Legislator Case Law & Legislation
1676/2007 AI generated

1676/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1676/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3515/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2006 αίτησή του και τους από 31/7/2006 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1676/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων, με βάση την ενιαία αυτή συμφωνία περί μερικής απασχολήσεώς του, απασχολήθηκε μερικώς και συγκεκριμένα, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο και επί πέντε ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο στη συγκεκριμένη επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου, ως εργατοτεχνίτης, κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-1990 έως 2-3-1997, οπότε λύθηκε η μεταξύ αυτών υφισταμένη εργασιακή σχέση.

Keywords

AI generated
part-time gainful activity fixed-term work duration of incapacity piecework gainful inactivity contractor remuneration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1676 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1676/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Γιαννακάκι και Αικατερίνη Κεϊμαλή. Του αναιρεσίβλητου:.................., που διατηρεί την ατομική επιχείρηση με την επωνυμία ".......................", με έδρα τη ....................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγγελόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3515/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2006 αίτησή του και τους από 31/7/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 8/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 1892/-1990,(που έχει εφαρμογή, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998,λόγω του κρισίμου στην παρούσα υπόθεση χρόνου), με έγγραφη ατομική συμφωνία ο εργοδότης και ο μισθωτός, κατά τη σύσταση της σχετικής συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια ημερησίας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η δε μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως. Η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 159 Α.Κ., είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου.

Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, τότε, εφόσον η συμφωνία αυτή, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, είναι άκυρη, δεν μπορεί, καθόσον αφορά τα αποτελέσματα της ακυρότητας της ως άνω ρήτρας, να συναχθεί εκμήριο ότι απ' αυτή γεννάται αυτομάτως έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας με μερική απασχόληση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, κατά μήνα Οκτώβριο 1990, κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος από το έτος 1987 διατηρεί στη ............. Αττικής ατομική επιχείρηση εκμεταλλεύσεως ".......................", σύμβαση, σύμφωνα με την οποία συμφώνησε με αυτόν να απασχολείται στην εν λόγω επιχείρησή του για αόριστο χρόνο, πλην όμως όχι όλες τις ημέρες της εβδομάδας και λιγότερες ώρες από τις κανονικές της ημερήσιας εργασίας, λαμβάνοντας το ανάλογο μέρος των νομίμων αποδοχών του εργατοτεχνίτη, αφού συμφωνήθηκε να απασχολείται κατά περίπτωση με όλες τις αναφερόμενες συναφείς με την επιχείρηση αυτή εργασίες, που δεν απαιτούσαν ειδικές γνώσεις.

Ο αναιρεσείων, με βάση την ενιαία αυτή συμφωνία περί μερικής απασχολήσεώς του, απασχολήθηκε μερικώς και συγκεκριμένα, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο και επί πέντε ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο στη συγκεκριμένη επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου, ως εργατοτεχνίτης, κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-1990 έως 2-3-1997, οπότε λύθηκε η μεταξύ αυτών υφισταμένη εργασιακή σχέση.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω συναφθείσα από την αρχή σύμβαση μερικής απασχολήσεως του αναιρεσείοντος ήταν άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε για την κατάρτισή της ο έγγραφος τύπος και στη συνέχεια έκρινε ότι, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως αυτής, δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας, με μερική απασχόληση, από την παροχή της οποίας, εδικαιούτο να αξιώσει, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την ωφέλεια, που απεκόμισε ο εργοδότης από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής για την ίδια εργασία, την οποία θα προσέφερε άλλος εργαζόμενος, συνδεόμενος με αυτόν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχολήσεως της ως άνω φύσεως.

Με την κρίση του αυτή και μετά την μερική παραδοχή της ένδικης από 9-7-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά βάσιμης, δεν παραβίασε τούτο την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του Ν.1892/1990. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. περί παντελούς ελλείψεως αιτιολογιών είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευμένο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 1 του Ν.1892/1990, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της μη γενέσεως αυτομάτως από την ακυρότητα της συναφθείσης συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο έγγραφου τύπου, έγκυρης συμβάσεως πλήρους απασχολήσεως, αλλ' αντίθετα της υπάρξεως, συνεπεία της ακυρότητας αυτής, απλής σχέσεως εργασίας μεταξύ των ακύρως συμβληθέντων διαδίκων.

Επομένως, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτος, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, ο αναιρεσείων με τον ίδιο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

με το να δεχθεί ότι απασχολείτο μερικώς στον αντιδικό του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ως εργατοτεχνίτης, ενώ στην πραγματικότητα κατά τη συμφωνία τους, απασχολείτο σ΄ αυτόν πλήρως ως ταμίας. Όμως υπό την επίφαση του λόγου αυτού πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.-

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, κατά τρόπο ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, ήτοι α) την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, β) την υπ' αριθ. 1031/19-11-1998 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτού ..........., γ) τις αποδείξεις της ταμειακής μηχανής, δ) τις από .............

πέντε αποδείξεις, τις από .................. και ................ τέσσερις αποδείξεις, τις από ............... τέσσερις αποδείξεις, τις από .......... δύο αποδείξεις, τις από ........, ...........,........... (δύο) και .......... αποδείξεις του αναιρεσιβλήτου και ε) τα από ............., ..........., .......... δελτία αποστολής-τιμολόγια αυτού, από τα οποία προέκυπτε ο χρόνος λειτουργίας της ως άνω επιχειρήσεως του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα, επί επτά ημέρες την εβδομάδα καθώς και η απασχόληση του αναιρεσείοντος κάθε εβδομάδα από τη Δευτέρα μέχρι τη Παρασκευή από ώρα 17:00 μέχρι τη 01:00 ώρα και το Σάββατο και τη Κυριακή από ώρα 10:30 μέχρι τη 02:30 ώρα.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις υπ' αριθ. 1030, 1031/19-1-1998 και 20996/13-11-1998 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία της προσλήψεως του αναιρεσείοντος από τον αντίδικό του προκειμένου να απασχοληθεί στην ως άνω επιχείρηση αυτού για αόριστο χρόνο, πλην όμως όχι όλες τις ημέρες της εβδομάδας και λιγότερες ώρες από τις κανονικές της ημερήσιας εργασίας και συγκεκριμένα, κατά περίπτωση, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους στην εν λόγω επιχείρηση, με όλες τις αναφερόμενες συναφείς με αυτή εργασίες, που δεν απαιτούσαν ειδικές γνώσεις, καθώς και της απασχολήσεως αυτού μερικώς ως εργατοτεχνίτη επί 25 ώρες κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως (5 ημέρες επί 5 ώρες ημερησίως)- συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Άρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. με το να μη λάβει υπόψη του το Εφετείο κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, που προσδιορίζονται στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις προτάσεις του αναιρεσείοντος υπό τους αριθμούς 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, από τα οποία προέκυπτε το ωράριο λειτουργίας της ως άνω επιχειρήσεως, είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι τα στοιχεία αυτά δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο.

Επίσης, ο αυτός λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-1-2006 αίτηση του ........................... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 33/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ