισμού, είτε με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου- που, έστω και εσφαλμένως, εφαρμόστηκε στον υπολογισμό αυτό-ανέρχεται στο ίδιο ποσό, δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις ο ανατοκισμός των τόκων είναι ανά εξάμηνο και επομένως η προκύπτουσα με βάση την οφειλή αυτή του εκκαλούντος αδικαιολόγητη ωφέλεια του εφεσίβλητου θα ήταν όμοια.

Επομένως δοθέντος ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος ενάγοντος στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

"Με τον πρώτο λόγο εφέσεως του το εκκαλούν-εναγόµενο ν.π.δ.δ .Τ.Π.&.Δ. παραπονείται ότι το πρωτoβάθμιο Δικαστήριο µε την εκκαλουµένη απόφασή του εσφαλµένως δέχθηκε εν µέρει την αγωγή τον αντιδίκου του και αναγνώρισε την υποχρέωσή τον για καταβολή σ' αυτόν ποσού 8.993,96 ευρώ, ενώ αν έκρινε σωστά θα δεχόταν ότι oρθά υπολόγισε και για νόµιµη αιτία εισέπραξε τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από τον πρωτοφειλέτη και εγγυητή αντίδικό του µε βάση τους συµβατικούς όρους των επιδίκων δανειακών συµβάσεων και την τραπεζική πρακτική που εφάρµοσε κατά τον υπολογισµό των τόκων υπερηµερίας ...

Ο ενάγων στις 28-1-1985 συνήψε με το εναγόμενο με το υπ' αριθ. .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαγεωργάκη σύμβαση ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου ύψους 700.000 δραχμών και στα πλαίσια αυτής έλαβε το ποσό των 700.000 δραχμών. Η αποπληρωμή του συμφωνήθηκε με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας σε χρονικό διάστημα 25 ετών με 50 εξαμηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού 67.224 δραχμών, καταβλητέας της πρώτης στις 31-12-1985 και της τελευταίας στις 30-6-2010.

Κάθε τοκοχρεωλυτική δόση περιελάμβανε τον εξαμηνιαίο τόκο προς 19% ετησίως επί του εκάστοτε οφειλομένου κεφαλαίου και το χρεωλύσιο (μέρος κεφαλαίου) που αναλογούσε σε κάθε εξαμηνιαία δόση. Δηλαδή η αποπληρωμή του δανείου συμφωνήθηκε με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, κατά το οποίο το χρεωλύσιο (δηλαδή το τμήμα κεφαλαίου) που περιλαμβάνεται σε κάθε τοκοχρεωλυτική δόση δεν είναι κάθε φορά ισόποσο αλλά το εξοφλούμενο κεφάλαιο αυξάνει με την πάροδο των δόσεων.

Επίσης συμφωνήθηκε η καταβολή προμήθειας 1% επί του εκάστοτε άληκτου κεφαλαίου και όλων γενικώς των εξόδων, τελών, φόρων, πάσης φύσεως δικαιωμάτων και πάσης φύσεως δαπανών και λοιπών λόγω του παρόντος δανείου, επί των οποίων μέχρι εντελούς εξοφλήσεώς τους, εφόσον καταβληθούν από το δανειστή, θα υπολογισθεί ο εκάστοτε νόμιμος τόκος υπερημερίας εάν είναι ανώτερος του δια του παρόντος συνομολογηθείς, άλλως θα υπολογίζεται ο δια του παρόντος συνομολογηθείς, βαρύνων εξ ολοκλήρου τον οφειλέτη.

Επίσης, ο ενάγων στις 18-12-1984 εγγυήθηκε προς το εναγόμενο εγγράφως την εκπλήρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων επτά δανειοληπτών, ευθυνόμενος ο ίδιος ως πρωτοφειλέτης, και ειδικότερα των ... οι οποίοι την ίδια ημέρα ... συνήψαν με το εναγόμενο όμοια ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, ύψους 700.000 δραχμών το καθένα, ποσό το οποίο έλαβαν από το εναγόμενο οι παραπάνω δανειολήπτες.

Η αποπληρωμή καθενός εξ αυτών συμφωνήθηκε επίσης με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας σε χρονικό διάστημα 25 ετών με 50 εξαμηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού 67.224 δραχμών καταβλητέας της πρώτης στις 30-6-1985 και της τελευταίας στις 31-12-2009. Κάθε τοκοχρεωλυτική δόση περιελάμβανε τον εξαμηνιαίο τόκο προς 19% ετησίως επί του εκάστοτε οφειλομένου κεφαλαίου και το χρεωλύσιο (μέρος κεφαλαίου) που αναλογούσε σε κάθε εξαμηνιαία δόση.

Δηλαδή η αποπληρωμή και αυτών των δανείων συμφωνήθηκε με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας. Ομοίως και στις δανειακές αυτές συμβάσεις περιλήφθηκαν οι ίδιοι όροι που προαναφέρθηκαν ως προς την καταβολή από τον εγγυητή της προμήθειας και των εν γένει εξόδων νομιμοτόκως. Περαιτέρω, σε όλα αυτά τα συμβόλαια διαλαμβάνεται η συμφωνία ότι "εν περιπτώσει καθυστερήσεως εξαμηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσεως τίνος ή και μέρους αυτής, θέλει χωρεί αυτοδικαίως επί του τοκοχρεωλυσίου ταύτης ο εκάστοτε νόμιμος τόκος υπερημερίας, εκτός εάν ούτος είναι κατώτερος του δια του παρόντος συνομολογουμένου τόκου, ότε χωρεί ο του παρόντος δανείου τόκος, υπέρ του δανειστού, από της ημέρας της καθυστερήσεως άνευ κοινοποιήσεως επιταγής προς πληρωμήν ή άλλης ειδοποιήσεως ή οχλήσεως".

Με αυτόν τον όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που κάθε τοκοχρεωλυτική δόση καθίσταται απαιτητή, ο υπερήμερος οφειλέτης οφείλει να την καταβάλει εντόκως επί του ποσού του τοκοχρεωλυσίου με το επιτόκιο υπερημερίας, δηλαδή συμφωνήθηκε ότι θα οφείλεται τόκος για το τμήμα της εξαμηνιαίας καθυστερούμενης δόσης που περιλαμβάνει κεφάλαιο και τόκο.

Έτσι ο ενάγων με την παραπάνω συμφωνία αναλάμβανε την υποχρέωση πληρωμής τόκων υπερημερίας, όχι μόνο επί του κεφαλαίου, αλλά και επί των οφειλομένων τόκων και συνεπώς στις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις υπάρχει συμφωνία εξάμηνου ανατοκισμού και των τόκων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο ν.π.δ.δ., αλλά και ο εκκαλών-ενάγων στην έφεση του.

Μέχρι τις 6-7-1995 ούτε ο ενάγων ούτε κάποιος από τους παραπάνω δανειολήπτες κατέβαλαν στο εναγόµενο τις συµφωνηθείσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Την ίδια ηµέρα ο ενάγων κατέβαλε στο εναγόµενο το ποσό των 4.000.000 δραχµών προς µερική εξόφληση του δικού του δανείου και το ποσό των 3.000.000 δραχµών προς εξόφληση καθενός από τα υπόλοιπα επτά δάνεια και συνολικά κατέβαλε το ποσό των 25.000.000 δραχμών.

Στη συνέχεια την 1-8-1995 ο ενάγων προκειµένου να αποφύγει πλειστηριασµό ακινήτου του, καθώς το εναγόµενο είχε επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, του κατέβαλε για ολοσχερή εξόφληση, του ατοµικού του δανείου το ποσό των 4.005.885 ευρώ, του δανείου του Κ. Μ. το ποσό των 3.360.395 δραχμών, του δανείου του Δ.

Κ. το ποσό των 3.235.801 δραχμές και το ποσό των 3.360.400 δραχμές για καθένα από τα δάνεια των δανειοληπτών Π. Μ., Μ. Κ., Β. Δ., Ε. Μ. και Ν. Σ.. Ο ενάγων, σύµφωνα µε τους παραπάνω συµβατικούς όρους, όφειλε να καταβάλει στο εναγόµενο για το ατοµικό του δάνειο 1.344.480 δραχμές για τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 31-12-1985 έως 30-6-1995, 660.810 δραχμές για άληκτο κεφάλαιο, 68.697 δραχμές για προµήθεια, 1.486.690 δραχμές για δικαστικά έξοδα τα οποία καταβλήθηκαν από το εναγόμενο και χρεώθηκαν, κατά τα συμφωνηθέντα, στον οφειλέτη το 1993 και 4.446.908 δραχμές για τόκους υπερημερίας από 1-1-1986 έως την εξόφληση, ήτοι συνολικά οφειλόταν το ποσό των 8.007.585 δραχμών.

Ο ενάγων κατέβαλε στο εναγόμενο για το ανωτέρω δάνειο του το συνολικό ποσό των 8.005.885 δραχμών και έτσι το ποσό αυτό καταβλήθηκε για νόμιμη αιτία σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους τον εν λόγω δανείου, καθώς το εναγόμενο νόμιμα προέβη σε ανατοκισμό των τόκων, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους αυτού, όπως προελέχθη και βάσιμα ισχυρίστηκε το εναγόμενο.

Επομένως η αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω για τα λοιπά επτά δάνεια, στα οποία ο ενάγων είναι εγγυητής σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους τους έπρεπε να καταβληθούν τα εξής ποσά: α) για καθένα από τα δάνεια των δανειοληπτών Κ. Μ., Μ. Π., Δ. Β., Σ. Ν. και Μ. Ε., 1.411.704 δραχμές για τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 30-6-1985 έως και 30-6-1995, 656.363 δραχμές για άληκτο κεφάλαιο, 72.001 δραχμές για προμήθεια, 7.080 δραχμές για δικαστικά έξοδα και 4.171.336 δραχμές για τόκους υπερημερίας από 1-7-1985 έως την εξόφληση ήτοι συνολικά οφειλόταν το ποσό των 6.318. 484 δραχμών για καθένα από αυτά τα δάνεια, β) για το δάνειο του Μ.

Κ. έπρεπε να καταβληθούν 1.411.704 δραχμές για τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 30-6-1985 έως 30-6-1995, 656.363 δραχμές για άληκτο κεφάλαιο, 7.080 δραχμές για δικαστικά έξοδα,72.001 δραχμές για προμήθεια και 4.171.331 δραχμές για τόκους υπερημερίας από 1-7-1985 έως την εξόφληση, ήτοι συνολικά οφειλόταν το ποσό των 6.318.479 δραχμών, και γ) για το δάνειο τον Δ.

Κ. έπρεπε να καταβληθούν 1.411.704 δραχμές για τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 30-6-1985 έως 30-6-1995, 656.363 δραχμές για άληκτο κεφάλαιο, 7.080 δραχμές για δικαστικά έξοδα, 72.001 δραχμές για προμήθεια και 4.154.021 δραχμές για τόκους υπερημερίας από 1-7-1985 έως την εξόφληση ήτοι συνολικά οφειλόταν το ποσό των 6.301.169 δραχμών. Για το δάνειο τον Δ.

Κ. ο ενάγων κατέβαλε στο εναγόμενο το συνολικό ποσό των 6.235.801 δραχμών, ευθυνόμενος ως εγγυητής, και επομένως το ποσό με βάση τα παραπάνω καταβλήθηκε για νόμιμη αιτία σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους του εν λόγω δανείου, καθώς το εναγόμενο νόμιμα προέβη σε ανατοκισμό των τόκων σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, όπως προελέχθη και βάσιμα ισχυρίστηκε το εναγόµενο.

Περαιτέρω, ο ενάγων προς ολοσχερή εξόφληση των δανείων των δανειοληπτών: Κ. Μ., Μ. Π., Δ. Β., Σ. Ν. και Μ. Ε. ως εγγυητής όφειλε να καταβάλει για καθένα από αυτά το συνολικό ποσό των 6.318.484 δρχ., σύμφωνα με τα προαναφερόµενα, όμως ο ενάγων κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.360 400 δραχµών για καθένα εξ αυτών.

Συνεπώς ο ενάγων κατέβαλε επιπλέον των οφειλοµένων και ειδικότερα αχρεωστήτως και χωρίς νόµιµη αιτία κατέβαλε στο εναγόµενο το ποσό των (6.360.400-6.318.484=) 41.916 δραχµών για καθένα από τα πιο πάνω πέντε δάνεια, ποσό κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο το εναγόµενο σε βάρος της περιουσίας τον ενάγοντος.

Επίσης ο ενάγων κατέβαλε για το δάνειο του δανειολήπτη Κ. Μ. το συνολικό ποσό των 6.360.395 δραχµών, ενώ, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, όφειλε να καταβάλει το ποσό των 6.318.479 δραχµών και έτσι κατέβαλε αχρεωστήτως στο εναγόµενο το ποσό των (6.360.395- 6.318.479=) 41.916 δραχµών, κατά το οποίο το εναγόµενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλουµένη απόφασή του το ίδιο έκρινε ως προς τα επτά δάνεια, την εξόφληση των οποίων εγγυήθηκε ο ενάγων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίµηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντος ν.π.δ.δ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιµος. Όμως κατά το κεφάλαιό της που αφορά το ατοµικό δάνειο του ενάγοντος, ως προς το οποίο έκρινε αντίθετα και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιµη, έσφαλε ως προς την εκτίµηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντος-εναγοµένου ν.π.δ.δ.

είναι ουσιαστικά βάσιµος. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιµη και κατ' ουσία η έφεση τον εκκαλούντος ν.π.δ.δ. και να εξαφανιστεί η εκκαλούµενη απόφαση, όχι όμως µόνο κατά το µέρος που έσφαλε, αλλά στο σύνολό της για το ενιαίο τον τίτλου και της εκτελέσεως και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και δικαστεί εκ νέου η από 10-4-2007 αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή εν µέρει ως ουσιαστικά βάσιµη και να αναγνωριστεί ότι το εναγόµενο οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό που ο τελευταίος τον κατέβαλε αχρεωστήτως για τις προαναφερόµενες έξι δανειακές συµβάσεις στις οποίες συµβλήθηκε ως εγγυητής δηλαδή το ποσό των (41.916Χ6)=251.496 δραχμών ήτοι 738,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού μεταξύ των δανειοληπτών και του αναιρεσίβλητου και ότι δεν είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998,καθόσον τα επίδικα δάνεια είχαν εξοφληθεί πλήρως πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, με βάση όσα ο αναιρεσείων είχε αναφέρει στην αγωγή του και όσα αυτό δέχθηκε ανέλεγκτα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου- ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες - τις θεμελιωτικές της ευθύνης του αναιρεσίβλητου από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 και 904 επ.

ΑΚ. Επίσης έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και συγκεκριμένα τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί ύπαρξης συμφωνίας περί ανατοκισμού, με την ουσιαστική παραδοχή του οποίου και τους ανάλογους αριθμητικούς υπολογισμούς, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ακριβούς ύψους των αχρεωστήτως καταβληθέν-των από τον αναιρεσείοντα χρηματικών ποσών και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να τα επιστρέψει.

Ενόψει αυτών: α] αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμοι, β] οι ίδιοι λόγοι με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα ότι εφόσον ορθά έγινε δεκτό ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998 θα έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι η συμφωνία που υπήρχε στα επίδικα δάνεια ήταν συμφωνία εφάπαξ ανατοκισμού και να μην λάβει υπόψη του ότι στις σχετικές δανειακές συμβάσεις υπήρχε συμφωνία εξάμηνου ανατοκισμού αφού κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμοι αφού στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προβλήθηκε παραδεκτά ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός, παρεκτός του ότι και ο ίδιος ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της εφέσεώς του [σελ.5 στοιχ.7], αναφέρει κατά λέξη ότι "σε όλες τις επίμαχες δανειακές συμβάσεις υπήρξε συμφωνία ανατοκισμού, όπως προκύπτει από τη φράση που τίθεται στη σελίδα 3 αυτών σύμφωνα με την οποία εν περιπτώσει καθυστερήσεως εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως τινός ή και μέρους αυτής θέλει χωρεί αυτοδικαίως επί του τοκοχρεολυσίου ταύτης ο εκάστοτε νόμιμος τόκος υπερημερίας".

Τέλος οι ίδιοι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτοι αφού αποδίδουν πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ]. Δικαστική δαπάνη δεν πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του αναιρεσίβλητου ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της 337/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ