Supreme Court allows appeal against lower court's failure to consider specific evidence properly cited by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal regarding the admissibility of evidence under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The appellants argued that specific documents were improperly considered without proper citation, while the appellee claimed the lower court's general reference was sufficient. The court found the lower court's decision flawed because it failed to specifically address the cited documents in its reasoning, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 561(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court considered evidence not permitted by law or failed to consider evidence properly cited by the parties; a general reference to documents is insufficient without specific mention of the cited evidence in the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1677 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Α. του Τ., κατοίκου ... και 2. Τ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Χατζηδιάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-1990 αγωγή- προσεπίκληση και την από 2-2-1990 αγωγή των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης σύμφωνα με το σκεπτικό διακρίσεως και την απόρριψη απάντων των λοιπών αναιρετικών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση, κατά της με αριθμό 189/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου το οποίο έκρινε για υπόθεση σύμβασης έργου και τα, από αυτή δικαιώματα αποζημίωσης του ήδη αναιρεσίβλητου.
ΙΙ. Κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (σχ.
και Ολ. ΑΠ 2/2008). Απαιτείται δηλονότι, όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπ' όψιν αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπόψη (ΑΠ 926/2007 και ΑΠ 679/2005). Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 11γ, 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453 και 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους.
Η επίκληση μπορεί να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 9/2000, Ολ ΑΠ 14/2005, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 154/2004). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (Ολ.
ΑΠ 9/2000, ΑΠ953/2005, βλ. και Ολ. ΑΠ 23/2008). Στην υπό κρίση περίπτωση οι αναιρεσείοντες εκθέτουν πλην άλλων, ότι: α) δεν προσκομίστηκαν νόμιμα και παραδεκτά τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο (δελτία αποστολής σκυροδέματος), εφ' όσον, απλά έγινε αναφορά, στις ενσωματωθείσες στις προτάσεις του δεύτερου βαθμού προτάσεις του πρώτου βαθμού, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη αυτών, β) προσδιορίζουν τα απαραδέκτως προσαχθέντα έγγραφα και γ) αναφέρουν τα αποδεικτικά συμπεράσματα του Εφετείου, που αποδείχτηκαν με αυτά και δ) εκθέτουν, πως είχαν προτείνει το πιο πάνω απαράδεκτο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. 'Όπως προκύπτει δε, από τη νόμιμη επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
α) Ο ήδη αναιρεσίβλητος ενσωμάτωσε στις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκείνες του πρώτου βαθμού δηλώνοντας ότι "... αναφέρομαι εξολοκλήρου στο περιεχόμενο των από 06-06-2007 προτάσεών μου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και τα προσαγόμενα και επικαλούμενα μ' αυτές αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία και πάλι προσάγω και επικαλούμαι και έχουν, ως ακολούθως.
Επειδή για την απόδειξη των ισχυρισμών μου προσάγω και επικαλούμαι και πάλι όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισα μετ' επικλήσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ...", β) Ουδόλως, όμως, αναφέρονται, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, ποιά έγγραφα ακριβώς επικαλείται και προσάγει ο ήδη αναιρεσίβλητος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μη αρκούσης, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, της πιο πάνω ενσωμάτωσης, γ) στην σχετική προσθήκη-αντίκρουση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των ήδη αναιρεσειόντων, τούτο είχε προβληθεί, σύννομα, στο Εφετείο, δ) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ειδικά και συγκεκριμένα στα έγγραφα που λήφτηκαν υπόψη, αναφέροντας, όμως, πως η δικανική του πεποίθηση σχηματίστηκε "..όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...", χωρίς κάποια διαφοροποίηση, εν όψει και του πιο πάνω ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειόντων, ε) το Εφετείο, όμως, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της μη γνησιότητας των παραπάνω εγγράφων, ως αόριστο, είναι πρόδηλο, πως, στη συνέχεια συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά, για την έκδοση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Σημειώνεται ότι, πέραν των εγγράφων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, πως απαράδεκτα προβλήθηκαν στο Εφετείο, κατά τον ίδιο τρόπο και "ισχυρισμοί .." τούτο όμως πράττουν τελείως αόριστα, αφού δεν εκθέτουν, όπως πρέπει: α) ποιοί ακριβώς ισχυρισμοί είναι αυτοί, β) σε τι αναφέρονται και γ) ποια ήταν η επίδρασή τους στην κρίση του πιο πάνω δικαστηρίου. 'Αρα, ως προς το σημείο αυτό ο με στοιχείο 3.0 αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος. 'Οσον αφορά, όμως, την νόμιμη προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, ο λόγος αυτός, ο οποίος πλήττει την πιο πάνω απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Μετά ταύτα δε, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αρ. 189/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ