1677/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27/4/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1677/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στα τελευταία περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι, συνεπεία του σφάλματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως(άρθρ. 522 Κ.
Full text
Απόφαση 1677 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1677/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1........................., 2........................., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανιατά, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δ.Δ. με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας", που εδρεύει στο Βόλο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώστα Παπαδόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27/4/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 8/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ., στο δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχονται, πλην άλλων, και οι λόγοι εφέσεως, ήτοι οι αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του ιδίου του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Στα τελευταία περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι, συνεπεία του σφάλματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως(άρθρ. 522 Κ.
Πολ.Δ.), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού κατόπιν καθολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικοτέρων σφαλμάτων εκτιμήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκθέτουν ότι επί της από 4-4-2003 αγωγής τους εκδόθηκε η αναφερόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι εκάστη εξ αυτών συνδέεται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου από τις 10-7-2002 και υποχρεώθηκε το τελευταίο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες αυτών υπό το ανωτέρω καθεστώς.
Ότι κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση, παραπονούμενο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η εργασία, που παρείχε εκάστη, είχε από το είδος και τη φύση της διαρκή, μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, κάλυπτε δε υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες ήταν πάγιες και διαρκείς.
Ακολούθως, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της εφέσεως, λόγω της αοριστίας του μοναδικού ως άνω λόγου αυτής. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στην αρχή, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατόπιν συνολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της διαφοράς, ο δε ανωτέρω λόγος της εφέσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ήταν ορισμένος, αφού το αίτημά της ήταν η, συνεπεία του εσφαλμένου σκεπτικού της, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και η απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.
Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (Ν. 4558/1920, άρθρ. 11 Α. Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου Νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ.
της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού Νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου, εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α΄ και γ΄ ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α΄ αυτού, είτε προσκαίρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β΄ αυτού. Απαγορεύεται από το νόμο νομιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ΄ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή από την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-199, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως τη προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.
Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. ΄Ηδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 παρ. 1 του τελευταίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής : "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ΄ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτησης ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης....
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων γης παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η πορθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.
΄Ετσι, με το άρθρο 11 παρ. 1α του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής : "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :
Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν την αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση....." Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ.
των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. ΄Ετσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2111/1920 ούτε κατ΄ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 64/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ.
αυτού (Ολ.Α.Π. 19 και 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την ένδικη από 4-4-2003 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν τη 1-12-1999 και τη 1-5-1999 αντίστοιχα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με συμβάσεις, που εικονικώς ονομάσθηκαν συμβάσεις αναθέσεως έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργασθούν ως υπάλληλοι για την τεχνική και διοικητική υποστήριξη στα αναφερόμενα Τμήματα του εν λόγω Πανεπιστημίου, καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου.
Ότι, οι ίδιες σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, που ανανεώνονταν κάθε φορά μετά τη λήξη τους, απασχολούνταν από το χρόνο της προσλήψεώς τους μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής η πρώτη και μέχρι τις 30-6-2001 η δεύτερη για την κάλυψη μονίμων και διαρκών αναγκών αυτού, γεγονός που συνάγεται από τα αναφερόμενα λεπτομερώς πραγματικά περιστατικά.
Ζήτησαν δε αφ' ενός μεν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφ' ετέρου δε να υποχρεωθεί τούτο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους υπό το εν λόγω καθεστώς. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, διότι η ανωτέρω Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε.
της 28-6-1999, στην οποία περιελήφθησαν οι γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τις εργασιακές σχέσεις, κατέλιπε στα κράτη - μέλη τη μέριμνα να ορίσουν σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή και τις εθνικές τους πρακτικές τους μη ορισθέντας επακριβώς στη συμφωνία- πλαίσιο όρους, το δε εκδοθέν για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής υπ' αριθ. 81/2003 Π.Δ.
δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, αφού, κατά το άρθρο 5 παρ. 5 αυτού, οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας, οι οποίες συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του διατάγματος.
Για τους λόγους αυτούς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν έχει τη νομική δυνατότητα συνάψεως εργασιακής συμβάσεως αορίστου χρόνου και μόνο με συμβάσεις έργου ή με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούσε να προσλάβει τις αναιρεσείουσες, των οποίων η επιλογή για την πλήρωση των θέσεων στο ΝΠΔΔ διέπεται από τις διατάξεις του Ν.2190/1994 και ο διορισμός τους κατόπιν διαγωνισμού, που διενεργεί το ΑΣΕΠ, με την συνδρομή των προϋποθέσεων προσλήψεως προσωπικού.
Επίσης, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν τη δυνατότητα ευθείας επικλήσεως των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας και μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς (10-7-2002), γιατί κατέλιπε αυτή στον Έλληνα νομοθέτη τη μέριμνα να ορίσει σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία όρους, που να διασφαλίζουν τα επιβαλλόμενα από την ίδια αποτελέσματα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, έστω και με διαφορετική κατά ένα μέρος αιτιολογία, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ανωτέρω συμβάσεις, οι οποίες δεν ήταν ενεργές στις 19-7-2004 που άρχισε η ισχύς του Π.Δ. 164/2004, καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ΄ επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύετια η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που αρκεί ουσιώδη επίδραση στην έκθεση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2006 αίτηση των .............. κλπ για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 224/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ