Legislator Case Law & Legislation
1677/2009 AI generated

Supreme Court dismisses insurer appeal on joint liability in traffic accident where both drivers violated safety rules equally.

Case Number 1677/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurer's appeal against the Second Instance Court of Larissa's judgment regarding a fatal traffic accident. The court found that both drivers violated traffic rules of equal gravity, establishing joint liability rather than exclusive fault for the other party. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court correctly applied substantive law regarding causation and negligence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300A and 300 of the Civil Code; Joint liability is established when two drivers violate traffic rules of equal gravity, making the claim of exclusive fault by one driver against the other unfounded.

Keywords

AI generated
joint liability traffic accident exclusive fault negligence causation substantive law appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 300A of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1677 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ" κατόπιν νομίμου τροποποίησης της επωνυμίας της "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ψ1 4) Ψ2 συζύγου Ψ1, 5) Ψ3 θυγατέρας Ψ1, 6) Ψ4 7) Ψ5 συζύγου Ψ4 οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 8) Ψ6, 9) Ψ7, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/1998 αγωγή των υπό στοιχεία 3-7 ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 9/2/1998 αγωγή του υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 6/4/1998 και 9/7/1998 παρεμπίπτουσες αγωγές νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2000 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι υπό στοιχεία 1-2 ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 27/3/2001 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1591/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 27/3/2001 αίτηση, ως προς την τέταρτη των τότε αναιρεσιβλήτων ...,, αναίρεσε ως προς τους λοιπούς την 281/2000 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 291/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 28/4/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ...,, ...,, ..., εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λάρισας ...,, και ...,, ..., του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων ..., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση δια τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απόντες τρίτο έως και έβδομη από τους αναιρεσίβλητους (Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5). Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ότι ως διάδικοι κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι δε τυχόν άλλοι διάδικοι που μετείχαν στη δίκη χωρίς όμως να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 505/2006, 1145/2006). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, η οποία έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος στη θέση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ποσειδών ΑΕΑΕ", η οποία ασφάλιζε το αυτοκίνητο του διαδίκου Ψ7, και έχει τη θέση της εφεσίβλητης στην έφεση των Χ1 κλπ,, καθώς και την έφεση των Ψ1 κλπ, απευθύνει την αναίρεση και κατά των ομοδίκων της (συνεφεσιβλήτων στις ανωτέρω εφέσεις, αλλά και συνεναγομένων στις αγωγές των ανωτέρω εκκαλούντων) Ψ6 και Ψ7 (όγδοου και ένατου από τους αναιρεσιβλήτους). Η αναίρεση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων Ψ6 και Ψ7 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Τις πρωϊνές ώρες (06.20) της ..., ο εναγόμενος ενάγων Χ1 οδηγούσε το υπ' αριθμ ..., ΔΧ αυτοκίνητό του, το οποίο είχε ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976 στην ασφαλιστική εταιρία *Θέμις ΑΕ*, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε και στη θέση της υποκαταστάθηκε κατά το νόμο το *Επικουρικό Κεφάλαιο*.

Ακολουθούσε την ε.ο. Λάρισας-Κοζάνης με κατεύθυνση προς Λάρισα. Στο 3ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, που έχει συνολικό πλάτος 9 μέτρων, επιχείρησε, καίτοι υπήρχε διπλή διαχωριστική γραμμή, υπέρβαση δύο προπορευόμενων αυτοκινήτων. Η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε τα 50χ/ω που ήταν το μέγιστο όριο της ταχύτητας στην οδό αυτή για τους κατευθυνόμενους προς Λάρισα (ενώ για τους αντίθετα κινούμενους ήταν 70 χ/ω).

κατά την ολοκλήρωση της υπέρβασης του πρώτου και πριν την επαναφορά του αυτοκινήτου του στο ρεύμα πορείας του βρέθηκε σε καμπή της οδού και κινήθηκε στο μέσο του οδοστρώματος, καταλαμβάνοντας το μισό περίπου του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, στο οποίο τη στιγμή εκείνη κινούνταν, έχοντας αντίθετη κατεύθυνση, ο εναγόμενος-ενάγων Ψ6.

Αυτός οδηγούσε το υπ' αριθμ ..., ΙΧΦ αυτοκίνητο του πατέρα του Ψ7 (ενάγοντος), ο οποίος του είχε παραχωρήσει τη χρήση και τον είχε προστήσει στην οδήγησή του. Το φορτηγό ήταν ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976 στην ασφαλιστική εταιρία *Ποσειδών ΑΕ*. Σ' αυτό επέβαιναν, καθήμενοι όλοι στο μπροστινό κάθισμα, επί πλέον άλλοι δύο:

ο Θ1 και ο Θ2 (και οι δύο 16ετείς). Ο Ψ6, πλησιάζοντας προς το αυτοκίνητο του Χ1 δεν μπόρεσε να κρατήσει την κανονική πορεία του στο δεξιό άκρο της οδού και να το προσπεράσει από το ελεύθερο υπόλοιπο τμήμα του οδοστρώματος, που ήταν αρκετό (3,40 μ.), αλλά λόγω της ταχύτητάς του (έτρεχε με 70 χ/ω τη στιγμή που κατά τα προαναφερόμενα το ανώτατο όριο ταχύτητας στο ρεύμα του ήταν 50 χ/ω) έχασε τον έλεγχο και επιχείρησε να αποφύγει την προς τα δεξιά εκτροπή με ελιγμό προς τα αριστερά.

Έτσι εισήλθε και αυτός εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα και προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία στο εμπρόσθιο μέρος του άλλου αυτοκινήτου. Στην ενέργειά του αυτή συντέλεσε και η μέθη που είχε διότι βρέθηκε στο αίμα του αλκοόλ σε ποσοστό 1,06 0/00, καθώς και η ψυχοσωματική κατάστασή του διότι επέστρεφε από νυκτερινή διασκέδαση με τους συνεπιβαίνοντες φίλους του.

Δεν είχε βέβαια και άδεια ικανότητας οδηγήσεως, αλλά αυτό δεν επηρέασε τα πράγματα διότι παρά την έλλειψη διπλώματος γνώριζε ικανοποιητικά να οδηγεί. Εξαιτίας της συγκρούσεως ο ένας από τους επιβαίνοντες (Θ1) σκοτώθηκε και ο άλλος (Θ2) τραυματίστηκε βαριά. Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, συνυπαίτιοι για τη σύγκρουση ήταν τόσο ο Χ1 οδηγός του ΤΑΞΙ), διότι επιχείρησε ανεπίτρεπτα υπέρβαση και κατέλαβε μέρος του οδοστρώματος που προορίζονταν για τα κινούμενα αντιθέτως οχήματα, όσο και ο Ψ6 (οδηγός του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε ο θανών), διότι εξαιτίας της ταχύτητας που είχε και της καταστάσεώς του δεν μπόρεσε να αποφύγει το άλλο αυτοκίνητο, καίτοι μπορούσε να το πράξει αφού το υπόλοιπο τμήμα του οδοστρώματος (3,40 μ.) ήταν αρκετό.

Επί πλέον και διότι με το να εισέλθει και αυτός κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα πορείας δεν αντέδρασε μπροστά στον κίνδυνο ορθά, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Αν συγκριθούν οι παραβάσεις κάθε οδηγού από πλευράς σπουδαιότητας, το δικαστήριο κρίνει ότι βαρύνονται με ίσο ποσοστό ευθύνης (50% ο καθένας) διότι παραβίασαν κανόνες της οδικής κυκλοφορίας εξίσου σοβαρούς για την οδική ασφάλεια.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο με την υπ' αριθμ 43/2004 απόφασή τους έκρινε ενόχους και τους δύο οδηγούς για το θάνατο και τον τραυματισμό των δύο επιβατών.

Συνεπώς, ο βασικός ισχυρισμός κάθε εναγομένου οδηγού (και της αντίστοιχης ασφαλιστικής του εταιρίας) ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα ήταν ο άλλος οδηγός είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα, εν μέρει βάσιμες είναι και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές οι εκατέρωθεν ενστάσεις συνυπαιτιότητας (άρθρο 300ΑΚ) που ο καθένας επικουρικά προτείνει κατά του άλλου επικουρικά αποκρούοντας τις μεταξύ τους αγωγές".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις κατά της 66/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαφάνισε αυτήν και δικάζοντας επί των κυρίων αγωγών α) των Ψ1 κλπ , β) των Ψ6 κλπ, και γ) του Χ1 τις δέχθηκε εν μέρει, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά των οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων και ειδικότερα με τη συμπεριφορά του οδηγού του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου (Ψ6), που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία που διαδέχθηκε η αναιρεσείουσα, και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας από την συμπεριφορά αυτού στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος.

Το Εφετείο περιγράφει λεπτομερώς την οδηγική συμπεριφορά του ανωτέρω οδηγού και τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να κρατήσει την κανονική πορεία του στο δεξιό ρεύμα της οδού (επήρεια οινοπνεύματος, μη κανονική ταχύτητα για την κατάστασή του), αλλά αντέδρασε με ελιγμό προς τα αριστερά με συνέπεια να εισέλθει και αυτός εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα και εξηγεί για ποιο λόγο τα ανωτέρω περιστατικά βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Κατ' ακολουθίαν, δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε ο λόγος αναίρεσης, ο οποίος αποδίδει στην απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ALLIANZ Ελλάς ΑΑΕ για αναίρεση της 291/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για κάθε ένα από αυτούς που παραστάθηκε ξεχωριστά.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ