Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient causal link between lane violation and collision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the second-instance court's decision dismissing a civil claim for damages arising from a traffic collision. The plaintiffs argued that the defendant driver's violation of the double line rule caused the accident, while the lower court found no fault. The court ruled that the lower court's reasoning was insufficient because it failed to establish a causal link between the specific violation and the crash, creating a contradiction in its findings regarding the location of the impact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 1250/1911, 297, 330, and 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A violation of traffic regulations alone does not establish liability; the court must determine if the violation created a causal link to the accident, and appellate decisions lacking sufficient reasoning or containing contradictions regarding this causal connection are voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1677 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1677/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:…..η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαρκάτο, ……. οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. …... και 2. ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Αυγούστου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16 Μαρτίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 25 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 ν.ΓλΝ/1911, 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας στη σύγκρουση του οδηγού του βλαβέντος αυτοκινήτου δεν αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου παρέβη τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η οποία (παράβαση) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδία αν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην περί απορρίψεως της αγωγής των αναιρεσειόντων κρίση του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την εξής αιτιολογία:
Την 22-3-2002 και περί ώραν 19.55΄ ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία και έβαινε με αυτό στη ΝΕΟ Αθηνών-Πατρών, με κατεύθυνση από Αίγιο προς Αθήνα, κινούμενος στη χιλιομετρική θέση 169 της Εθνικής οδού. Στο σημείο αυτό η εν λόγω οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,70μ.
και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενη με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, καθώς και ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,50 μ. ανά κατεύθυνση. Την ανωτέρω χρονική στιγμή και ενώ ο εναγόμενος εκινείτο εντός του ρεύματος πορείας του, αλλά πλησίον της διπλής, ως άνω, διαχωριστικής γραμμής, εισήλθε στο ρεύμα αυτό της πορείας του εναγομένου και αφού υπερέβη την διπλή διαχωριστική γραμμή το υπ' αριθμ. .....
ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, οδηγούμενο από τον ....., εκινείτο επί της εθνικής οδού με αντίθετη προς τον εναγόμενο κατεύθυνση, ήτοι από Αθήνα προς Αίγιο, και το οποίο είχε μόλις εξέλθει από δεξιά εν σχέσει με την πορεία του στροφή. Από την είσοδο του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του εναγομένου προκλήθηκε σφοδρή σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων, από τα οποία εκείνο του .....
προσέκρουσε με το εμπρόσθιο και το αριστερό τμήμα του στο αντίστοιχο εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του εναγομένου, από τη σύγκρουση δε αυτή και την εν συνεχεία εκτροπή των οχημάτων τα αυτοκίνητα αυτά υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημιές, ενώ τραυματίστηκε θανασίμως ο οδηγός του δεύτερου οχήματος ....., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγουσών.
Υπό τα περιστατικά αυτά είναι προφανής η υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, τέτοια όμως υπαιτιότητα δεν βαρύνει (και) τον εναγόμενο οδηγό. Και είναι μεν αληθές, όπως άλλωστε προεκτέθηκε, ότι ο εναγόμενος δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού, όπως είχε υποχρέωση (άρθρ. 16 παρ.1 του ΚΟΚ), αλλά πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής όπου και έγινε το ατύχημα (εσωτερικά και εφαπτομένως της διπλής διαχωριστικής γραμμής, στο ρεύμα πορείας του εναγομένου), μόνη όμως η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως, που έχει θεσπισθεί για τη διευκόλυνση της κίνησης των οχημάτων εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, των κινουμένων δηλαδή προς την ίδια κατεύθυνση, και όχι για την αποφυγή συγκρούσεων με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, δεν θεμελιώνει πταίσμα του οδηγού, παρά μόνον όταν αυτός έχει τη δυνατότητα να προβλέψει, έστω και ως πιθανή, την αντικανονική κίνηση εκείνου που οδηγεί το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να ενεργήσει τον κατάλληλο αποφευκτικό του ατυχήματος ελιγμό.
Εν προκειμένω ο εναγόμενος οδηγός δεν μπορούσε να προβλέψει την κατά τα ανωτέρω υπέρβαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής εκ μέρους του θανόντος οδηγού, μη υπάρχοντος κανενός προς τούτο λόγου, από την άκρως δε αιφνιδιαστική είσοδο του αυτοκινήτου του θανόντος στο δικό του (εναγομένου) ρεύμα πορείας ήταν αδύνατη κάθε αποφευκτική του ατυχήματος ενέργεια εκ μέρους του τελευταίου.
Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα περί του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος μολονότι δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού όπως είχε υποχρέωση (άρθρ.16 παρ.1 του ΚΟΚ) αλλά πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής όπου και έγινε το ατύχημα (εσωτερικά και εφαπτομένως της διπλής διαχωριστικής γραμμής, στο ρεύμα πορείας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου) εν τούτοις αυτός "δεν μπορούσε να προβλέψει την κατά τα ανωτέρω υπέρβαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής εκ μέρους του θανόντος οδηγού, μη υπάρχοντος κανενός προς τούτο λόγου".
Ειδικότερα δεν δικαιολογείται από πού προκύπτει η έλλειψη δυνατότητας στον αναιρεσίβλητο να προβλέψει, έστω και ως πιθανή, την αντικανονική κίνηση του οδηγού του αντιθέτως κινουμένου οχήματος στο ρεύμα πορείας του (μορφή και κατάσταση της οδού, συνθήκες κυκλοφορίας οχημάτων) ώστε να μη συνδέεται αιτιωδώς, όπως αντιθέτως ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, η ανωτέρω παράβαση εκ μέρους του του άρθρου 16 παρ.1 του ΚΟΚ με το επελθόν αποτέλεσμα.
Περαιτέρω δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της αναιρεσιβαλλομένης ότι το ατύχημα έγινε εντός του ρεύματος πορείας του εναγομένου κατόπιν της άκρως αιφνιδιαστικής εισόδου του αυτοκινήτου του θανόντος σ' αυτό ύστερα από υπέρβαση εκ μέρους του της διπλής διαχωριστικής γραμμής και της ετέρας παραδοχής του ότι αυτό (ατύχημα) έγινε "εσωτερικά και εφαπτομένως της διπλής διαχωριστικής γραμμής", γεγονός που δεν δικαιολογεί την εξ' ολοκλήρου είσοδο του αυτοκινήτου του που οδηγούσε ο θανών στο ρεύμα πορείας του εναγομένου.
Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή τούτου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.586/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ