Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability judgment for failure to apply substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a fatal traffic accident involving a minor. The appellants argued the lower court failed to properly apply substantive law and misinterpreted evidence, but the court found the appellate court correctly evaluated the parents' negligence and the driver's liability based on clear facts. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal for lack of legal basis is inadmissible when the lower court's reasoning clearly establishes the factual basis for applying substantive law regarding tort liability, and errors in evidence evaluation do not constitute a violation of substantive law unless the resulting finding is ambiguous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1676 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1676/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ......... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κουτρέτση.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRNATIONAL HELLAS A.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Ρήγα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3402/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 εδ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν.ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ακόμη, παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Τέλος, όπως ορίζεται στην ΑΚ 932, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του νόμου, το δικαστήριο επιδικάζει εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Αυτό ισχύει είτε πρόκειται για ηθική βλάβη, είτε για ψυχική οδύνη. Η διατύπωση αυτή του νόμου είναι ελαστική και επιτρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά δεν προσδιορίζονται από τον ίδιο το νόμο.
Σχετική διάπλασή τους έχει γίνει από τη νομολογία με τη βοήθεια της θεωρίας, λαμβάνονται δε υπόψη από το πρόσωπο είτε του υπόχρεου, είτε του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το συντρέχον πταίσμα (ΑΚ300) του θύματος, που συνεκτιμάται με άλλα προσδιοριστικά στοιχεία, εφόσον προβληθούν και αποδειχθούν από το εναγόμενο τα περιστατικά που το συγκροτούν.
Σε περίπτωση θανάτωσης ανηλίκου κάτω των δέκα (10) ετών, που δεν έχει ικανότητα καταλογισμού (ΑΚ916), λαμβάνεται υπόψη το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης γονέα του, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο παιδί του (ΑΚ 923). Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων, όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά.
Αυτό για τους παρακάτω λόγους ως προς τα τελευταία αυτά πρόσωπα. Κατ' αρχήν βέβαια όλα τα πρόσωπα αυτά ως αποτελούντα μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος ανηλίκου κάτω των (10) ετών έχουν αυτοτελή αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Για συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος ανηλίκου που θα επενεργούσε μειωτικώς στο ύψος της αξιώσεως αυτής δεν δύναται να γίνει λόγος ενόψει της ΑΚ 916.
Εξάλλου σύμφωνα με την παρ.2 της ΑΚ 300, η παρ.1 της ίδιας διατάξεως εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων, για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε. Όμως η διάταξη αυτή κατ' αρχήν δεν μπορεί να εύρει έδαφος εφαρμογής για τα αδέλφια και τη γιαγιά του θανατωθέντος ανηλίκου κάτω των (10) ετών. Τούτο γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν είναι από εκείνα που κατά νόμο ευθύνονται για το πταίσμα του εποπτεύοντος πατέρα ή μητέρα του ανηλίκου, δηλαδή για την υπαίτια απ' αυτούς παραμέληση της εποπτείας του θανατωθέντος ανηλίκου.
Όμως παρόλα αυτά το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος γονέα επιβάλλεται να καταλογισθεί και να ληφθεί υπόψη για τη χρηματική ικανοποίηση των λοιπών μελών της οικογένειας στο βαθμό, ενδεχομένως διαφορετικό σε σχέση με τον άμεσα βαρυνόμενο με την εποπτεία γονέα, που θα καθορίσει το δικαστήριο, για λόγους ενιαίας, κατά βάση, αντιμετωπίσεως όλων των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος από το ίδιο βιοτικό συμβάν (θανάτωση ανηλίκου) και λήψεως υπόψη των εν λόγω συμφερόντων του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου.
Υπό την αντίθετη εκδοχή το συντρέχον πταίσμα του παραμελήσαντος γονέα θα λαμβανόταν υπόψη μόνο για την προσωπική του αξίωση, όχι δε και για την αξίωση των λοιπών μελών της οικογένειας, τα οποία έτσι θα έμεναν ανεπηρέαστα από το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος γονέα σε βάρος του υπόχρεου τρίτου.
Περαιτέρω, το μέτρο της εποπτείας ανηλίκου, υπό την έννοια της επίβλεψης, επιτήρησης και προφύλαξής του, εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση του εποπτευόμενου και του εποπτεύοντος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, ενώ ελέγχεται αν η ασκηθείσα εποπτεία, βάσει των δεκτών γενομένων περιστάσεων, είναι προσήκουσα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-12-2002, ώρα 11.20', ο πρώτος εναγόμενος (.....), ως προς τον οποίο οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής, οδηγούσε το .....
ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, λεωφόρο Δημοκρατίας στην περιοχή Αχαρνών κατευθυνόμενος από Αχαρνές προς Αγίους Αναργύρους. Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 274 της λεωφόρου, όπου υπάρχει διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας νησίδα και σε απόσταση 8,50 μέτρα από την έναρξη της νησίδας, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την δυόμιση (2,5) ετών .....
που ασυνόδευτη διέσχιζε κάθετα το προς Αγίους Αναργύρους ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου και είχε κατέλθει από τη διαχωριστική νησίδα, κατευθυνόμενη στο απέναντι πεζοδρόμιο όπου βρίσκεται και η κατοικία της. Ειδικότερα ο άνω οδηγός, παρά τον αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό που επιχείρησε, μόλις αντιλήφθηκε το ανήλικο παιδί σε μικρή απόσταση μπροστά του να κατευθύνεται από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, και τη τροχοπέδηση του αυτοκινήτου, δεν μπόρεσε να το αποφύγει και το κτύπησε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του στο κεφάλι και τον αυχένα, στο μέσο του προς Αγίους Αναργύρους ρεύματος κυκλοφορίας.
Από τις βαρειές κακώσεις της κεφαλής και του αυχένα που υπέστη απεβίωσε στις 12 το μεσημέρι στο νοσοκομείο "Αγία Όλγα" όπου μεταφέρθηκε αμέσως με ασθενοφόρο, που το παρέλαβε από τον τόπο του ατυχήματος σε λίγα λεπτά, συνοδευόμενο και από τους γονείς του, πρώτο και δεύτερη από τους ενάγοντες. Κατά το χρόνο του ατυχήματος έβρεχε, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, υπήρχε μικρή κυκλοφορία οχημάτων και αραιή κυκλοφορία πεζών, ενώ δεν αποδείχτηκε ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου, με σχετική σήμανση, ορίου ταχύτητας του αυτοκινήτου, των 40 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Οι άνω συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται από τις προανακριτικώς ληφθείσες καταθέσεις μαρτύρων και εξέτασης κατηγορουμένου οδηγού, μεταξύ των οποίων και η ένορκη από 31-3-2003 κατάθεση του αστυνομικού Πάνου Σταματίου στο αστυνομικό τμήμα Μεταμόρφωσης, ο οποίος εκτελούσε υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας και κατέφθασε στον τόπο του ατυχήματος σε λίγα λεπτά από ώρα 11.30΄που έλαβε σχετικό σήμα, απεχώρησε δε μόλις έφθασε το ΤΟΤΑ Ν.
Ιωνίας στις 11.15΄. Με όλα τα παραπάνω περιστατικά για το ένδικο ατύχημα βαρύνεται με αμέλεια ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος, παρά τις συνθήκες της οδού, το οδόστρωμα της οποίας ήταν ολισθηρό λόγω βροχοπτώσεως, και το ότι πλησίαζε σε σημείο όπου στην πορεία του, είκοσι (20) μέτρα μπροστά του, υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες που εκείνη την ώρα δεν λειτουργούσαν, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να μπορεί να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς σε κάθε περίπτωση προ οποιοδήποτε να προβλεφθεί εμποδίου και έτσι δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά και να αποφύγει το ανήλικο παιδί, που κατέβηκε μόνο του ασυνόδευτο από τη διαχωριστική νησίδα και έφθασε στο μέσο του συνολικού πλάτους επτά (7) μέτρων οδοστρώματος, κατευθυνόμενο από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.
Για το ένδικο ατύχημα ευθύνονται επίσης, με μεγάλο ποσοστό αμέλειας οι δύο πρώτοι ενάγοντες γονείς της ανήλικης θανούσας, οι οποίοι στο πλαίσιο της ασκήσεως της γονικής μέριμνας είχαν υποχρέωση εποπτείας αυτής, την οποία παραμέλησαν, με αποτέλεσμα να βρεθεί μόνη της ασυνόδευτη, να διασχίζει κάθετα τη μεγάλης κυκλοφορίας οχημάτων λεωφόρο Δημοκρατίας, πράγμα ανεπίτρεπτο για την ηλικίας μόλις δυόμιση (2,5) ετών θανούσα με τα καταστροφικά γι' αυτήν άνω αποτελέσματα.
Η ευθύνη τους δεν αίρεται και με την εκδοχή, ότι δεν ήταν μαζί τους και ξέφυγε από την προσοχή τους, αφού οι ίδιοι έφθασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος και η μητέρα παρέλαβε η ίδια από τα χέρια του οδηγού το τραυματισμένο παιδί, αλλά ότι είχαν αναθέσει τη φύλαξή του στην ανήλικη, ηλικίας τότε δέκα έξι (16) ετών θυγατέρα τους .....
και στην ηλικιωμένη 75 ετών γιαγιά της, στο σπίτι τους, από την προσοχή των οποίων διέφυγε και βγήκε μόνο του στο δρόμο, χωρίς οι ίδιοι (οι γονείς) να ελέγξουν και να είναι βέβαιοι ότι μπορούσαν τα άνω πρόσωπα (ανήλικη θυγατέρα και γιαγιά), να ασκήσουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους, προς φύλαξη της ανήλικης.
Με τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά το ποσοστό αμέλειας με το οποίο βαρύνεται ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου ανέρχεται σε 20%, ενώ το ποσοστό συνυπαιτιότητας με το οποίο βαρύνονται οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, που παραδεκτά και βάσιμα προτείνεται στην προκειμένη περίπτωση από την εναγόμενη κατ' αυτών, ανέρχεται ενόψει όλων των ανωτέρω σε 80%.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης όλοι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), οι δύο πρώτοι εκ των οποίων είναι γονείς της, η έβδομη γιαγιά της και οι λοιπές αδελφές της, με την οποία συνδεόταν με στενό οικογενειακό δεσμό και αγάπη, δοκίμασαν βαθειά θλίψη και ψυχική ταλαιπωρία.
Πρέπει επομένως λαμβανομένων υπόψη των άνω συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και του συντρέχοντος πταίσματος των δύο πρώτων εναγόντων (αναιρεσειόντων), της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων να επιδικασθεί στους ενάγοντες εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που δοκίμασε καθένας από αυτούς, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες και στο ποσό των 3.500 ευρώ για κάθε μία από τις λοιπές ενάγουσες αδελφές και γιαγιά της ανήλικης.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο πρώτος ενάγων πατέρας της θανούσας δαπάνησε για έξοδα κηδείας της θανούσας 3.575 ευρώ και για έξοδα κατασκευής τάφου 1062 ευρώ και συνολικά 4.637 ευρώ. Το ποσό αυτό θα επιδικασθεί σ' αυτόν μειωμένο κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον ίδιο 80% ήτοι ποσό 927,4 (4.637-80%) ευρώ κατά παραδοχή ως βασίμου της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την από 16-9-2003 έφεση των αναιρεσειόντων για επιδίκαση όλων των αγωγικών κονδυλίων, δέχτηκε την αντίθετη-συνεκδικασθείσα από 7-11-2003 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα 3402/2003 πρωτόδικη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την από 20-3-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την αναιρεσίβλητη και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσείοντα 15.927,4 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσείουσα 15.000 ευρώ, στους ίδιους πρώτους αναιρεσείοντες για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους .....
και ..... 3.500 ευρώ, στην τέταρτη αναιρεσείουσα 3.500 ευρώ και στην πέμπτη αναιρεσείουσα 3.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια από την παραπάνω υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ως άνω αυτοκινήτου, την αμέλειά του στο θάνατο της ανήλικης ....., καθώς και την παραμέληση της εποπτείας στο πλαίσιο της άσκησης της γονικής μέριμνας από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες γονείς της ανήλικης.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας, της αμέλειας και της παραμέλησης της εποπτείας ανήλικης.
Δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 299,300,914,923, 932, 1510 ΑΚ. Η παραμέληση εποπτείας από τους γονείς της ανήλικης αιτιολογείται ειδικά με κύρια (οι ίδιοι παραμέλησαν την εποπτεία, με αποτέλεσμα να βρεθεί η ανήλικη μόνη της ασυνόδευτη να διασχίζει κάθετα τη λεωφόρο Δημοκρατίας, οι γονείς έφθασαν αμέσως στον τόπο του ατυχήματος και η μητέρα παρέλαβε η ίδια από τα χέρια του οδηγού το τραυματισμένο παιδί) και επάλληλη αιτιολογία (η ευθύνη δεν αίρεται και με την εκδοχή-των γονέων-ότι δεν ήταν μαζί τους, αλλά είχαν αναθέσει τη φύλαξή της στην ανήλικη 16 ετών αδελφή της Αϊντα και στην ηλικιωμένη 75 ετών γιαγιά της στο σπίτι τους από την προσοχή των οποίων διέφυγε και βγήκε μόνη στο δρόμο, χωρίς οι γονείς να ελέγξουν και να είναι βέβαιοι ότι μπορούσαν τα πρόσωπα αυτά να ασκήσουν αποτελεσματικά τα καθήκοντα της φύλαξης).
Κάθε μία από τις αιτιολογίες αυτές στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, χωρίς εδώ να πλήσσονται με επιτυχία. Καθόσον αφορά το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με σαφήνεια αναφέρονται: α) η απόσταση 8,5 μέτρων από την έναρξη της νησίδας, όπου παρασύρθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα η ανήλικη, β) το αυτοκίνητο τη κτύπησε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στο κεφάλι και τον αυχένα, στο μέσον του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αγίους αναργύρους και γ) ο οδηγός έκανε αποφευκτικό προς τ' αριστερά ελιγμό, για να αποφύγει το ατύχημα, όταν αντιλήφθηκε μπροστά του την ανήλικη σε μικρή απόσταση να κατευθύνεται από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, επίσης τροχοπέδησε.
Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Συνακόλουθα πρέπει οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ.- Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού εκτίμησε και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο αυτό της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε (επισκόπησε) και μια σειρά από 16-20 φωτογραφίες που λήφθηκαν την ημέρα του ατυχήματος, κατατέθηκαν στην τροχαία κατά την προανάκριση και απεικονίζουν όλο το χώρο όπου έγινε το ατύχημα, τα σήματα, τη νησίδα, τους θάμνους και το ύψος τους.
Συνεπώς ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2005 αίτηση των ......, για αναίρεση της 636/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ