1675/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς (άρθρο 1 παρ.2 περ.
Legislator headnote
AI generated1675/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς (άρθρο 1 παρ.2 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1675 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1675/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η ΔΥΠΕ Αττικής), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), το οποίο υπεισήλθε στη θέση του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στεφάνου Μουζουράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Λ. του Θ., 2) Α. Π. του Κ., 3) Θ. Β. του Ε., 4) Ι.- Α. Β. του Ε., 5) Κ. Β. του Κ. και 6) Α. Σ. του Ε.- Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή των εναγόντων, 15 τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό …-2004. Εκδόθηκαν η 679/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 1-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης …7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς (άρθρο 1 παρ.2 περ.
δ' του ν. 2470/1997), οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας, στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζομένους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.
Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
2. Κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.
Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ"), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).
3. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 14/2004).
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημοσίου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).
5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, με την από 22-12-2004 αγωγή τους προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, επικαλέσθηκαν ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) και ήδη στη θέση του τελευταίου υπεισήλθε το αναιρεσείον, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπική μονάδα υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.
α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο. Ζήτησαν δε, με βάση την αρχή της ισότητας, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, κατά το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 8.109,58 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2004, καθώς και το ποσό των 240 ευρώ, μηνιαίως, ως μέρος των νομίμων τακτικών αποδοχών τους, για το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της αγωγής μέχρι τη συζήτησή της, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 679/2005 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 31-12-2007 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 940/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
7. Από την προσβαλλόμενη ως άνω 940/2016 απόφαση προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση πάντων των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, είχαν προσληφθεί, με ατομικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως ιατροί, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με πλήρη απασχόληση, καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, σε μονάδα υγείας πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εναγομένου Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης, στην περιφέρεια του νομού Αττικής.
Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1-1-1999 μέχρι 31-12-2004), παρείχαν στους ασφαλισμένους του εναγομένου, εργαζόμενοι αποκλειστικά στο χώρο της οικείας μονάδας του ΙΚΑ (Κέντρο Υγείας Χαλανδρίου) και με τις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές). Ότι οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων, ήσαν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών, που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης του δημόσιου τομέα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί, αφενός μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μετά την 18-2-2004, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ.
β` του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση (εκτός του 15ου εκκαλούντος, Χ. Π., ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης), με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και, εκτός των άλλων, υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον (1η ΔΥΠΕ Αττικής), στο οποίο μεταφέρθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ως διάδοχο του ΕΟΠΥΥ, δυνάμει του ν. 4238/2014, που ήταν διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους το χρηματικό ποσό των 5.952,96 ευρώ, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, σε μονάδα πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αρχικώς εναγομένου.
Επίσης, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το είδος των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, υπηρεσιών και ως προς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, σε οργανωμένη μονάδα περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του δημόσιου τομέα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες, αληθώς, του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου (και όχι του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), είναι αβάσιμοι.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ), διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (ως εναγομένου και εφεσιβλήτου), ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί δεν ήταν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, αλλά μπορούσαν να διατηρούν παράλληλα με την εργασία τους στο δημόσιο φορέα και ιδιωτικό ιατρείο, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν μπορεί να προβληθεί ο λόγος αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
8. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη έναντι αυτού, σε σχέση με την 10η ενάγουσα (ήδη 5η αναιρεσίβλητη), Β. Κ. του Κ. (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται ως Β. Κ.), μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η ανωτέρω ιατρός δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που μεταφέρθηκαν στην υπηρεσία του, προσέτι δε ο ως άνω ουσιώδης ισχυρισμός προτάθηκε στην κατ' έφεση δίκη, αλλά δεν ελήφθη υπόψη και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ.1 και 5 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, έγιναν δεκτά τα εξής: Ότι από τους εκκαλούντες ιατρούς, που υπηρετούσαν σε υπηρεσίες υγείας του πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ και νυν ΕΟΠΥΥ, οι υπό τους αριθμούς 6, 7, 8, 9, 10 και 11 (ήτοι Δ. Λ., Α. Π., Θ.
Β., Ι.- Α. Β., Κ. Β. και Α. Σ., αντίστοιχα, ήδη αναιρεσίβλητοι), μετά από αίτησή τους, μεταφέρθηκαν στην 1η ΔΥΠΕ Αττικής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. 13-10-2015 βεβαίωση της Διοίκησης της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής περί νομότυπης ολοκλήρωσης της διαδικασίας ένταξής τους.
Ότι η 1η ΔΥΠΕ Αττικής νομίμως παρέστη στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, νομιμοποιούμενη παθητικά στην παρούσα δίκη προς απόκρουση της ένδικης έφεσης κατά των ανωτέρω εκκαλούντων, ως καθολικός διάδοχος του ΕΟΠΥΥ, που διαδέχθηκε τον κλάδο υγείας του αρχικού εφεσιβλήτου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, η οποία συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης (σελίδα 6η της προσβαλλόμενης).
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται παραδοχή ότι η 5η αναιρεσίβλητη, Κ. Β. μεταφέρθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (ήδη αναιρεσείον). Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.14 και 17 ΚΠολΔ, πέραν του ότι είναι εντελώς αόριστες, είναι απαράδεκτες, διότι δεν μπορούν να προβληθούν κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατ' άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 77/5-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 940/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ