Legislator Case Law & Legislation
1677/2008 AI generated

1677/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1677/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1677/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως μεν διότι δεν προκύπτει κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και διότι με την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ).

Keywords

AI generated
sale of business enterprise acquisition of ownership share transfer public takeover bid share purchase treasury shares
AI generated
1876/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
545/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
36/2010
207 Α.Κ. Πλασματική πλήρωση αιρέσεως αν ο ζημιούμενος από την πλήρωσή της, την εμπόδισε να πληρωθεί αντίθετα με την καλή πίστη. Λύση αφανούς εταιρίας, καθορισμός από τους εταίρους του ενεργητικού και του παθητικού της, διανομή του θετικού υπολοίπου μεταξύ τους, συνέχιση της επιχειρήσεως από έναν από αυτούς και συμβατικός όρος ότι αν εντός 45ημέρου αν βρισκόταν αγοραστής για την αγορά της επιχειρήσεως μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που όρισαν ως αξία της οι διάδικοι, θα πωλούνταν η επιχείρηση σ΄αυτόν και το επί πλέον θα διανεμόταν ισομερώς στους εταίρους. Το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι βρέθηκε αγοραστής που προσέφερε κατά 80% υψηλότερο τίμημα αγοράς από την αξία που όρισαν οι διάδικοι για την επιχείρησή τους αλλά ο εναγόμενος ματαίωσε υπαίτια την πώληση και γι΄ αυτό έκρινε βάσιμη την αγωγή. Βάσιμος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) της αποφάσεως.
1153/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
621/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1677 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνο-πούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος - αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Χ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάνη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 16-3-2007 αιτήσεως δια των προτάσεων επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ως επίσης ότι με την από 14-6-2007 κλήση του στρέφεται και κατά της παρακάτω αναφερόμενης καθής η κλήση αναγκαίας ομοδίκου εταιρείας.

Της αναιρεσίβλητης- καθής η κλήση-καθής η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο της Νικόλαο Τσιώκα.

Της καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OCTAGON LIMITED PROPERTIES INC" που εδρεύει στον Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παπατσώρη Χρήστο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2286/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 3941/2005 μη οριστική και 732/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-4-2006 αίτησή του, επί των οποίων εκδόθηκε η 1145/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών-αιτών: α)με την από 14-6-2007 κλήση του και β)με την από 19-7-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παρέστησαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 5-3-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καλούντος και αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των καθών η κλήση την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε, οπότε και στις δύο περιπτώσεις η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-6-2007 κλήση του αναιρεσείοντος Χ, εισάγεται προς συζήτηση η από 3-4-2006 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 732/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2286/2004 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την πρώτη των οποίων απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων 1) Χ (αναιρεσείοντος) και 2) της αλλοδαπής εταιρείας που εδρεύει στον Παναμά, με την επωνυμία "OCTAGON PROPERTIES LIMITED INC", για διάρρηξη της απαλλοτριώσεως ακινήτου (αγοραπωλησίας) που έγινε προς βλάβη της, με το .....

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου από τον οφειλέτη της-πωλητή εναγόμενο Χ προς τη δεύτερη ως άνω εναγόμενη εταιρεία (παυλιανή αγωγή). Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων με την προαναφερθείσα κλήση του. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η αρχικώς εναχθείσα ως άνω αλλοδαπή εταιρεία, αναγκαία ομόδικος του αναιρεσείοντος (ΑΠ 217/1981, 31/1993), παρέστη και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπατσώρη.

Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητας αυτού προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα γενικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου του Παναμά VERGARA CARDENAS, από την επισκόπηση του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι χορηγείται στον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος διορίζεται επίσης και αντίκλητος της εταιρείας, αρμόδιος για την παραλαβή οιουδήποτε επιδιδόμενου στην εταιρεία εγγράφου, ρητή πληρεξουσιότητα για να εκπροσωπήσει την εταιρεία, όχι κατά τη συζήτηση της προκειμένης αναιρέσεως, αλλά κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως που έχει επίσης ασκήσει η ίδια (αλλοδαπή εταιρεία) κατά της προαναφερθείσης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ως εκ τούτου εφόσον δεν προκύπτει η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας της ως άνω αναγκαίας ομοδίκου του αναιρεσείοντος προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο, η τελευταία θεωρείται δικονομικώς απούσα. Όπως προκύπτει όμως από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ..., προς τον προαναφερθέντα δικηγόρο ως αντίκλητο και προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της από 14-6-2007 κλήσης του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντος Χ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναγκαία ομόδικό του.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2286/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και κατά της υπ` αριθμ. 732/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως μεν διότι δεν προκύπτει κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και διότι με την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ).

Σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 του ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής, αρκεί η ύπαρξη στο ιστορικό του δικογράφου των γνωρισμάτων που να ανταποκρίνονται στον εννοιολογικό πυρήνα των στοιχείων του πραγματικού κάποιου κανόνα δικαίου και να επιστηρίζουν το αίτημα. ενώ η πλεοναστική αναφορά στοιχείων του πραγματικού και άλλου κανόνα δικαίου χωρίς υποβολή ειδικού αιτήματος που να συνδέεται με τον διαφορετικό αυτό κανόνα δικαίου, δεν καθιστά την αγωγή αυτή αόριστη.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε)αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει για το κατ` άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται σ` αυτήν. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της η παραπάνω αγωγή διαρρήξεως περιλαμβάνεται το ποσό της απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο μόνον, καθόσον ζημιώνεται ο δανειστής, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση των προαναφερομένων ποσών (ΑΠ 1112/2004).

Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ.

λόγοι αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε κατ' εκτίμηση στην υπό κρίση αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ποσού 50.000.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο της έχει επιδικασθεί αμετακλήτως ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από δημοσίευμα στην εφημερίδα ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ, ιδιοκτησίας αυτού.

Ότι ο τελευταίος, ενώ υφίστατο η παραπάνω οφειλή, μεταβίβασε, με αιτία την πώληση, δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του επί των περιγραφομένων κατά θέση, έκταση και όρια οριζοντίων ιδιοκτησιών, προς τη δεύτερη εναγομένη, αλλοδαπή εταιρεία, η οποία συστήθηκε κατά το δίκαιο του Παναμά, εδρεύει στον Παναμά, πραγματικός μέτοχος της οποίας είναι ο αναιρεσείων, αντί τιμήματος 42.673.512 δραχμών.

Ότι λόγω της μεταβίβασης αυτής, η υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη αναιρεσείοντος, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, έπραξε δε αυτός έτσι δολίως προς βλάβη αυτής τελών σε συμπαιγνία με τη δικηγόρο Αθηνών Α, αντιπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης κατά την υπογραφή του συμβολαίου.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η αναιρεσίβλητη να διαρρηχθεί η ιστορούμενη απαλλοτρίωση ως καταδολιευτική και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την αναμεταβίβαση των ακινήτων στον αναιρεσείοντα, άλλως και σε περίπτωση αρνήσεώς της να θεωρηθεί ως γενομένη κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ με την τελεσιδικία της απόφασης.

Με βάση το ως άνω ιστορικό και αίτημα το εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναγκαία κατ'άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για το ορισμένο του δικογράφου της στοιχεία και νόμιμη, ερειδόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις. Με την κρίση του αυτή το εφετείο, δεν αξίωσε για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, εκείνο δηλαδή της διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας (άρθρα 949 επ.

ΑΚ) περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γένεση του οικείου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ούτε έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της, ούτε παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή. Ειδικότερα, η ως εκ περισσού αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο ότι "...η γενόμενη με το άνω συμβόλαιο μεταβίβαση ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο στη δεύτερη είναι απολύτως εικονική, διότι ο φερόμενος ως πωλητής του 1/2 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων), με τη σύμπραξη της συζύγου του (συνιδιοκτήτριας του υπολοίπου 1/2) τις μεταβιβάζει στη δεύτερη εναγομένη, όπισθεν της οποίας οπωσδήποτε υποκρύπτεται ο ίδιος ως πραγματικός μέτοχός της....

το αναφερόμενο στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τίμημα μεταβίβασης το οποίο μάλιστα και φέρεται ως καταβληθέν εξ ολοκλήρου πριν από τη σύνταξη και υπογραφή του σχετικού συμβολαίου, εκ δραχμών 42.673.512, υπολείπεται καταφανώς της αγοραίας αξίας των πωληθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία κατά τους μετριότερους υπολογισμούς υπερβαίνει το ποσό των 200.000.000 δραχμών...", γενόμενη μόνον διηγηματικώς αλλά και πλεοναστικώς, προς κατάδειξη και μόνον των συνθηκών καταρτίσεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση, ως μη συνδεόμενη με αίτημα αναγνωρίσεως της εικονικότητας και κηρύξεως εντεύθεν ως άκυρης της γενόμενης μεταβίβασης των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Συνεπώς ο ένατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1, 8 και 14 (όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς, τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 24/1992 και 1/1999).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα εξής: Η ενάγουσα έχει βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του πρώτου εναγομένου ποσού 50.000.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ο τελευταίος, ενώ υφίστατο η παραπάνω οφειλή; απαλλοτρίωσε δυνάμει του ..... συμβολαίου (αγοραπωλητηρίου), το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, προς τη δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία, το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του επί των αναφερομένων στην προσβαλλομένη κατά θέση, έκταση και όρια οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Στην άνω απαλλοτριωτική του πράξη προέβη ο οφειλέτης με πρόθεση προς βλάβη της δανείστριας του ενάγουσας, εν γνώσει της αγοράστριας, δηλαδή των νομίμων εκπροσώπων της, ότι ο οφειλέτης ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας. Ο οφειλέτης κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν είχε άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, όντας αφερέγγυος, αφού το μόνο φανερό περιουσιακό στοιχείο του είναι η επικαρπία του αναφερόμενου ακινήτου στο Δήμο ..., η οποία όμως έχει ήδη κατασχεθεί αναγκαστικώς από τον επισπεύδοντα κατ' αυτής πλειστηριασμό, δανειστή του πρώτου εναγομένου, Β, και η αξία της έχει εκτιμηθεί με την έκθεση κατασχέσεως σε 38.000.000 δραχμές για την ικανοποίηση τους δε εξ αυτής έχουν αναγγελθεί και άλλοι δανειστές, ούτως ώστε το εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας;

εν όψει και του ύψους της απαίτησης της τελευταίας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η άνω αγωγή. Mε τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ΑΚ 939 με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αφού δεν εκθέτει την αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, σε σχέση με την απαίτηση, γιατί η διάρρηξη θίγει την απαλλοτρίωση μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης όγδοος και δέκατος, όπως εκτιμώνται, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και συμπληρώθηκαν από τον Εισηγητή, είναι βάσιμοι. Οι προαναφερόμενοι λόγοι, κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Επειδή κατά το άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι διατάσσεται η επαναφορά των πραγμάτων, μόνο όταν έγινε εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση, της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως και όχι οποιασδήποτε άλλης αποφάσεως (ΑΠ 1530/2006, ΑΠ 1877/2005, ΑΠ 1462/2004). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-7-2007, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 208/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία της επιδικάσθηκε ποσό 50.000.000 δραχμών πλέον τόκων, κατάσχεσε και εξέθεσε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 28-7-2007 το 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών του, που βρίσκεται στη θέση ...

της νήσου ..., ποσοστό που ο ίδιος είχε μεταβιβάσει στην αναγκαία ομόδικό του εταιρεία με την επωνυμία "OKTAGON PROPERTIES LIMITED INK", δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου, ότι ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε στις 28-7-2007 και οι ανωτέρω ιδιοκτησίες κατά το προαναφερθέν ποσοστό κατακυρώθηκαν στην αναιρεσίβλητη αντί πλειστηριάσματος 200.000 ευρώ, συμψηφιστικά με την ως άνω απαίτησή της.

Ζητεί δε ακολούθως να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την ανωτέρω εκτέλεση και συγκεκριμένα: α) να διαταχθεί ο υποθηκοφύλακας Μυκόνου να σημειώσει την παρούσα αναιρετική απόφαση στο περιθώριο μεταγραφής του ως άνω υπ'αριθμ. ..... μεταβιβαστικού των ιδιοκτησιών του συμβολαίου, β) να ακυρωθούν οι ως άνω διενεργηθείσες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ως ποσοστού των ιδιοκτησιών του, περιλήψεις αυτής, έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και έκθεση κατακύρωσης), και γ)να αναγνωρισθεί ότι το ανωτέρω ποσοστό των κατασχεθεισών ιδιοκτησιών του πρέπει να επανέλθει στην αναγκαία ομόδικό του προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία.

Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, ως προς μεν τα υπό στοιχεία β και γ αιτήματα, διότι η διενεργηθείσα από την αναιρεσίβλητη αναγκαστική εκτέλεση, έγινε, όπως συνομολογεί ο αναιρεσείων αλλά και αποδεικνύεται από τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, όχι με βάση την αναιρούμενη απόφαση που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κηρυχθεί διαρρηκτέα η ως άνω αναφερόμενη μεταβιβαστική δικαιοπραξία αλλά δυνάμει της υπ' αριθμ. 208/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία όπως προαναφέρθηκε, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 50.000.000 πλέον τόκων και εξόδων, κατά δε το υπό στοιχείο α' αίτημά της, διότι η καταχώρηση της παρούσης αναιρετικής αποφάσεως αποτελεί υποχρέωση του αρμοδίου υποθηκοφύλακα, απορρέουσα εκ του νόμου (άρθρα 1192 επ.

ΑΚ) και μόνον σε περίπτωση αρνήσεως αυτού, μπορεί να ζητηθεί με την προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία η άρση της εκκρεμότητας που δημιουργήθηκε με την άρνησή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 732/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ