Legislator Case Law & Legislation
1676/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting employee's claim due to employer's implied termination.

Case Number 1676/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision rejecting his employment claims. The lower court ruled that the employer had implicitly terminated the indefinite-term employment contract on June 30, 2015, based on the employer's own arguments regarding the contract's validity. The court held that the First Instance Court did not err by accepting this validly pleaded fact and applying the law to it, even though the employer had not explicitly raised this specific argument in its initial defense. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the employer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 6(1) of Law 3198/1955; The court may accept a party's own argument regarding the implied termination of an employment contract as a valid ground for dismissing a claim, provided the factual basis was properly pleaded by the opposing party.

Keywords

AI generated
implied termination employment contract indefinite term implied resignation statute of limitations labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 and 3 of Law 2112/1920
Article 6(1) of Law 3198/1955
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1676 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1676/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1869/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27 Δεκεμβρίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 10553/1218/30-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με αριθμ. 1869/6-4-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την από 31-1-2020 με αριθμό κατάθεσης 9543/665/31-1-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την από 30-1-2020 και με αριθμό κατάθεσης 8681/611/30-1-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, απέρριψε την πρώτη, δέχθηκε κατ'ουσίαν την δεύτερη έφεση και εξαφάνισε στο σύνολό της την με αριθμό 237/31-1-2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 17-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 20044/678/18-5-2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, με την πρωτόδικη αυτή απόφαση η αγωγή, ως προς τα δύο πρώτα, κύρια, αιτήματά της α) της απασχόλησης του ενάγοντος, κατ' αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη εργοδότριά του, λόγω της υπερημερίας της και β) της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας από 23-2-2016 και μέχρι την άρση της υπερημερίας της εναγομένης-(με, καθ'υποφοράν, επίκληση, κατ' αντένσταση της ακυρότητας-λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων-της τυχόν επικαλούμενης, κατ' ένσταση, από την εναγομένη καταγγελίας στις 23-2-2016 εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης)- απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, αντίστοιχα, γ) ως προς το επικουρικό, των ανωτέρω, αίτημά της, της επιδίκασης νόμιμης αποζημίωσης λόγω έγκυρης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, και δ) ως προς το τελευταίο αίτημά της , της επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-2015 έως 23-2-2016, ποσού 19.742,35 ευρώ, μετά από ουσιαστική απόρριψη ένστασης της εναγομένης για λύση της ένδικης σύμβασης με τον επικαλούμενο τρόπο, έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρία να καταβάλει στον ενάγοντα, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το ανωτέρω ποσό των δεδουλευμένων αποδοχών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής, και κατά παραδοχή ένστασης της εναγομένης περί σιωπηρής καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης, εν γνώσει του ενάγοντος, από τις 30-6-2015, και παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ.6 παρ.1 του ν.3198/1955 για την επίκληση της ακυρότητάς της καταγγελίας πριν την άσκηση της αγωγής, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της α) ως απαράδεκτη, ως προς τα δύο πρώτα κύρια αιτήματά της (της αξίωσης απασχόλησης και της καταβολής μισθών υπερημερίας), λόγω παρόδου άπρακτης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τελευταίο, υπό το στοιχ.δ' αίτημά της, (της αξίωσης δεδουλευμένων αποδοχών του από 1-7-2015 έως 23-6-2016), λόγω λύσης της σύμβασης στις 30-6-2015, με την άνω, καταστάσα έγκυρη, εκ της παρόδου της άνω αποσβεστικής προθεσμίας, καταγγελία της εναγομένης, και ως προς το επικουρικό, των δύο πρώτων, αίτημά της (της αξίωσης καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης λόγω έγκυρης καταγγελίας), την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 εδ.

α του ν.3198/1955. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και δεν παρήλθε διετία από την δημοσίευσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, AΠ 902/2019). 'Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής ή της ένστασης, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή ή την ένσταση και προσδίδει στην προβαλλόμενη έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν χαρακτηρίζεται αυτή διαφορετικά από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, αντίστοιχα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (ΑΠ 1160/2022, ΑΠ 1487/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 και 169 παρ.2 του ΑΚ προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης μισθωτός δύναται να λάβει γνώση αυτής δηλ.

της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης. Αυτή δε μπορεί να γίνει και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις ή ενέργειες από τις οποίες προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και σαφή η βούλησή του εργοδότη να μην υφίσταται πλέον μεταξύ των διαδίκων σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1157/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 2234/2013), όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης, επικαλούμενος οικειοθελή παραίτηση του μισθωτού, αρνείται να αποδεχθεί την προσφερόμενη από αυτόν εργασία (ΑΠ 1003/2017).

Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση για απασχόλησή του και για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, επί ακυρότητας αυτής για οποιοδήποτε λόγο (όπως λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου και της μη καταβολής νόμιμης αποζημίωσης), στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας που παραμένει ενεργός.

Στην περίπτωση αυτή η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας, η οποία είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής του. Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ' ένσταση καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αποτελεί αντένσταση, και μπορεί να προβληθεί νομίμως, με το δικόγραφο της αγωγής του, "καθ' υποφοράν", οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης και συνακόλουθα λύσης αυτής. (ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2015, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 624/2008).

Στον χρονικό περιορισμό, της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1995, υπόκειται και η αντένσταση του εργαζομένου περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1197/2022, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016). Η αποσβεστική αυτή προθεσμία αρχίζει, στην περίπτωση σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, από την επομένη ημέρα της γνώσης από τον μισθωτό της άνω εκδηλωθείσας βούλησης του εργοδότη του να λύσει τη σύμβαση εργασίας με καταγγελία (ΑΠ 1003/2017).

Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, η καταγγελία του εργοδότη καθίσταται έγκυρη, του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 839/2019, 1003/2017, ΑΠ 1387/2015), εντός βέβαια της προβλεπόμενης εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 εδ. α του ν.3198/1955, μετά την πάροδο της οποίας και η αξίωσή του αυτή είναι ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1215/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη ένσταση της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης περί σιωπηρής καταγγελίας εκ μέρους της, της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 30-6-2015 και κατά παραδοχή της-μετά και την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του αρθ.6 παρ.1 του ν.3198/1955 για επίκληση της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής-απέρριψε την αγωγή του, ως προς την αξίωση απασχόλησής του, καταβολής μισθών υπερημερίας και καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, ενώ η αντίδικός του δεν είχε προτείνει την ένσταση αυτή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά ούτε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση ισχυρίστηκε οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, και για το λόγο αυτό το Εφετείο δεν έπρεπε να τη λάβει υπόψη, αλλά να δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του κατά το μέρος τούτο.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με τις από 28-9-2017 προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου-η κατάθεση των οποίων ήταν υποχρεωτική, κατ'αρθρ.591 παρ.1γ'ΚΠολΔ, λόγω της κατάθεσης μετά την 1-1-2016 της από 17-5-2016 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος- ισχυρίστηκε ότι:

στις 30-6-2015, επειδή ο ενάγων-οδοντίατρος, με τον οποίο τη συνέδεε μέχρι τότε η από 1-11-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξακολουθώντας να προσέρχεται κανονικά στο χώρο εργασίας του, στην Κλινική της, καθυστερούσε και τελικά αρνήθηκε την κατάρτιση σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών για την εντεύθεν ρύθμιση της μεταξύ τους συνεργασίας, όπως αυτός, στο παρελθόν της είχε προτείνει, η ίδια (στις 30-6-2015), επικαλούμενη οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, έπαυσε να αποδέχεται τις συμφωνημένες με την άνω σύμβαση εργασίας υπηρεσίες του ως μισθωτού οδοντιάτρου-Επιστημονικού Διευθυντή στο Οδοντιατρικό Ιατρείο της Κλινικής της σε δικούς της πελάτες-ασθενείς, αυθημερόν (30-6-2015) διέκοψε την μισθοδοσία του, προέβη σε εκκαθάριση όλων των μέχρι τότε (30-6-2015) προς αυτόν υποχρεώσεών της από την άνω σύμβαση, και σε εξόφλησή τους την ίδια ημέρα του κατέβαλε το μισθό του Ιουνίου 2015, αποζημίωση αδείας του 2015, επίδομα αδείας του 2015, ως και την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων 2015 μέχρι τις 30-6-2015, ενώ από την επομένη ημέρα (1-7-2015) ο ενάγων, συνεχίζοντας να προσέρχεται στην Κλινική της κανονικά "με το έτσι θέλω", παρείχε τις υπηρεσίες της ειδικότητάς του μόνο στους προσωπικούς του ασθενείς, τις επανειλημμένες δε έγγραφες υπομνήσεις της, στις 7-8-2015 και 24-9-2015, για την, εν γνώσει του, λύση της σύμβασης εργασίας από τις 30-6-2015, αυτός δεν τις αντέκρουσε, ούτε ποτέ διαμαρτυρήθηκε για την έκτοτε οριστική παύση της μισθοδοσίας του, η ίδια δε, την 1-7-2015, υπέβαλε στον ΟΑΕΔ ...

αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του από την εργασία του, χωρίς υπογραφή του, και κατόπιν τούτων, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, χαρακτηρίζοντας, τα άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε, πραγματικό ισχυρισμό περί "οικειοθελούς αποχώρησης" του ενάγοντος-αναιρεσείοντος από την εργασία του, που επέφερε τη λύση της μεταξύ τους ένδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας στις 30-6-2015, ζήτησε, κατά παραδοχή του-επικαλούμενη περαιτέρω και την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθ. 6 παρ.1 του ν.3198/1955 για την επίκληση από τον αντίδικό της ακυρότητας της καταγγελίας της και άσκηση των εξ αυτής ενδίκων αξιώσεων του- να απορριφθεί η αγωγή του.

Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό (ένσταση) η αναιρεσίβλητη, με τον ίδιο χαρακτηρισμό-τον οποίο προέβαλε συνοπτικά και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου-μετά την απόρριψή του με την πρωτόδικη απόφαση, τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλούσα, με σχετικό λόγο της από 30-1-2020 με αριθμό εκθ.καταθ. 8681/611/30-1-2020 εφέσεώς της, αλλά και ως εφεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τις από 12-1-2021 προτάσεις της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, τα ανωτέρω επικαλούμενα από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη πραγματικά περιστατικά-της παύσης αποδοχής εκ μέρους της, της προσφερόμενης, στο χώρο της, εργασίας του αντιδίκου-εργαζομένου της, με επίκληση οικειοθελούς αποχώρησής του, και με σαφή και αναμφίβολη εκδήλωση βούλησής της, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες και ενέργειές της, για λύση της μεταξύ τους σύμβασης, εν γνώσει του- τα χαρακτήρισε ως θεμελιωτικά της-εκ των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, 648, 669 ΑΚ-ένστασης σιωπηρής καταγγελίας εκ μέρους της, στις 30-6-2015, της από 1-11-2009 ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά παραδοχή της ένστασης αυτής, και λόγω της παρόδου άπρακτης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955 για την επίκληση από τον αναιρεσείοντα της ακυρότητας της άνω σιωπηρής καταγγελίας, και της επελθούσας, εξ αυτής, ως καθισταμένης έγκυρης, λύσης της ένδικης συμβάσεως, απέρριψε την αγωγή, ως προς την αξίωση απασχόλησης με τους ίδιους συμβατικούς όρους και καταβολής μισθών υπερημερίας και δεδουλευμένων αποδοχών για το 1-7-2015 έως 28-2-2016 χρονικό διάστημα, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (ένσταση) της, εκ των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, 648, 669 ΑΚ, σιωπηρής καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελίωναν είχαν προταθεί παραδεκτά από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, κατά τα προαναφερόμενα, και με βάση αυτά το Εφετείο, προβαίνοντας, αυτεπαγγέλτως, κατ'εφαρμογή του νόμου, στον ανωτέρω προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του, τον δέχτηκε κατ'ουσία και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μόνο δε το ότι το Εφετείο προέβη σε νομικό χαρακτηρισμό του άνω παραδεκτά προταθέντος αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού της ήδη αναιρεσίβλητης-ως ένστασης σιωπηρής καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας-διαφορετικό του επικαλούμενου από την ίδια-ως ένστασης οικειοθελούς αποχώρησης του αντιδίκου της (καταγγελίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ίδιας σύμβασης), από τον οποίο δεν δεσμευόταν, δεν ιδρύει τον από το αρ.8 περ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων προβάλλοντας σχετικές αιτιάσεις με επίκληση πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, και ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νόμιμου αιτήματός της (αρθ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. του 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 10553/1218/30-12-2022 αίτηση του Ν. Κ. του Η. για αναίρεση της με αριθμό 1869/6-4-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ