1676/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει σε αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated1676/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει σε αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1676 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1676/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Ι., 2) … και 15) Χ. Π. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 4ος δεν παραστάθηκε, οι 6ος έως και 11η παραστάθηκαν μετά και οι λοιποί παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η ΔΥΠΕ Αττικής), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στεφάνου Μουζουράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, και 3) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας" (5η ΔΥΠΕ Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στη Λάρισα, το οποίο δεν παραστάθηκε, των ΔΥΠΕ ως κατά περίπτωση διαδόχων του ΕΟΠΥΥ, δυνάμει του ν. 4238/2014.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 2101/30-12-2004. Εκδόθηκαν η 679/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 500108/6-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια των παρισταμένων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει σε αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αν τη συζήτηση αυτής επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη και αν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ως προς όλους τους διαδίκους.
Αν πρόκειται για απλή ομοδικία, τότε κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 2 και 104 ΚΠολΔ συνάγεται ότι α) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ειδικά δε για εργατικές διαφορές μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή (άρθρο 96 παρ.3 εδ.
β' ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) και γ) ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, παρεχόμενη από τον επισπεύδοντα με έναν από τους παραπάνω τρόπους.
Σε περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης έγινε από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη, εάν, κατά την αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα, διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας του απολειπόμενου διαδίκου προς το δικηγόρο, που επέσπευσε τη συζήτηση για λογαριασμό του.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 940/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, καθόσον, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες 9732Β/8-3-2018, 9731Β/8-3-2018 και 1648Β/7-3-2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών Γ.
Σ. οι δύο πρώτες και του Εφετείου Λάρισας Α. Ν. η τρίτη, επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-5-2018), κατόπιν παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων Αλεξάνδρας Κωστούλα, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ο τέταρτος αναιρεσείων, Π. Κ. του Ι. Από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων αυτός επισπεύδει τη συζήτηση εγκύρως, έχοντας δώσει προς τούτο στη δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα πληρεξουσιότητα, με βάση την οποία η τελευταία να επισπεύσει και γι' αυτόν τη συζήτηση της αίτησης.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά συνεδρίασης, εμφανίσθηκε η ως άνω δικηγόρος και δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί, μεταξύ των άλλων, και την 12η αναιρεσείουσα Ε. Π. του Α., πλην όμως δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικό πληρεξούσιο, από το οποίο να αποδεικνύεται η χορήγηση από την τελευταία νόμιμης πληρεξουσιότητας στην εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους, ώστε να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης και ως προς αυτήν και να την εκπροσωπήσει νόμιμα.
Επομένως, αφού οι ως άνω αναιρεσείοντες [ο απολειπόμενος (4ος) και η μη προσηκόντως παριστάμενη (12η)], οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι με τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους, δεν προκύπτει ότι επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα από άλλο διάδικο, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 εδ.
β' ΚΠολΔ, ως προς αυτούς, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται νομίμως. Αναφορικά με το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος", ως διάδοχο του ΕΟΠΥΥ, που συνεχίζει τη δίκη στη θέση του αρχικώς εναγομένου ως προς τους 13η και 14ο των αναιρεσειόντων, το οποίο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (8-5-2018), όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη 1648Β/7-3-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Α.
Ν., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
3. Κατά το άρθρο 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για να προσβληθεί με αναίρεση η εφετειακή απόφαση, πρέπει να είναι οριστική και, συνεπώς, οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως είναι και αυτή με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, που αφορά μόνο τον 15ο των αναιρεσειόντων, Χ. Π. του Κ., υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, είναι αναιρετέα κατά το μέρος που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα.
Όμως, η εκ μέρους του εν λόγω αναιρεσείοντος ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά μη οριστικής απόφασης, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ως προς αυτόν πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατ' άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, ενώ υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
4. Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω 940/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, με την από 22-12-2004 αγωγή τους προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, επικαλέσθηκαν ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου ως προς τους ενάγοντες υπεισήλθαν, κατά περίπτωση, τα ήδη αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνταν σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.
α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο. Ζήτησαν δε, με βάση την αρχή της ισότητας, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, κατά το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 8.109,58 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2004, καθώς και το ποσό των 240 ευρώ, μηνιαίως, ως μέρος των νομίμων τακτικών αποδοχών τους, για το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2004 και επέκεινα, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 679/2005 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 31-12-2007 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς τον 15ο εκκαλούντα- ενάγοντα, Χ.
Π. του Κ., ενώ ως προς τους λοιπούς έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκαν τα εκεί εφεσίβλητα ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσίβλητα (ο ΕΟΠΥΥ ως διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τα λοιπά ως διάδοχοι του ΕΟΠΥΥ), να καταβάλουν στους ενάγοντες και δη το πρώτο εξ αυτών σε καθένα από τους 1η, 2ο, 3ο, 4ο, 5η και 12η, το δεύτερο σε καθένα από τους 6ο έως και 11η και το τρίτο σε καθένα από τους 13η και 14ο, το ποσό των 5.952,96 ευρώ, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.
6. Με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, στη θέση του οποίου ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπεισήλθαν, κατά περίπτωση, τα ήδη αναιρεσείοντα ΝΠΔΔ (άρθρο 11 του α.ν. 1846/1951).
Ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατ' αυτών απαιτήσεων οι περί διετούς παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/1974, αφού η τελευταία ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει ήδη, κατά την οποία "(εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω) πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτηση παραγράφεται μετά πενταετία", συνεπώς και οι εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτών.
Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η μισθολογική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 251, ΑΠ 957/2018). Στην κρινόμενη υπόθεση, το Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 940/2016 απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων υπόκεινται σε διετή και όχι σε πενταετή παραγραφή.
Κατόπιν, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002, διότι από το χρόνο που γεννήθηκαν μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 31-12-2004, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών.
Με την κρίση αυτή, παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 με τη μη εφαρμογή της, καθόσον οι αγωγικές αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και ως εκ τούτου δεν έχουν παραγραφεί αυτές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 έως 31-12-2002. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 (και όχι 559 αρ.1) ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
7. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, δημόσιου ή κοινωνικού, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).
Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", που είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 992/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε την πιο πάνω ουσιαστική διάταξη και επιδίκασε το χρηματικό ποσό, που δέχθηκε ως οφειλόμενο σε κάθε ενάγοντα, με ποσοστό τόκου 6% ετησίως. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 (και όχι 559 αρ.1) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής, απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων (εκτός των 4ου, 12ης και 15ου εξ αυτών), που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2002, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του τρίτου λόγου της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα επειδή συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, αποβαίνει περιττή. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ.9 του ν. 1902/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων (πλην των 4ου και 12ης, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης και του 15ου, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αίτηση), λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 500108/6-11-2017 αίτηση για αναίρεση της 940/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείων Αθηνών, ως προς τον 15ο των αναιρεσειόντων Χ. Π. του Κ..
Καταδικάζει τον 15ο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του 2ου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής". Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 4ο και 12η των αναιρεσειόντων Π. Κ. του Ι. και Ε. Π. του Α.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων αυτών τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ